Το ευρωπαϊκό σχέδιο για φορολόγηση των υπερκερδών στις πετρελαϊκές εταιρείες - Πώς εξελίσσεται η πρωτοβουλία των 5
Καθώς η Ευρώπη παλεύει με ένα ακόμη σοκ στις τιμές της ενέργειας, που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν και τη διαταραχή των μεταφορών πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, αυξάνονται οι πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλει εκ νέου έναν φόρο υπερκερδών στις πετρελαϊκές και ενεργειακές εταιρείες που αποκομίζουν τεράστια κέρδη από την κρίση.
Πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ — η Αυστρία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία — κάλεσαν επίσημα τις Βρυξέλλες να εισαγάγουν νέα εισφορά στα έκτακτα κέρδη που καταγράφουν οι ενεργειακοί όμιλοι εν μέσω της τρέχουσας αναταραχής. Η πρωτοβουλία επαναφέρει στο προσκήνιο μια έντονα διχαστική συζήτηση που είχε ξεκινήσει κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται ένα πολιτικά φορτισμένο ερώτημα: πρέπει οι εταιρείες που αποκομίζουν δισεκατομμύρια από τη γεωπολιτική αστάθεια να συνεισφέρουν περισσότερο ώστε να στηριχθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις που πλήττονται από τις εκρηκτικές αυξήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας;
Η πρωτοβουλία των 5
Σε κοινή επιστολή προς τον Ευρωπαίο Επίτροπο για το Κλίμα, Βόπκε Χούκστρα, οι πέντε χώρες υποστήριξαν ότι ένας φόρος υπερκερδών θα διασφάλιζε πως οι εταιρείες που ωφελούνται από τον πόλεμο «θα κάνουν το δικό τους μέρος για να ελαφρύνουν το βάρος που επωμίζεται το ευρύ κοινό». Η πρόταση στοχεύει στη δημιουργία έκτακτων εσόδων χωρίς να αναγκαστούν οι κυβερνήσεις να επιβαρύνουν περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Η πρωτοβουλία έρχεται τη στιγμή που μερικές από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές και ενεργειακές εταιρείες παγκοσμίως ανακοινώνουν εντυπωσιακά κέρδη. Αναλυτές εκτιμούν ότι, εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι μέχρι το τέλος του έτους, οι κορυφαίοι όμιλοι θα αποκομίσουν επιπλέον κέρδη ύψους 234 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι ωφελημένοι της κρίσης
Μεταξύ των βασικών ωφελημένων από την άνοδο των τιμών συγκαταλέγονται μεγάλοι παραγωγοί και εμπορικοί κολοσσοί όπως η Saudi Aramco, η Gazprom, η ExxonMobil αλλά και ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η TotalEnergies και η BP.
Η BP ανακοίνωσε πρόσφατα ότι τα κέρδη της υπερδιπλασιάστηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2026, φτάνοντας τα 3,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η TotalEnergies κέρδισε πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια μέσω κερδοσκοπικών συναλλαγών που συνδέονται με φορτία αργού πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή.
Για πολλούς Ευρωπαίους, που ήδη δοκιμάζονται από τον πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων, αυτά τα ποσά εντείνουν τις πιέσεις προς τις κυβερνήσεις για άμεση παρέμβαση.
Επιστροφή στο μοντέλο του 2022
Οι υποστηρικτές του φόρου υπερκερδών υπενθυμίζουν ως προηγούμενο τη λεγόμενη «εισφορά αλληλεγγύης» που υιοθέτησε η ΕΕ το 2022. Το έκτακτο εκείνο μέτρο επέβαλε ελάχιστο φόρο 33% στα κέρδη πετρελαϊκών και ενεργειακών εταιρειών που ξεπερνούσαν κατά περισσότερο από 20% τον μέσο όρο κερδών των προηγούμενων τεσσάρων ετών.
Ο προσωρινός φόρος απέφερε πάνω από 26 δισεκατομμύρια ευρώ, δίνοντας στις κυβερνήσεις πρόσθετους πόρους για επιδοτήσεις, επιδόματα και προγράμματα στήριξης των καταναλωτών.
Οι υποστηρικτές του μέτρου θεωρούν ότι ο μηχανισμός λειτούργησε ικανοποιητικά υπό δύσκολες συνθήκες και ότι μπορεί να προσαρμοστεί ώστε να αντιμετωπίσει τη σημερινή κρίση.
