Κ. Λεβογιάννης-Αγ. Γκανούτας Λεβέντης: Το ελληνικό LNG ως μια στρατηγική, και όχι υπό προϋποθέσεις προτεραιότητα
"Μια καλά συνδεδεμένη Ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, όπου η ενέργεια θα ρέει και θα διασχίζει τα σύνορα ελεύθερα, και όπου κανένα Κράτος Μέλος δε θα μένει απομονωμένο από τα Ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα, αποτελεί την προϋπόθεση για την δημιουργία μιας ανθεκτικής Ενεργειακής Ένωσης με το βλέμμα στραμμένο στην κλιματική πολιτική."
Αυτές τις λέξεις χρησιμοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην εναρκτήρια παράγραφο του δελτίου τύπου που εκδόθηκε μετά από τη συνάντηση της Κέντρο - Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρωπαϊκής Ομάδας Εργασίας Υψηλού Επιπέδου για την Συνδεσιμότητα του Αερίου (CESEC), η οποία έλαβε χώρα στο Ντουμπρόβνικ της Κροατίας στις 10 Ιουλίου.
Υπουργοί ενέργειας καθώς και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι από 15 Κράτη Μέλη της περιοχής, όπως και από τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Κοινότητας συγκεντρώθηκαν για την δεύτερη συνάντηση της CESEC. Ο σκοπός: να προτείνουν τα επόμενα βήματα για την ανάπτυξη της ενεργειακής αγοράς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και να συμφωνήσουν επί μιας σαφούς και συγκεκριμένης λίστας έργων υποδομής πρώτης προτεραιότητας. Τα κυριότερα συμπεράσματα αυτής της συνάντησης - ορόσημο έχουν ως εξής: η υπογραφή ενός Μνημονίου Κατανόησης, μια σκιαγράφηση των όρων αναφοράς της CESEC, μια λίστα με 21 προγραμματισμένα έργα, όπως και ένα ξεκάθαρα καθορισμένο Σχέδιο Δράσης που περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να κάνουν οι κυβερνήσεις, οι Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές, όσοι προωθούν τα προγραμματισμένα έργα και οι Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς.
Τα 21 προγραμματισμένα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα έχουν αξιολογηθεί και – σε διαφορετικό βαθμό – θεωρείται ότι θα αποβούν επωφελή για την περιοχή, ειδικότερα σε όρους συνεισφοράς στην ασφάλεια προσφοράς και στην προώθηση της σύνδεσης της τιμής μεταξύ των αγορών και, κατά συνέπεια, στην καθιέρωση ανταγωνιστικών τιμών χονδρικής και προσιτών τιμών για τον τελικό καταναλωτή. Αυτά θα επιτευχθούν – με πλήρη σεβασμό στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία – μέσο της δημιουργίας συστήματος αντίστροφης ροής στους ήδη υπάρχοντες αγωγούς και της κατασκευής νέων διασυνδέσεων, της εκμετάλλευσης νέων ενδογενών κοιτασμάτων, της ανάπτυξης εγκαταστάσεων επανεξαέρωσης ΥΦΑ και εγκαταστάσεων αποθήκευσης όπως και της κατασκευής του Νότιου Διαδρόμου.
Η πορεία προς τη συνάντηση του Ντουμπρόβνικ
Η συνάντηση της CESEC αναμενόταν με ανυπομονησία τόσο από την βιομηχανία ενέργειας, όσο και από τους πολιτικούς που επιθυμούν να ισχυροποιήσουν την θέση της χώρας τους στη διαρκώς μεταβαλλόμενη ενεργειακή σκακιέρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Υπό το πρίσμα της κρίσης στην Ουκρανία και της έντασης των σχέσεων μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, οι αποφάσεις της CESEC έχουν καταστεί ιδιαίτερα σημαντικές για την διατλαντική ενεργειακή συνεργασία, αμφότεροι η Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Victoria Nuland, και ο Ειδικός Απεσταλμένος και Συντονιστής Διεθνών Ενεργειακών Σχέσεων των ΗΠΑ, Amos Hochstein, ήταν παρόντες στο Ντουμπρόβνικ. Από Ελληνικής άποψης, η συνάντηση της CESEC ήταν επίσης ένα πεδίο συζητήσεων σχετικά με το μέλλον την ανάπτυξης εγκαταστάσεων ΥΦΑ στην Βόρεια Ελλάδα, καθώς είχαν διαδοθεί φήμες τις τελευταίες εβδομάδες ότι τα σχετικά με ΥΦΑ προγραμματισμένα έργα στην Ελλάδα έχουν παραμεριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Αρχικά, η Ελλάδα είχε υποβάλλει δύο προγραμματισμένα έργα ΥΦΑ για χρηματοδότηση από την ΕΕ, ένα υποστηριζόμενο από την Ελληνική κρατική εταιρία φυσικού αερίου (ΔΕΠΑ) στην Καβάλα, και ένα από την Gastrade S.A. στην Αλεξανδρούπολη. Και οι δύο παράκτιες πόλεις βρίσκονται στρατηγικά τοποθετημένες κοντά στο ήδη υπάρχον δίκτυο αγωγών στης ΔΕΣΦΑ, αλλά και κοντά στις γειτονικές χώρες. Αμφότερα τα προγραμματισμένα έργα ΥΦΑ κατέχουν μια θέση στην Ευρωπαϊκή Λίστα Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) για το 2013, γεγονός που πυροδοτεί έναν έντονο μεταξύ τους ανταγωνισμό.
