Χρησμός… Πυθίας από την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής για τη νομιμότητα του “New Deal”

Χρησμός… Πυθίας από την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής για τη νομιμότητα του “New Deal”

Χρησμός… Πυθίας από την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής για τη νομιμότητα του “New Deal”
31 03 2014 | 23:29

Θέμα νομιμότητας του “New Deal” θέτει η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στο πόρισμά της επί του Πολυνομοσχεδίου που ψηφίστηκε την Κυριακή και στο οποίο περιελήφθησαν οι ρυθμίσεις για τις ΑΠΕ, χωρίς ωστόσο να δίνει σαφή απάντηση στο κατά πόσο είναι συνταγματικές ή όχι οι επίμαχες παρεμβάσεις.

Όπως ειδικότερα υποστηρίζει στην έκθεσή της η Β΄ Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, οι μειώσεις στις εγγυημένες τιμές των υφιστάμενων έργων ΑΠΕ που προβλέπει το νομοσχέδιο συνιστούν επέμβαση του νομοθέτη σε υφιστάμενες υφιστάµενες συµβατικές σχέσεις, η νομιμότητα της οποίας θα πρέπει να ελεγχθεί.

 «Παρατηρείται συναφώς ότι, στο µέτρο που οι προτεινόµενες ρυθµίσεις επιφέρουν µείωση του τιµήµατος που έχει συµφωνηθεί στο πλαίσιο σύµβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας µεταξύ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ και του εκ του νόµου µοναδικού αντισυµβαλλοµένου τους (κατά περίπτωση, Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε., Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., Δ.Ε.Η. Α.Ε.), συνιστούν επέµβαση του νοµοθέτη σε υφιστάµενες συµβατικές σχέσεις, η οποία θα πρέπει να ελεγχθεί εάν συνάδει προς την αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων (ΑΚ 361), ως ειδικότερης εκδήλωσης της αρχής της οικονοµικής και επιχειρηµατικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.)», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πόρισμα.

Ωστόσο, στη συνέχεια, η Επιτροπή, επικαλούμενη σχετική προγενέστερη δικαστική απόφαση, τονίζει ότι «νοµοθετική ρύθµιση η οποία παρεµβαίνει σε συµβατική σχέση για λόγους προστασίας της εθνικής οικονοµίας, εισάγοντας ακόµη και βλαπτική µεταβολή της για το ένα µέρος, συνιστά, κατά την ανωτέρω κρίση του Αρείου Πάγου, εξαιρετικό δίκαιο»

Αναλυτικότερα, στο σχετικό απόσπασμα του πορίσματος της Επιτροπής σημειώνεται:

«Η αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων, εκτός από την ελευθερία σύναψης ή µη σύναψης της σύµβασης και την ελευθερία επιλογής αντισυµβαλλοµένου, καθιερώνει το δικαίωµα των συµβαλλόµενων µερών να διαµορφώνουν ελευθέρως το περιεχόµενο της σύµβασης, συµπεριλαµβανοµένου του καθορισµού του καταβαλλόµενου ανταλλάγµατος, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν τον νόµο ή τα χρηστά ήθη και δεν ασκούν το δικαίωµά τους αυτό καθ’ υπέρβαση των ορίων του, όπως αυτά ιδίως διαγράφονται συµφώνως προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονοµικό του σκοπό (βλ. Μιχ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004, § 13 αρ. 5 επ., 58 επ., και Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Αθήνα, 1999, αρ. 3 επ.). «Με την ελευθερία των συµβάσεων, δεν συµβιβάζεται, καταρχήν, µεταγενέστερη επέµβαση του νοµοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία των συµβάσεων προσβάλλει τα δικαιώµατα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγµατος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης και κατά τις περιπτώσεις που ασκείται προς βλάβη της εθνικής οικονοµίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγµατος)» (ΟλΑΠ 33/2002, ΝοΒ 2003, 853 επ., ΑΠ 1465/2001, ΕλλΔνη 2003, σελ. 986, ΑΠ 808/2010, ΧρΙΔ 2011, σελ. 385 επ., ).

Εποµένως, νοµοθετική ρύθµιση η οποία παρεµβαίνει σε συµβατική σχέση για λόγους προστασίας της εθνικής οικονοµίας, εισάγοντας ακόµη και βλαπτική µεταβολή της για το ένα µέρος, συνιστά, κατά την ανωτέρω κρίση του Αρείου Πάγου, εξαιρετικό δίκαιο, το οποίο, όµως, δεν πρέπει να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας – περιοριζόµενη στο όλως αναγκαίο µέτρο – ούτε τις αρχές της ισότητας και της ασφάλειας του δικαίου (βλ. και ΣτΕ 3037/2008 Ολοµ., 3047/2006, 1909/2001 και ΑΠ 4/1998 Ολοµ.), και να λαµβάνει χώρα σε εύλογο χρόνο από τη σύναψη της σύµβασης».

Πέραν των παραπάνω, η Επιτροπή παρατηρεί ότι από τις ρυθμίσεις του “New Deal” και ειδικότερα όσον αφορά την αλλαγή των υφιστάμενων συμβάσεων, ανακύπτει ζήτημα ως προς την εναρμόνιση με τη νομοθεσία περί προστασίας δικαιωμάτων «περιουσιακής φύσεως» και κεκτηµένων οικονομικών συμφερόντων.

«Περαιτέρω, ζήτηµα ανακύπτει και ως προς την εναρµόνιση των προτεινόµενων ρυθµίσεων προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την προστασία των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και των θεµελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/1974 και έχει, συµφώνως προς το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγµατος, αυξηµένη έναντι των κοινών νόµων ισχύ, στο µέτρο που µε τις προτεινόµενες ρυθµίσεις θίγονται ενοχικά δικαιώµατα, δικαιώµατα «περιουσιακής φύσεως» και κεκτηµένα «οικονοµικά συµφέροντα» των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά πάγια δε νοµολογία, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί µόνη η υπόσταση µιας ενοχικής σύµβασης, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόµενες γι’ αυτή υπό του νόµου προϋποθέσεις (βλ. Ολ. Α.Π. 5/2011, Ολ.ΣτΕ 668/2012, σκ. 34 επ.). Επισηµαίνεται ότι η στέρηση των ενοχικών δικαιωµάτων χωρεί, κατά την ανωτέρω νοµολογία, µόνο για λόγους δηµόσιας ωφέλειας και προϋποθέτει την προηγούµενη καταβολή αποζηµίωσης», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πόρισμα της Επιτροπής.

----

Δείτε στην αριστερή στήλη ολόκληρη της Έκθεση της Επιτροπής

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM