Η εγγενής αβεβαιότητα της αγοράς πετρελαίου και η πιθανή επανάκαμψη των τιμών
Το τελευταίο διάστημα η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί με ζωηρό ενδιαφέρον την εξέλιξη των τιμών πετρελαίου κατόπιν της πρόσφατης σημαντικής υποχώρησής τους. Αφορμή για το γεγονός αυτό αποτέλεσε η αναγγελία της πρόθεσης του ΟΠΕΚ (Οργανισμού Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγών Κρατών) για τη διατήρηση της παραγωγής σε υψηλά επίπεδα στο προσεχές μέλλον. Αν και μη δεσμευτική για τα μέλη του, η συγκεκριμένη απόφαση αποτέλεσε θρυαλλίδα χρηματιστηριακών εξελίξεων στην παγκόσμια αγορά, ενισχύοντας αισθητά τις προσδοκίες για την εμφάνιση υπερπροσφοράς αποθεμάτων πετρελαίου σε διεθνές επίπεδο.
Αρκετοί αναλυτές αποδίδουν τη συγκεκριμένη κίνηση στην προσπάθεια των κρατών-μελών του ΟΠΕΚ να προστατεύσουν το μερίδιο αγοράς που διαθέτουν στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, θυσιάζοντας συνειδητά ένα τμήμα του περιθωρίου κέρδους τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Wood Mackenzie, η τιμή πετρελαίου κάτω από την οποία καθίσταται μη οικονομική η εκμετάλλευση ενός κοιτάσματος σε χώρες του ΟΠΕΚ κυμαίνεται ενδεικτικά περί τα 32 δολάρια, έναντι 40 δολαρίων για άλλες κύριες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, 60 δολαρίων για εξορύξεις σε μεγάλα θαλάσσια βάθη και 70 δολαρίων για σχιστολιθικά κοιτάσματα. Συνεπώς, τα κράτη του ΟΠΕΚ κατέχουν την πρώτη θέση όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των πηγών τους. Παράλληλα, έχοντας υπό τον έλεγχό του ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, ο ΟΠΕΚ εκμεταλλεύεται τη δυνατότητα που διαθέτει να «χαλιναγωγεί» τα συναισθήματα των παικτών της παγκόσμια αγοράς με τις δημόσιες ανακοινώσεις του, προκαλώντας αυτή τη στιγμή υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου σε επίπεδα κάτω από τα 60 δολάρια ανά βαρέλι. Με αυτόν τον τρόπο, καθιστά σε πρώτη ματιά μη ελκυστικές τις επενδύσεις σε παράκτια κοιτάσματα υψηλού βάθους (deep water) καθώς και σε σχιστολιθικούς υδρογονάνθρακες (oil sands) κυρίως στη Βόρεια Αμερική.
Παρόλα αυτά θα ήταν ιδιαίτερα επίφοβο να στοιχηματίσει κανείς υπέρ του ενδεχόμενου διατήρησης των τιμών πετρελαίου σε τόσο χαμηλά επίπεδα για ικανό διάστημα, ώστε αυτό να λειτουργήσει τελικά αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις.
Καταρχάς, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που εξακολουθούν να ελλοχεύουν για τις χώρες του ΟΠΕΚ δεν μπορούν εύκολα να υποτιμηθούν. Αρκεί η επανεμφάνιση φαινομένων τύπου «Αραβικής Άνοιξης» για να θυμηθούμε ως καταναλωτές πόσο πολύτιμο παραμένει κάθε μόριο πετρελαίου που καταφέρνει να βρει τον δρόμο του προς την παγκόσμια αγορά. Ποιος επενδυτής άλλωστε είναι σε θέση να προεξοφλήσει την -έστω σχετική- πολιτική και κοινωνική ομαλότητα σε χώρες όπως η Λιβύη, το Ιράκ ή γενικότερα στη Μέση Ανατολή στο διηνεκές;
Επίσης είναι εξίσου δύσκολο να προεξοφλήσει κανείς πως η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα. Η παγκόσμια οικονομία παραμένει σε ρυθμούς ισχνής ανάπτυξης, επιδεικνύοντας μειωμένη διάθεση για επενδύσεις σε καθαρότερες - και αισθητά ακριβότερες - ενεργειακές πηγές. Ταυτόχρονα, τίθεται εμφανώς στο επίκεντρο εθνικών πολιτικών η βιώσιμη εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Συνεπώς, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ουσιαστικές ενδείξεις προσπάθειας άμεσης απεξάρτησης του πλανήτη από το πετρέλαιο.