Το προγραμματισμένο έργο που προτάθηκε από την ΔΕΠΑ για τον τερματικό σταθμό εισαγωγής ΥΦΑ στο Αιγαίο προβλέπονταν σύμφωνα με τη λίστα ΕΚΕ να λάβει χρηματοδότηση ύψους 252.000 Ευρώ για μελέτη σχετικά με την διαδικασία αδειοδότησης. Παρομοίως, το προγραμματισμένο έργο που προτάθηκε από την Gastrade S.A. αναγνωριστικέ ως ΕΚΕ αποσπώντας το δικαίωμα για χρηματοδότηση 1.755.000 Ευρώ για μελέτη τύπου FEED, προετοιμασία της μηχανολογικής σύμβασης και της διαδικασίας κατασκευής, αλλά και της πρόσκλησης προσφορών από ανάδοχους. Αυτά τα έργα παρέμειναν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς συμπεριελήφθησαν στην Επικοινωνία για την Στρατηγική Ενεργειακής Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Μάιο του 2014, όπου και έλαβαν περαιτέρω πολιτική στήριξη από την ΕΕ, εντασσόμενα στη λίστα ως βασικές υποδομές για την ασφάλεια προσφοράς στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ωστόσο, λόγο της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης και του αγοραστικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα, αλλά και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις δυσκολίες που συναντά η ΔΕΠΑ στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, κατατέθηκε μια πρόταση που θέλει τους χρηματοδότες των δύο προγραμματισμένων έργων να συγκεντρώνουν τους πόρους τους και να προτείνουν από κοινού την κατασκευή μιας και μοναδικής εγκατάστασης, υπό τη μορφή μιας Δημόσιας και Ιδιωτικής Συνεργασίας (ΔΙΣ).
Ένα τέτοιο εγχείρημα έχει νόημα με οικονομικούς όρους, και θα υπερκεράσει ένα σημαντικό αριθμό προκλήσεων με τις οποίες τα δύο προγραμματισμένα έργα θα έρχονταν αντιμέτωπα σε περίπτωση που επιχειρούσαν ξεχωριστά. Καταρχάς, σε περίπτωση μιας ΔΙΣ, το έργο θα κατασκευάζονταν στην Αλεξανδρούπολη και όχι στη Καβάλα - μια πόλη με έντονες περιβαλλοντικές ανησυχίες. Δεύτερον, οι οικονομικές δυσκολίες θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με την στήριξη τόσο της ΔΕΠΑ, όσο και των ιδιωτικών και Ευρωπαϊκών κεφαλαίων. Όμως, αυτή η πρόταση δε κατάφερε να εξασφαλίσει τη στήριξη του αρμόδιου Ελληνικού Υπουργείου, κυρίως λόγο του γεγονότος ότι η ιδέα μιας ΔΙΣ αντιβαίνει την πολίτικο – οικονομική ιδεολογία της υπάρχουσας ηγεσίας.
