S&P: Μετά από δύο χρόνια πολέμου, η Ευρώπη «αναδύεται» από τη σκιά του ρωσικού αερίου
Δύο χρόνια μετά από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, που συνέβαλε στο ξέσπασμα της μεγαλύτερης κρίσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η αγορά έχει αλλάξει, με σημαντική διαφοροποίηση τόσο των πηγών όσο και των διαδρομών του εφοδιασμού.
Η ΕΕ έχει δει τις εισαγωγές ρωσικού αερίου να μειώνονται κατακόρυφα, από 155 bcm το 2021, σε 80 bcm το 2022 και 43 bcm πέρυσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν.
Στη θέση του εισάγει περισσότερες ποσότητες LNG, με τους παραδοσιακούς προμηθευτές της Ευρώπης, τη Νορβηγία, την Αλγερία και το Αζερμπαϊτζάν, να διατηρούν υψηλά επίπεδα εξαγωγών. Μάλιστα οι εξαγωγές από το Όσλο σημείωσαν νέο ιστορικό υψηλό τον περασμένο Δεκέμβριο.
Ο αγώνας της ΕΕ για απεξάρτηση
Στα μέτρα που έλαβε η Κομισιόν απέναντι στη Ρωσία ήταν, παράλληλα με την διαφοροποίηση του ενεργειακόυ εφοδιασμού, η υποχρεωτική πλήρωση των αποθηκών και η μείωση της ζήτησης κατά 15%.
Στην πραγματικότητα, τα δεδομένα της αγοράς και ο ήπιος καιρός έπαιξαν σημαντικό ρόλο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η προσφορά θα καλύπτει τη ζήτηση τις περιόδους 2022, 2023 και 2024.
“Δύο χρόνια αργότερα μπορούμε να πούμε ότι η προσπάθεια του Πούτιν να μας διχάσει και να μας εκβιάσει για την ενέργεια, απέτυχε”, δήλωσε πρόσφατα η Επίτροπος Ενέργειας, Κάντρι Σίμσον.
Ο εφιάλτης των τιμών του 2022
Αναπόφευκτα, οι τιμές κατέγραψαν πρωτόγνωρη αύξηση, φτάνοντας σε επίπεδα σοκ τον Αύγουστο του 2022, προκειμένου να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση, αλλά και να προσελκύσουν περισσότερα φορτία LNG και προμήθειες από τη Νορβηγία.
Στη συνέχεια οι ήπιες καιρικές συνθήκες τόσο της χειμερινής περιόδου 2022-2023, όσο και της φετινής, επέτρεψαν στα αποθέματα των αποθηκών να παραμείνουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για την εποχή, συγκρατώντας τις τιμές.
Στις 23 Φεβρουαρίου, η Platts, μέρος της S&P Global Commodity Insights, προέβλεψε στα 23,30 ευρώ/MWh την τιμή του ttf. Ωστόσο οι αναλυτές παραμένουν ανήσυχοι.
"Δύο χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή και οι τιμές αναφοράς έχουν επιστρέψει στα "κανονικά" επίπεδα. Αλλά δεν έχουμε φτάσει σε μια νέα σταθερή κατάσταση", σύμφωνα με τον Michael Stoppard, επικεφαλής της παγκόσμιας στρατηγικής για το φυσικό αέριο στην S&P.
Τι μέλλει γενέσθαι με το ρωσικό αέριο
Το ερώτημα παραμένει για το αν κάποια στιγμή στο μέλλον, το ρωσικό αέριο θα καταφέρει να ανακτήσει το μερίδιό του στην αγορά.
Αυτό κρίνεται αμφίβολο σύμφωνα με τον Jonathan Stern, αναλυτή στο Ινστιτούτο ενεργειακών μελετών της Οξφόρδης. “Η εποχή του 30+% μεριδίου του ρωσικού φυσικού αερίου έχει τελειώσει και δεν πρόκειται να επιστρέψει, όποια κι αν είναι η έκβαση του πολέμου και όποιος κι αν προεδρεύει στο Κρεμλίνο”, σημειώνει.
Εντούτοις το μεγαλύτερο πρόβλημα, κατά τον ίδιο, είναι τα εναπομείναντα μακροχρόνια συμβόλαια με ευρωπαϊκές εταιρείες, για τα οποία τονίζει ότι χρειάζεται να δοθεί πολιτική λύση.
Από την πλευρά τους οι traders επισημαίνουν ότι οι τάσεις της αγοράς θα αποτελέσουν το κλειδί για το μέλλον του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη. “Όλα εξαρτώνται από τη ζήτηση. Αν συνεχιστεί η μείωση μπορούμε να το αποφύγουμε”. “Η ουσία είναι ότι, η ανάγκη για φυσικό αέριο εξαρτάται από την τιμή που το παίρνουμε”, αναφέρουν μεταξύ άλλων.
Οι εναλλακτικές της Μόσχας
Η ίδια η Μόσχα έχει περιορισμένες επιλογές να ανακατευθύνει τις προμήθειές της, με την πλειοψηφία αυτών που κατευθύνονταν μέσω αγωγών στην Ευρώπη, να θεωρείται πλέον αποκλεισμένη.
Συγκεκριμένα, οι μόνοι δίοδοι που παραμένουν ανοιχτοί είναι μέσω Ουκρανίας και TurkStream.
Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να εφοδιάζουν την Ευρώπη, από οποιαδήποτε εναλλακτική δίοδο στην Ευρώπη. Ο ίδιος ο Πούτιν επανέλαβε πρόσφατα ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να προμηθεύσει αέριο την Ευρώπη μέσω του Nord Stream 2. Ωστόσο, δεν φαίνεται η ανάλογη πρόθεση για συνομιλίες από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Εν τω μεταξύ, η Gazprom επιδιώκει να αυξήσει τις εξαγωγές προς την Κίνα και σχεδιάζει να κλειδώσει μακροπρόθεσμες συμφωνίες προμήθειας με τους γείτονές της στην Κεντρική Ασία, όπως το Κιργιστάν, το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν.
Όμως οι προμήθειες αυτές δεν είναι σε θέση να αντισταθμίσουν τις χαμένες ευρωπαϊκές παραδόσεις.