Παράλληλα, οφείλουμε να συνεκτιμήσουμε και το γεγονός πως το πετρέλαιο αποτελεί σε μεγάλο βαθμό προϊόν διαπραγμάτευσης σε χρηματιστηριακές αγορές ανά τον κόσμο και συνεπώς ως τέτοιο εμφανίζει κάποια ειδικά γνωρίσματα που καθορίζουν τη διατίμησή του. Πιο συγκεκριμένα, οι χρηματιστές πετρελαίου (oil traders) αποφασίζουν πολύ συχνά τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις τους με βάση περισσότερο στατιστικές παρά φυσικές αναλύσεις της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό συνηθίζουν συχνά να θέτουν κατώτατα αριθμητικά όρια με βάση το «παράθυρο τιμών» που μελετούν. Μόλις ένα τέτοιο όριο τιμών «σπάσει», τότε συχνά παρατηρείται ένα φαινόμενο το οποίο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα «αυτοεκπληρούμενης προφητείας»: ο trader προ-καταλαμβάνει την απόφαση των υπόλοιπων παικτών της αγοράς για ρευστοποίηση των θέσεών τους, πουλώντας πρώτος το δικό του «χαρτί». Έτσι, γεννάται ένα προσωρινό αλλά εκτεταμένο φαινόμενο «χιονοστιβάδας» που συμπαρασύρει τις τιμές σε καθοδική πορεία, χωρίς απαραίτητα η συγκεκριμένη κατεύθυνση να συμβαδίζει με τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις της αγοράς.
Στην προσπάθεια διαμόρφωσης προβλέψεων είναι σημαντική επίσης η αξιολόγηση των τιμών της προθεσμιακής αγοράς του πετρελαίου - τα λεγόμενα futures. Αυτή τη στιγμή η αγορά βρίσκεται σε κατάσταση contango, δηλαδή η μελλοντική αξία μίας ποσότητας πετρελαίου είναι υψηλότερη από την αξία της ίδιας ποσότητας σήμερα. Εφόσον αυτή η κατάσταση στην αγορά διατηρηθεί για μερικούς μήνες, τότε πολλοί παραγωγοί θα αρχίσουν να μεταθέτουν χρονικά την εξόρυξη πετρελαίου από τις πηγές τους, ώστε να επιτύχουν καλύτερες τιμές πώλησης για το «προϊόν» τους στο μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, θα αρχίσουν να μειώνονται οι διαθέσιμες ποσότητες παγκοσμίως προκαλώντας παράλληλα διόρθωση των τιμών πετρελαίου προς υψηλότερα επίπεδα. Αυτός είναι ένας συνήθης τρόπος ανταπόκρισης της αγοράς σε τέτοιου είδους «σήματα». Σε μία τέτοια περίπτωση, ο ΟΠΕΚ θα χρειαστεί να αυξήσει ακόμη περισσότερο την παραγωγή του -και άρα να μεγιστοποιήσει τη ζημία των κρατών-μελών του- προκειμένου να διατηρήσει τις τιμές στα επιθυμητά γι' αυτόν επίπεδα.
Οφείλουμε, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε πως οι τιμές στις αγορές αγαθών (commodities) όπως το πετρέλαιο αντιπροσωπεύουν το αποτέλεσμα μίας πολύ σύνθετης και άκρως δυναμικής διαδικασίας, η οποία σε μεγάλο βαθμό επηρεάζεται από την αισιοδοξία και τις επιφυλάξεις -λογικές ή μη- των συμμετεχόντων. Το γεγονός αυτό αυξάνει δραματικά το εύρος των πιθανών διακυμάνσεων της τιμής και συνεπώς επιτρέπει την ανατροπή καταστάσεων που ενίοτε αντιμετωπίζονται ως παγιωμένες ή προβλέψεων για εξελίξεις που παρουσιάζονται σχεδόν ως προδιαγεγραμμένες.
* Αλέξανδρος Λαγάκος, Προέδρος του Greek Energy Forum, Αναλυτής Ενεργειακών Αγορών
(Ημερησία)