Ακολουθώντας τα συμπεράσματα της συνάντησης της CESEC είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει στρέψει την προσοχή της μακριά από την προοπτική δημιουργίας μια εγκατάστασης LNG στη Βόρεια Ελλάδα. Σε ευθεία αντιπαράθεση, η κατασκευή μιας εγκατάστασης LNG στο νησί Krk, στις Δαλματικές ακτές της Κροατίας, που συζητούνταν για δύο δεκαετίες, έχει πάρει την σφραγίδα έγκρισης ως έργο προτεραιότητας. Σε απάντηση στην Ελληνική δυσαρέσκεια για τον χαρακτηρισμό της εγκατάστασης LNG στο Βόρειο Αιγαίο ως ‘υπό προϋποθέσεις’ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τη μια τόνισε ότι η αναβάθμιση του ήδη υπάρχοντος τερματικού σταθμού LNG στη Ρεβυθούσα – που βρίσκεται κοντά στην Αθήνα – επαρκεί για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών. Και από την άλλη, η διστακτικότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δηλώσει ξεκάθαρα την υποστήριξή της για ένα νέο σταθμό LNG δύναται να ερμηνευθεί ως ακόμα μια ένδειξη των διογκούμενων διαφορών μεταξύ της ενεργειακής στρατηγικής της Αθήνας και των Βρυξελλών. Είναι εμφανές ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης που διέπει τις εντός της Ευρωζώνης διαβουλεύσεις έχει ήδη διαχυθεί και στο πεδίο της ενέργειας.
Να μην αγνοηθεί ο ρόλος της Ελλάδας στο ΥΦΑ
Παρόλα αυτά, βάση σεναρίων για την ανάπτυξη για της αγοράς φυσικού αερίου στην Νότιο – Ανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα πρόκειται - το λιγότερο - να έχει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά αερίου. Όταν αυτό συνδυάζεται με την εμπλοκή της Ελληνικής ναυτιλίας στην αγορά του LNG, τότε μπορεί κανείς άμεσα να δει τις προοπτικές, όχι μόνο από την άποψη της ενεργειακής ασφάλειας, αλλά και υπό όρους οικονομικής ανάπτυξης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και ανταγωνιστικότητας. Συγκεκριμένα, πολυάριθμες συζητήσεις έχουν λάβει χώρα αναφορικά με τη λειτουργία και την εμπορευματοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου, και για το εάν ένας εμπορικός κόμβος, είτε φυσικός, είτε εικονικός, θα δημιουργηθεί σε μια ή περισσότερες χώρες της περιοχής.
Ο ρόλος της Ελλάδας, σε αυτή την εξίσωση είναι εξασφαλισμένος, όταν πρόκειται για ΥΦΑ, λόγο του συγκριτικού της πλεονεκτήματος στην περιοχή. Η γεωγραφική της θέση της δίνει προτεραιότητα ως προορισμό για την ελαχιστοποίηση του υψηλού μεταφορικού κόστους των προερχόμενων από την Βόρεια Αφρική, Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή, φορτίων ΥΦΑ. Η χώρα έχει ήδη έναν πλήρως λειτουργικό τερματικό σταθμό που δέχεται τόσο συμβόλαια, όσο και φορτία, ενώ συγχρόνως κατέχει μια κυρίαρχη θέση στην ναυτιλιακή βιομηχανία ΥΦΑ.
Εκ προοιμίου, η χωρητικότητα ΥΦΑ που παρέχει στην Ελλάδα η Ρεβυθούσα επαρκεί για να καλύψει την εγχώρια ζήτηση για το προσεχές μέλλον. Παρόλα αυτά, ανακύπτουν σοβαρές επιπλοκές αναφορικά με το δίκτυο μεταφοράς και το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τη ροή αερίου από την Ρεβυθούσα. Ειδικότερα, τα μόρια του αερίου δε μπορούν να ταξιδέψουν από τη Ρεβυθούσα προς τον Βορά, ελλείψει ενός νέου σταθμού συμπίεσης. Επίσης, ο τερματικός σταθμός της Ρεβυθούσας συνδέεται με τον αγωγό Κούλα – Σιδηρόκαστρο, που στέλνει Ρωσικό φυσικό αέριο προς το Νότο. Για όσο χρόνο οι ρυθμιστικές δυσκολίες και η θέση της Βουλγαρίας επί του θέματος παραμένουν ασαφή, ΥΦΑ από τη Ρεβυθούσα δε μπορεί να συνεισφέρει στους στόχους της CESEC και της Ενεργειακής Ένωσης ευρύτερα.
