Διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας. Οικονομική ευκαιρία ή οικονομική απειλή για τους Έλληνες ηλεκτροπαραγωγούς;
του Βασίλειου Π. Πανουσόπουλου

Διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας. Οικονομική ευκαιρία ή οικονομική απειλή για τους Έλληνες ηλεκτροπαραγωγούς;

06 07 2021 | 08:21

Σύμφωνα με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής Ε.Ε)  για την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας και την Ενεργειακή Ένωση της Ευρώπης, τα κράτη μέλη της Ε.Ε, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Οκτώβριος 2014), έχουν πολιτικά δεσμευθεί, ως ελάχιστο κοινό στόχο έως το έτος 2030, να αυξήσουν το μέγεθος των διασυνοριακών τους διασυνδέσεων με τα όμορα κράτη μέλη της ΕΕ,  στο 15% της συνολικής ονομαστικής ισχύς των εγκατεστημένων  μονάδων ηλεκτροπαραγωγής στην επικράτεια τους. 

Στο στόχο αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι διασυνοριακές διασυνδέσεις με τις όμορες χώρες των Βαλκανίων και της Ουκρανίας, μη κράτη μέλη της ΕΕ, στο πλαίσιο της συνθήκης της Ενεργειακής Κοινότητας. Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως οι διασυνοριακές διασυνδέσεις, με τρίτες χώρες (Μαρόκο, Τουρκία, Αίγυπτος, Λιβύη, Ισραήλ, Ρωσία, Λευκορωσία κ.λ.π).

Το επίπεδο διασυνοριακών Διασυνδέσεων στην Ευρώπη.

Το τρέχον επίπεδο μεταφορικής ισχύς των διασυνοριακών διασυνδέσεων των εθνικών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών του Ευρωπαϊκού Βορρά και των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου. 

Στα Βόρεια κράτη μέλη της ΕΕ, οι ικανότητες μεταφοράς των διασυνοριακών διασυνδέσεων των εθνικών δικτύων ξεπερνούν το 30% της εγκατεστημένης ισχύς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην επικράτεια τους (εξαίρεση η Πολωνία με  8%). 

Στην Κεντρική Ευρώπη, η ικανότητα μεταφορικής ισχύoς των διασυνοριακών διασυνδέσεων των κρατών μελών της ΕΕ ξεπερνά το 50%. Σε τρεις περιπτώσεις κρατών μελών της ΕΕ, η ικανότητα διασυνοριακής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας ξεπερνά την εγκατεστημένη ονομαστική ισχύ της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής στην επικράτεια τους (Λιθουανία, Σλοβενία, Κροατία). 

Αντίθετα, στις χώρες του Νότου και στις μεγάλες χώρες της ΕΕ,  οι διασυνοριακές διασυνδέσεις με δυσκολία καλύπτουν το 15% τα εγκατεστημένης ισχύς ηλεκτροπαραγωγής στην επικράτεια τους. Ειδικότερα,  η Ιταλία  καλύπτει το 10%, η Γαλλία το 12%, η Γερμανία το 13% και, η Ισπανία το 6% (στοιχεία European Commission και ENTSO-E 2020).

Υπογραμμίζουμε ότι για να υπάρξει στην πράξη  η πλήρης ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας,  η μεταφορική ικανότητα των διασυνοριακών διασυνδέσεων των εθνικών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των χωρών της ΕΕ, θα πρέπει να είναι ίση με τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ. Η παραμικρή πρόσθεση ισχύoς στο εθνικό σύστημα μεταφοράς των κρατών μελών θα έπρεπε να προστίθεται και στο Ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς, με τις διασυνοριακές διασυνδέσεις των κρατών μελών να  δίδουν στη νέα προστιθέμενη ισχύ, άμεση πρόσβαση και στο Ευρωπαϊκό δίκτυο.

Διασυνοριακές διασυνδέσεις και η Ελλάδα.

Την παρούσα περίοδο (2021), η ονομαστική δυναμικότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των Ελληνικών διασυνοριακών διασυνδέσεων, δεν ξεπερνά το 11% της συνολικής εγκατεστημένης ονομαστικής ισχύoς των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, στην Ελληνική επικράτεια   (Δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης 2021- 2030 ΑΔΜΗΕ 2021, Δημοσιευμένο Προσχέδιο).  

