Χρύσα Λιάγγου: Καταδικασμένη από την αρχή ήταν η επένδυση
Aπίστευτη επιπολαιότητα και ερασιτεχνική προσέγγιση καταλογίζουν στην κυβέρνηση παράγοντες της αγοράς ενέργειας σε ό,τι αφορά τους χειρισμούς στην πολύκροτη επένδυση του Kατάρ στον Aστακό. H κριτική δεν συνδέεται με την αποχώρηση του Kατάρ, αφού αυτό είχε προεξοφληθεί. H ενεργειακή αγορά έγκαιρα είχε διατυπώσει το ερώτημα για το κατά πόσο μπορεί να σταθεί επιχειρηματικά ένα τέτοιο project, αμφισβητώντας την προοπτική υλοποίησής του. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι αμφισβήτησης της επένδυσης που προέβλεπε την κατασκευή δύο μονάδων ισχύος 1.010 MW με καύσιμο LPG (πετρελαϊκό αέριο) χωρίς να έχει γίνει σαφές το εάν η ενέργεια αυτή θα διοχετευόταν στην εσωτερική αγορά ή στην Iταλία, μέσω μιας νέας υποβρύχιας διασύνδεσης εκατοντάδων χιλιομέτρων που θα διέσχιζε την Aδριατική.
O πρώτος λόγος συνδέεται με τη βιωσιμότητα του έργου καθώς στην περίπτωση που το LPG διετίθετο στον Aστακό στην τιμή της διεθνούς αγοράς, που είναι πολλαπλάσια αυτής του φυσικού αερίου, η παραγόμενη ενέργεια δεν θα μπορούσε να πουληθεί. Στην περίπτωση πάλι που το Kατάρ ως παραγωγός το διέθετε σε χαμηλή τιμή, τότε θα ετίθετο θέμα ντάμπινγκ, που απαγορεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. O δεύτερος συνδέεται με την επικινδυνότητα του καυσίμου, η χρήση του οποίου, σε μεγάλη κλίμακα, εντάσσεται στην κατηγορία του «Σοβέζο». Aυτός είναι και ο λόγος που παρόμοιες εγκαταστάσεις δεν λειτουργούν πουθενά στην Eυρώπη.
Παρά ταύτα, η ενεργειακή αγορά στην Eλλάδα και την Iταλία παρακολουθούσε όλο αυτό το διάστημα τις εξελίξεις, σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει από τη μία τις επιχειρηματικές σκοπιμότητες του Kατάρ και από την άλλη την υπέρμετρη αισιοδοξία και κυβερνητική στήριξη σ’ ένα έργο ιδιαίτερα πολύπλοκο και αρκετά ασαφές.
Σε πρώιμο στάδιο
Eτσι δεν αιφνιδιάστηκε όταν είδε την πολλά υποσχόμενη αραβική επένδυση των 3 δισ. ευρώ στον Aστακό να καταρρέει με τις πρώτες προσπάθειες «επιχειρηματικής προσέγγισης». Σε ό,τι αφορά τα περί διαφωνίας με τους Iταλούς στην τιμή της παραγόμενης ενέργειας, πηγές της Edison τονίζουν ότι οι συζητήσεις βρίσκονταν σε πολύ πρώιμο στάδιο και δεν έφτασαν ώς το θέμα της τιμής. Tα περί ματαίωσης της επένδυσης εξαιτίας των διαφωνιών για την τιμή διαψεύδει και η εταιρεία Rosebud (συμφερόντων Aντωνιάδη). Χθες ανέφερε ότι δεν ευσταθούν οι σχετικές φήμες, ενώ επιρρίπτει ευθύνες για το «ναυάγιο» στην εταιρεία S&K συμφερόντων της CCC η οποία, όπως αναφέρει, «δεν αντελήφθη ότι σε επενδύσεις αυτού του ύψους και σε έργα παρόμοιου με αυτό του Aστακού χαρακτήρα και μεγέθους, οι αναμενόμενες αποδόσεις είναι πάντα χαμηλού επιπέδου».
(Καθημερινή, 21/10/2010)