Από την άλλη πλευρά, η σύμπραξη ΔΕΠΑ και Gastrade S.A. προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή και ταιριάζει απόλυτα στο χρονοδιάγραμμα των επερχόμενων περιφερειακών, αλλά και μεγάλων προγραμματισμένων έργων, όπως και στην ήδη υπάρχουσα υποδομή. Εν αντιθέσει με τη Κροατία, η Ελλάδα έχει ήδη ένα δίκτυο αγωγών και σχεδιασμένων διασυνδέσεων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την μεταφορά αερίου και τη διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου φυσικού αέριου, ελαχιστοποιώντας συνεπώς το συνολικά απαιτούμενο κόστος για την βελτίωση της διασύνδεσης της περιοχής. Η Κροατία από την άλλη, παρουσιάζει σοβαρή έλλειψη υποδομών για την σύνδεση του LNG με άλλες αγορές και απαιτεί σημαντικές επενδύσεις για να αναπτύξει ένα τέτοιο ενεργειακό δίκτυο. Ο Ελληνικός τερματικός σταθμός στην Αλεξανδρούπολη θα εξυπηρετήσει ευέλικτες ποσότητες LNG οι οποίες θα μπορούσαν να διοχετευτούν στο ήδη υπάρχον δίκτυο της ΔΕΣΦΑ και τον TAP – με τον οποίον οι ημερομηνίες ολοκλήρωσης είναι συνδεδεμένες. Η χωρητικότητα του TAP μπορεί να επεκταθεί από 10 σε 20bcm μετά το 2020, επομένως σε θεωρητικό επίπεδο μπορεί να μεταφέρει φυσικό αέριο από την Ελληνική εγκατάσταση ΥΦΑ στην Αλεξανδρούπολή. Επιπλέον, η συνεργασία του TAP με την διασύνδεση Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB) – που έχει από καιρό χαρακτηριστεί ως προγραμματισμένο έργο προτεραιότητας και μάλιστα με διατλαντικό ενδιαφέρον – θα προσφέρει τη δυνατότητα παροχής νέων ποσοτήτων φυσικού αερίου στη Βουλγαρία και στα υπόλοιπα Βαλκάνια. Τα ενδεχόμενα συνδυαστικής λειτουργίας μεταξύ αυτών των προγραμματισμένων έργων είναι άπειρα και το ΥΦΑ μπορεί να αποτελέσει τον κύριο εξισορρόπηση φυσικού αερίου για αυτές τις αγορές, συνεισφέροντας καθ ‘αυτόν τον τρόπο στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διαφοροποίηση της προσφοράς.
Υπάρχει μια σημαντική στρατηγική ευκαιρία η οποία ενδεχομένως να χαθεί, αν εξανεμιστεί και η στήριξη για αυτό το προγραμματισμένο έργο. Το ΥΦΑ αλλάζει το παιχνίδι στη παγκόσμια αγορά ενέργειας και η Ευρώπη είναι μια αγορά πωλητών. Γνωρίζοντας ότι μεγάλος όγκος ΥΦΑ θα πλημυρίσει την αγορά μέχρι το 2020, όταν οι ποσότητες Αμερικανικού ΥΦΑ θα υπερβούν αυτές που προέρχονται από την Βόρειο Αφρική, την Μέση Ανατολή και την Αυστραλία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη όλες τις μεταβλητές πριν επιλέξει ποια προγραμματισμένα έργα ΥΦΑ θα υποστηρίξει στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για το ΥΦΑ που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές του 2016.
Πρέπει να εφαρμοστεί μια πραγματιστική και ρεαλιστική προσέγγιση στην κατηγοριοποίηση των προγραμματισμένων έργων σε αυτά που χαρακτηρίζονται ως πρώτης προτεραιότητας και σε ‘υπό συνθήκες’. Ενώ η κατασκευή ενός ευρύτερου περιφερειακού δικτύου μπορεί να είναι ο μακροπρόθεσμος στόχος, είναι αδύνατο να αγνοηθεί ότι αυτά τα προγραμματισμένα έργα πρέπει να χρηματοδοτηθούν κυρίως από την ενεργειακή βιομηχανία βάση της εμπορικής τους βιωσιμότητας και των ευρύτερων προοπτικών που προσφέρουν. Συνεπώς, ζητήματα όπως η εφικτότητα, η χρηματοδότηση, η δυνατότητα διασύνδεσης, η ευελιξία και η κερδοφορία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που κανείς δε πρέπει να παραβλέπει.
Ο Κωνσταντίνος Λεβογιάννης είναι Επικεφαλής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ στις Βρυξέλλες και ο Δρ. Άγγελος Γκανούτας – Λεβέντης είναι Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ. Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι προσωπικές και δεν αντανακλούν τις απόψεις ολόκληρου του Φόρουμ ή των εταιριών που επί του παρόντος απασχολούν τους συγγραφείς. Ακολουθήστε το Ελληνικό Ενεργειακό Φόρουμ στο twitter: @GrEnergyForum