Συνεπώς, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι δεν θα υπάρξει, περαιτέρω αύξηση της εγκατεστημένης ονομαστικής ισχύoς ηλεκτροπαραγωγής στην ελληνική επικράτεια τα επόμενα χρόνια (σ.σ. θα υπάρξει),  για να ικανοποιηθούν οι πολιτικές δεσμεύσεις της ελληνικής πολιτείας προς την ΕΕ,  θα πρέπει να υπάρξει μια αύξηση της τάξεως του 27%  στη μεταφορική ικανότητα (ισχύ) των ελληνικών διασυνοριακών διασυνδέσεων, στην τρέχουσα δεκαετία.  Αυτό μεταφράζεται αυτόματα, σε αύξηση της ικανότητας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των διασυνοριακών διασυνδέσεων της Ελλάδας, κατά 840MW. 

Με την αναμενόμενη κατασκευή νέων  μονάδων ηλεκτροπαραγωγής στην ελληνική επικράτεια (ΑΠΕ και φυσικού αερίου), θα πρέπει να αναμένεται περαιτέρω αύξηση της ικανότητας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των Ελληνικών διασυνοριακών διασυνδέσεων.  

Καθώς, η κατασκευή νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής θα προχωρά και, νέες μονάδες θα τίθεται σε λειτουργία στο εθνικό σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ανάλογη αύξηση (κατά 15% της νέας εγκατεστημένης ισχύoς), θα απαιτείται και στη δυναμικότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στις ελληνικές διασυνοριακές διασυνδέσεις. Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτηθεί η κατασκευή νέων ελληνικών διασυνοριακών διασυνδέσεων  ή/και η  περαιτέρω αναβάθμιση των υπαρχόντων, πέραν των 840MW που είναι ο αρχικός υπολογισμένος στόχος. Το συνολικό μέγεθος υπολογίζεται (προσωπική εκτίμηση) στα 2.340MW.

Τα τρία κύρια έργα που έχουν ήδη αποφασιστεί από την Ελλάδα και έχουν εγκριθεί από τη ΕΕ : η δεύτερη διασύνδεση της Ελλάδας με τη Βουλγαρία (η αποκαλούμενη διασύνδεση Maritsa 600MW), η διασύνδεση με την Κύπρο (1000MW) και η νέα διασύνδεση ή αναβάθμιση της υπάρχουσας διασύνδεσης με την Ιταλία (500MW), αναμένεται να καλύψουν μερικώς το απαιτούμενο μέγεθος των 2.340 MW. 

Η Αύξηση του Ευρωπαϊκού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας.

Με την αύξηση της εγκατεστημένης ισχύoς στην ελληνική επικράτεια και με δεδομένη  τη δέσμευση της ελληνικής πολιτείας για αύξηση της ικανότητας μεταφοράς των διασυνοριακών διασυνδέσεων από το 11% στο 15% της εγκατεστημένης ισχύoς, θα αυξηθούν περαιτέρω οι εμπορικές συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας.

Αν θεωρεί ο οιοσδήποτε ότι το τρέχον 11% της ικανότητας μεταφοράς των Ελληνικών διασυνοριακών διασυνδέσεων μικρό ως ποσοστό της ήδη εγκατεστημένης ισχύoς ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα, υπενθυμίζω ότι με αυτό το 11%, οι Ελληνικές διασυνοριακές διασυνδέσεις μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας κάλυψαν (δηλαδή, οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας), το 21% της συνολικής ελληνικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας , το έτος 2020 και το 24% το έτος 2019.   Η αναμενόμενη αύξηση της ισχύoς  των Ελληνικών διασυνοριακών διασυνδέσεων  πιθανόν θα είναι ικανή να καλύψει άνω του 30% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, μετά το έτος 2030.

Αύξηση των Εισαγωγών ή των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας;

Με δεδομένο ότι η Ελλάδα διαθέτει, την παρούσα χρονική περίοδο,  την  ακριβότερη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης (στοιχεία: Παρατηρητήριο τιμών ενέργειας ΕΕ 2021) , αναμένεται σημαντική αύξηση των  εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από τις όμορες χώρες, (κάτι που έχει ξεκινήσει ήδη να συμβαίνει), θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα πολλών εγχώριων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.  

