Το Target Model βγάζει εκτός συναγωνισμού τους παρόχους που δεν επενδύουν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

Το Target Model βγάζει εκτός συναγωνισμού τους παρόχους που δεν επενδύουν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

Το Target Model βγάζει εκτός συναγωνισμού τους παρόχους που δεν επενδύουν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

Η εφαρμογή του Target Model στην εγχώρια αγορά ηλεκτρικού ρεύματος, είναι σαφές ότι έχει φέρει σε καλύτερη θέση τους μεγάλους καθετοποιημένους παίκτες που συνδυάζουν την εμπορία με την παραγωγή ενέργειας, και σε μειονεκτικότερη θέση τους παίκτες που  εξαντλούν τη δραστηριότητά τους στη λιανική εμπορία.

Το νέο μοντέλο λειτουργίας της χονδρεμπορικής αγοράς ρεύματος άρχισε να εφαρμόζεται στη χώρα μας από τον περασμένο Νοέμβριο, αλλά με καθυστέρηση δέκα ετών από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Στην ουσία, το Target Model αποτελεί τον βασικό πυλώνα για διασύνδεση των εθνικών αγορών, με στόχο τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και περιλαμβάνει:

Τη βασική αγορά χονδρικής ή Αγορά Επόμενης Ημέρας (Day-Ahead Market - DAM) όπου αγοράζονται και πωλούνται οι ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που θα παραχθούν και θα παραδοθούν την επόμενη μέρα και την οποία λειτουργεί το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας (ΕΧΕ).

Την Ενδοημερήσια Αγορά (Intra-Day Market) την οποία επίσης, διαχειρίζεται το ΕΧΕ, όπου διεξάγονται συμπληρωματικές αγορές και πωλήσεις την ίδια ημέρα της παράδοσης και διορθώνονται οι θέσεις της παραπάνω αγοράς.

Πιο σημαντική ωστόσο σε ό,τι αφορά τις τιμές είναι η τρίτη αγορά, γνωστή και ως Αγορά Εξισορρόπησης (Balancing Market), την οποία λειτουργεί ο ΑΔΜΗΕ. Αυτή εξισορροπεί τις αποκλίσεις που δημιουργούνται στις δύο προηγούμενες αγορές, κυρίως λόγω της απόσυρσης από το σύστημα μετά τις 7 μμ. των φωτοβολταϊκών μονάδων.

Πολύ απλά, ο ΑΔΜΗΕ καλεί τους παραγωγούς να αυξήσουν την παραγωγή τους, ανάλογα με τη ζήτηση, αποζημιώνοντάς τους με βάση τις τιμές που οι ίδιοι προσφέρουν, ανά 15 λεπτά. Οι τιμές αυτές μπορούν, σύμφωνα και με τους κανόνες της ΕΕ, να αγγίξουν μέχρι και τα 4.000 ευρώ τη MWh. Για να έχουμε μια εικόνα των μεγεθών, αρκεί μόνο να αναφέρουμε ότι το οριακό κόστος παραγωγής τον εν λόγω μονάδων κυμαίνεται μεταξύ των 50 και 100 ευρώ ανά MWh.

Και μπορεί οι ποσότητες που διακινούνται στην Αγορά Εξισορρόπησης να είναι σχετικά μικρές, σε σχέση με την DAM, πιάνουν όμως υπερβολικά υψηλές τιμές οι οποίες επιβαρύνουν δυσανάλογα την ημερήσια οριακή τιμή της MWh. Έχει μάλιστα, παρατηρηθεί το φαινόμενο, πολλοί παραγωγοί, κυρίως μονάδων φυσικού αερίου, να δίνουν τεχνητά υψηλές προσφορές στη βασική Αγορά της Επόμενης Ημέρας, πετυχαίνοντας να μην ενταχθούν στο σύστημα, ώστε να πιάσουν αργότερα πολύ υψηλότερες τιμές στην Αγορά Εξισορρόπησης.

Έτσι, το νέο μοντέλο έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρική αγορά ασκώντας μεγάλες πιέσεις στους παρόχους. Οι τελευταίοι, έχουν δύο επιλογές. Είτε να μετακυλήσουν το κόστος στους πελάτες τους, κινδυνεύοντας να χάσουν μερίδιο αγοράς, είτε να το απορροφήσουν οι ίδιοι, συμπιέζοντας απελπιστικά τα περιθώρια κέρδους τους. Για κάποιους όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό αφού τα περιθώρια αυτά ήταν εξαρχής χαμηλά, κυρίως όμως, έτσι όπως λειτουργεί το νέο σύστημα, πολλές φορές είναι αναγκασμένοι να πωλούν το ρεύμα χαμηλότερα από ότι το αγοράζουν, καταγράφοντας απόλυτες ζημιές.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, δεν επηρεάζονται όλοι οι πάροχοι το ίδιο. Όσοι είναι ταυτόχρονα και παραγωγοί ενέργειας έχουν τη δυνατότητα να εξισορροπούν τις απώλειες στη μία δραστηριότητα με τα κέρδη της άλλης και να βγαίνουν τελικά συνολικά κερδισμένοι.

Το πρόβλημα όμως είναι ιδιαίτερα έντονο για εκείνους που δραστηριοποιούνται μόνο στη λιανική αγορά ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς να έχουν δικές τους μονάδες παραγωγής. Οι εταιρείες αυτές κινδυνεύουν το επόμενο διάστημα να βρεθούν κυριολεκτικά εκτός ανταγωνισμού.

Ο αντίλογος εδώ είναι ότι κάποια στιγμή η ισορροπία στην αγορά θα αποκατασταθεί, όπως συνέβη στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η εξομάλυνση θα αρχίσει μόλις αυξηθούν και ενισχυθούν οι διασυνδέσεις του ελληνικού εθνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας με εκείνα των γειτονικών χωρών, κυρίως της Βουλγαρίας και της Ιταλίας, αυξάνοντας σημαντικά τις διαθέσιμες ποσότητες. Αυτό όμως μπορεί να πάρει πολλά χρόνια, χρόνο που δεν έχουν αρκετοί πάροχοι οι οποίοι ήδη βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και απειλούνται ήδη με πτώχευση.

Φαίνεται λοιπόν πώς το Target Model αυξάνει τον ανταγωνισμό και επιταχύνει τις εξελίξεις στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας σε βίαιο ξεκαθάρισμα και μεγαλύτερη συγκέντρωση την αγορά. Αδιαμφισβήτητα, το προβάδισμα πλέον θα έχουν οι εταιρείες με υψηλή καθετοποίηση, οι οποίες συνδυάζουν την παραγωγή ενέργειας με την εμπορία, χονδρική και λιανική.

Κλείνει έτσι ο κύκλος που άνοιξε το προηγούμενο μοντέλο των ΝΟΜΕ, όπου η ΔΕΗ ήταν υποχρεωμένη να πουλά σημαντικές ποσότητες ρεύματος, πολλές φορές μάλιστα, κάτω του κόστους, στη χονδρική, επιτρέποντας αξιοζήλευτα ποσοστά κέρδους σε νεοεισερχόμενες εταιρείες στη λιανική εμπορία.

Προϊόντος του χρόνου, η αγορά είναι βέβαιο ότι θα ισορροπήσει, θα είναι όμως πολύ διαφορετική από ότι σήμερα, με λιγότερους και πιο ισχυρούς παίκτες, με ενισχυμένους εκείνους που έχουν επενδύσει, με τον ένα ή άλλο τρόπο, σε δικές τους μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM