Μετατίθεται η Υπουργική για τη φορολόγηση στα υπερέσοδα των προμηθευτών ώστε να περιλάβει όλο το εξάμηνο, από Αύγουστο έως και Ιανουάριο
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών (που εκδίδει τις αποφάσεις καταλογισμού φόρων) καταλήγουν στη διεύρυνση του πρώτου χρονικού διαστήματος φορολόγησης των υπερεσόδων των εταιρειών προμήθειας, έτσι ώστε, αντί να αφορά το τρίμηνο Αύγουστος έως Οκτώβριος 2022, όπως είχε αρχικά ανακοινωθεί, να αφορά τελικά το εξάμηνο Αύγουστος 2022 έως και Ιανουάριος 2023.
Αυτό πρόκύπτει από όσα είπε χθες ο υπουργός ΠΕΝ Κώστας Σκρέκας, γεγονός που οδηγεί σε χρονική μετάθεση και της εφαρμοστικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης που προβλέπεται από τη νομοθετική διάταξη που έχει εισαγάγει το ΥΠΕΝ και η οποία θα περιλαμβάνει τη φόρμουλα υπολογισμού, όπως και το εύλογο περιθώριο κέρδους που πρόκρινε το υπουργείο.
Μετά τη δημοσίευση της ΚΥΑ η ΡΑΕ θα πρέπει να αποστείλει επιστολές στις εταιρείες, για να της υποβάλλουν τα απαραίτητα στοιχεία, τώρα πλέον για το διάστημα έως και τον Ιανουάριο.
Υπενθυμίζεται ότι από τα ποσά που θα προκύψουν, οι εταιρείες θα κληθούν να καταβάλουν άμεσα το 60%, ενώ το 40% θα εισπραχθεί μετά το τέλος ισχύος του μηχανισμού, όταν θα γίνει και η τελική εκκαθάριση. Σε αυτό το πλαίσιο, πηγές της ΡΑΕ επισημαίνουν ότι για την επεξεργασία των στοιχείων δεν θα χρειαστεί περισσότερο από μία εβδομάδα, ώστε στη συνέχεια να διαβιβασθούν στο ΥΠΕΝ οι υπολογισμοί για τις έκτακτες εισφορές των παρόχων.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχει δημοσιεύσει το energypress, η μεθοδολογία στην οποία κατέληξε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για τον προσδιορισμό των υπερεσόδων των παρόχων προβλέπει οριζόντιο περιθώριο κέρδους (δηλαδή ίδιο για όλες τις εταιρείες) και εξατομικευμένους υπολογισμούς για κάθε προμηθευτή των παραμέτρων που καθορίζουν το κόστος του
Όπως αναφέρεται και στη ρύθμιση του υπουργείου που ψηφίσθηκε στα μέσα Νοεμβρίου, με την οποία θεσμοθετήθηκε ο μηχανισμός, οι παράμετροι κόστους που θα ληφθούν υπόψη είναι τα λειτουργικά έξοδα, οι επισφάλειες λόγω των ληξιπρόθεσμων λογαριασμών και η επιβάρυνση από το hedging (για όσες εταιρείες βέβαια προχωρούν σε αντιστάθμιση κινδύνου).
Σύμφωνα με πληροφορίες του energypress, στη φόρμουλα που επελέγη από το ΥΠΕΝ, οι δύο πρώτες συνιστώσες του κόστους μαζί με το (οριζόντιο) περιθώριο κέρδους θα ενοποιούνται σε μία τιμή μαζί με το εύλογο περιθώριο κέρδους, η οποία ονομάζεται «εύλογο περιθώριο δραστηριότητας» και εκφράζεται σε ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Επομένως, καθώς όλοι οι προμηθευτές δεν έχουν τα ίδια λειτουργικά έξοδα και τις ίδιες επισφάλειες, δεν θα έχουν και ίδιο εύλογο περιθώριο δραστηριότητας (παρά το ίδιο περιθώριο κέρδους).
Για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς, η φόρμουλα προβλέπει πως, κάθε μήνα και για κάθε προμηθευτή, θα υπολογίζεται η διαφορά ανάμεσα στην ονομαστική του χρέωση και το μέσο κόστος απόκτησης ηλεκτρικής ενέργειας από την εγχώρια χονδρεμπορική αγορά (με βάση το μεσοσταθμικό κόστος αγοράς που προσδιορίζει ο ΑΔΜΗΕ), συμπεριλαμβάνοντας και το κόστος εξισορρόπησης. Από το αποτέλεσμα, θα αφαιρείται το εύλογο περιθώριο δραστηριότητας.
Με το νούμερο (σε ευρώ/MWh) που θα προκύπτει, θα υπολογίζονται οι αυξημένες ταμειακές ροές της εταιρείας από την προμήθεια ρεύματος στο πελατολόγιό της – πολλαπλασιάζοντάς το με τις ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που τον συγκεκριμένο μήνα παρείχε στους πελάτες της. Από αυτές τις αυξημένες εισροές θα καθορίζονται τα υπερέσοδα, αφαιρώντας το κόστος για hedging τον συγκεκριμένο μήνα (εξατομικευμένο για κάθε εταιρεία).