Ποια οφείλει να είναι η αντίδραση των Ελλήνων ηλεκτροπαραγωγών στο νέο υπό διαμόρφωση ανταγωνιστικό περιβάλλον;  προσαρμογή και μείωση του κόστους λειτουργίας; λήψη προστατευτικών  μέτρων αποφυγής της αύξησης του Διεθνούς (Ευρωπαϊκού) εμπορίου;  

Ποια θα πρέπει να είναι η αντίδραση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών; Είναι αυτή η προβλεπόμενη κατάσταση μη αναστρέψιμη;  

Διαθέτει η Ελλάδα συγκριτικό πλεονέκτημα  στην ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας;

Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας το σύνολο των όμορων κρατών της Ελλάδας, μαζί με την Ιταλία, έχουν σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα ανάπτυξης του εμπορίου (των εξαγωγών τους),  ηλεκτρικής ενέργειας έναντι της Ελλάδας. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η Βουλγαρία χρησιμοποιεί και τη διασυνοριακή διασύνδεση Σκοπίων (ΒΜακ.) -Ελλάδας για να εξάγει ηλεκτρική ενέργεια προς την Ελλάδα.

Το συγκριτικό πλεονέκτημα που διαθέτουν οι Βαλκανικές χώρες έναντι της Ελλάδας και ειδικά η Βουλγαρία οφείλεται σε τρία βασικά στοιχεία α) στις ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες με χρήση άνθρακα και λιγνίτη, τις οποίες δεν έχει  σταματήσει ή έστω περιορίσει να χρησιμοποιεί η Βουλγαρία, β) στις  πυρηνικές μονάδες οι οποίες διαθέτει η Βουλγαρία (και η Ρουμανία)  και έχουν πλήρως αποσβέσει το κόστος επένδυσης γεγονός που τους δίδει την ευκαιρία να παράγουν σε χαμηλές τιμές, και γ) οι συμφωνίες που έχει επιτύχει η Βουλγαρία,  λόγω της ιδιαίτερης σχέσης που έχει με τη Ρωσία, για χαμηλή τιμή εισαγωγής του Ρωσικού φυσικού αερίου.

 Όμως τα τρία συγκριτικά πλεονεκτήματα της Βουλγαρίας αναμένεται να περιοριστούν στο μέλλον. Η Βουλγαρία μέχρι και σήμερα, δεν έχει καταθέσει  ως όφειλε, εθνικό σχέδιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την απόσυρση των μονάδων  ηλεκτροπαραγωγής της με χρήση άνθρακα,  γεγονός που θα κάνει την περαιτέρω παραγωγή και εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της προς τρίτες χώρες υψηλότερου κόστους καθώς οι τιμές εκπομπών ρύπων θα συνεχίσουν να αυξάνονται. 

Επιπλέον, οι προνομιακές τιμές που έχει επιτύχει η Βουλγαρία από την Ρωσική πλευρά για την αγορά Ρωσικού φυσικού αερίου, δεν είναι ικανές να ανταγωνιστούν τις τιμές που δίδουν οι Αμερικάνικες εταιρίες εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου συμπεριλαμβανομένου του  κόστους μεταφοράς (συνήθως αν όχι αποκλειστικά με Ελληνικά πλοία η πλοία ελληνικών συμφερόντων). Καθώς σιγά σιγά θα προστίθεται και άλλοι παραγωγοί - φυσικού αερίου (Κατάρ, Αίγυπτος, Ισραήλ, Αζερμπαϊτζάν κλπ), στις ελληνικές εισαγωγές, το προνομιακό πλεονέκτημα της Βουλγαρίας θα περιορίζεται. 

Αρκεί ένας αλγόριθμος να φέρει την άνοιξη στο διεθνές εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ;

Η αποκαλούμενη σύζευξη των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, που λειτούργησε για πρώτη φορά για την Ελλάδα το  Δεκέμβριο του 2020 (για την προ ημερήσια αγορά Ελλάδας - Ιταλίας), θεωρητικά δίδει τη δυνατότητα ελεύθερης ανάπτυξης του εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας με το σύνολο των εθνικών αγορών της ΕΕ. Στην πράξη όμως, τα εμπόδια παραμένουν.

Τεχνικά Εμπόδια που σχετίζονται με τις υπάρχουσες υποδομές δηλαδή με την Ικανότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των διασυνοριακών διασυνδέσεων αλλά και την ικανότητα μεταφοράς των διασυνδέσεων των διαδοχικών γεωγραφικών ζωνών ελεύθερης εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των χωρών και εντός των χωρών (βλέπε την περίπτωση της Ιταλίας) οι οποίες «παρεμβάλλονται» μεταξύ της Ελληνικής αγοράς και των χωρών της Κεντρικής και της  Δυτικής Ευρώπης, περιορίζουν τις δυνατότητες εμπορίου. 