Νομικές και οικονομικές επιφυλάξεις
Παρά την αυξανόμενη πολιτική στήριξη, σημαντικά νομικά και οικονομικά εμπόδια εξακολουθούν να δυσκολεύουν την επιβολή ενός νέου πανευρωπαϊκού φόρου υπερκερδών.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το μέτρο του 2022 στηρίχθηκε σε αμφισβητήσιμη νομική βάση. Τότε, οι Βρυξέλλες αξιοποίησαν το Άρθρο 122 της Συνθήκης της ΕΕ — μια διαδικασία έκτακτης ανάγκης που επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρακάμψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να προωθήσει τη νομοθεσία μέσω του Συμβουλίου με ειδική πλειοψηφία αντί για ομοφωνία.
Αν και η διαδικασία δικαιολογήθηκε λόγω της έκτακτης ενεργειακής κρίσης, οι πολέμιοι του μέτρου προειδοποιούν ότι η επαναλαμβανόμενη χρήση τέτοιων έκτακτων εξουσιών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρότερες νομικές αμφισβητήσεις.
Ενεργειακές εταιρείες είχαν ήδη προσφύγει κατά του προηγούμενου φόρου. Η ExxonMobil κατέθεσε αγωγή κατά της ΕΕ το 2022 σε μια προσπάθεια να μπλοκάρει το μέτρο, ενώ και η εταιρεία διύλισης Klesch κινήθηκε νομικά εναντίον της εισφοράς.
Πολιτική πίεση και πρακτικές δυσκολίες
Πολιτικά, πάντως, η εικόνα της αδράνειας ίσως αποδειχθεί δύσκολα διαχειρίσιμη για τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Οι καταναλωτές σε ολόκληρη την Ευρώπη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και μεταφορών. Οι κυβερνήσεις βρίσκονται υπό πίεση να προστατεύσουν τα νοικοκυριά από τις συνέπειες μιας νέας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης, τη στιγμή που πολλές χώρες αντιμετωπίζουν ήδη υψηλό χρέος και επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η φορολόγηση των τεράστιων κερδών που προκύπτουν εν μέσω πολεμικής κρίσης διαθέτει ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό έρεισμα.
Η συζήτηση αντανακλά επίσης μια βαθύτερη ιδεολογική διαφωνία σχετικά με το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρώπη την ενεργειακή ανασφάλεια.
Οι πολέμιοι του φόρου στα υπερκέρδη προκρίνουν μακροπρόθεσμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως χαμηλότερη φορολογία επιχειρήσεων, ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων και επέκταση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας.
Οι υποστηρικτές αντιτείνουν ότι οι έκτακτες κρίσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα, ιδιαίτερα όταν οι ενεργειακές εταιρείες καταγράφουν τεράστια κέρδη που οφείλονται κυρίως σε γεωπολιτικές εξελίξεις και όχι σε καινοτομία ή παραγωγικότητα.
Η αντιπαράθεση αποτυπώνει την ένταση που βρίσκεται στον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης.
Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να επιταχύνουν τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Από την άλλη, οι βραχυπρόθεσμες ελλείψεις και η γεωπολιτική αστάθεια συνεχίζουν να αποκαλύπτουν την εξάρτηση της Ευρώπης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Αβέβαιο το επόμενο βήμα
Προς το παρόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφεύγει να στηρίξει ανοιχτά έναν νέο φόρο υπερκερδών, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη παρουσιάσει μέτρα για τη στήριξη των καταναλωτών.
Το αν οι Βρυξέλλες θα προχωρήσουν τελικά σε μια τέτοια πρωτοβουλία ίσως εξαρτηθεί από τη διάρκεια της σημερινής κρίσης — αλλά και από το αν περισσότερα κράτη-μέλη θα ενταχθούν στο μπλοκ που ζητά δράση.
Εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν υψηλές και η κοινωνική δυσαρέσκεια ενταθεί, οι πιέσεις προς την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τους Ευρωπαίους αξιωματούχους αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά.
Ωστόσο, ακόμη κι αν ενισχυθεί η πολιτική δυναμική, η δημιουργία ενός νομικά ασφαλούς και οικονομικά αποτελεσματικού φόρου υπερκερδών θα παραμείνει εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διαχείρισης της κρίσης, στην προστασία της οικονομικής σταθερότητας και στη διατήρηση των μακροπρόθεσμων κλιματικών της φιλοδοξιών.
Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε ένα ακόμη ταραχώδες κεφάλαιο της παγκόσμιας ενεργειακής πολιτικής, η συζήτηση για τη φορολόγηση των υπερκερδών ενδέχεται να εξελιχθεί σε κρίσιμη δοκιμασία για το πώς η Ένωση αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη, την ανάπτυξη και την ενεργειακή μετάβαση στο μέλλον.