Οι περισσότερες χώρες έχουν καθορίσει ως ενιαίες ελεύθερες ζώνες κατανομής και εμπορίας ενέργειας το σύνολο της επικράτειας τους. Όχι όμως η Ιταλία. Η Ιταλία είναι η μοναδική χώρα της Ευρώπης που έχει διαιρέσει τη γεωγραφική της επικράτεια σε 6 ελεύθερες ζώνες εμπορίας και μεταφοράς ενέργειας. Μεταξύ των 6 ζωνών της απαιτείται η πραγματοποίηση δημοπρασιών για την αγορά δικαιωμάτων μεταφοράς.  Από ότι φαίνεται με αυτό τον τρόπο η Ιταλία συνεχίζει να υποστηρίζει ως μοντέλο ανάπτυξης, στον ενεργειακό της κλάδο, τη γεωγραφική κατανομή της εσωτερικής της αγοράς ενέργειας (και στο φυσικό αέριο και στον ηλεκτρισμό).  Έτσι ακόμη κα με τη σύζευξη των αγορών είναι δύσκολο η Ελλάδα να εισάγει από και, να εξάγει προς τις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Άλλες χώρες διατηρούν δύο ή περισσότερες ελεύθερες ζώνες μεταφοράς και εμπορίας ενέργειας  (Γερμανία) αλλά οι ζώνες αυτές είναι διασυνοριακές, περιλαμβάνουν δηλαδή περιφέρειες όμορων κρατών (π.χ. Νότια Γερμανία με Β. Αυστρία).  Δυστυχώς, μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει ζητήσει από την Ιταλία τη δημιουργία ανοιχτού διαδρόμου στο σύνολο της Ιταλικής επικράτειας για το δικό της εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας. Μια δεύτερη λύση που θα μπορούσε η Ελλάδα να προωθήσει θα ήταν η κατασκευή υποθαλάσσιας διασύνδεσης της Ελλάδας στην Ανδριατική θάλασσα που θα συνδέει άμεσα την Ελλάδα με την Βόρεια Ιταλία και τις υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Συμπερασματικά, 

Το Ελληνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα δεσμεύεται ότι το 2030 το 64% της συνολικής ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας θα προέρχεται από ΑΠΕ. Το  σχέδιο δεν καθορίζει περαιτέρω στόχους, αν αυτή η παραγωγή που θα καλύπτει την κατανάλωση θα είναι ικανή να εμπορευθεί από και προς τις άλλες Ευρωπαϊκές αγορές. Την παρούσα περίοδο το 24% της ελληνικής κατανάλωσης καλύπτεται από εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας λόγω των ανταγωνιστικών τιμών που δίδουν οι παραγωγοί των άλλων χωρών στην ελληνική χονδρική αγορά ενέργειας. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση επιδότηση της τιμής των ΑΠΕ και καθορισμός ημερήσιων τιμών από τις τιμές που δίδουν οι εγχώριες συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής  τότε κινδυνεύουν τόσο οι εγχώριοι παραγωγοί ΑΠΕ όσο και οι εγχώριοι παραγωγοί συμβατικών μονάδων να δουν την παραγωγή τους να φθίνει.

Οι Έλληνες ηλεκτροπαραγωγοί οφείλουν να αναζητήσουν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα στο διασυνοριακό ευρωπαϊκό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας και ως επακόλουθο το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα  έναντι των ηλεκτροπαραγωγών των άλλων κρατών μελών. Οφείλουν να περιορίσουν το κόστος παραγωγής τους αναζητώντας φθηνότερους προμηθευτές καυσίμου. Επίσης οφείλουν να αναζητήσουν ισχυρές συμμαχίες, εντός και εκτός ΕΕ, για ανταγωνιστικές επενδύσεις εντός της Ελληνικής επικράτειας. Οι Δημόσιες αρχές οφείλουν από την πλευρά τους να επιλέγουν αξιόπιστους επενδυτές οι οποίοι στοχεύουν πράγματι να πραγματοποιήσουν επενδύσεις και δεν σκέπτονται στρατηγικά ανακοινώνοντας επενδύσεις με σκοπό απλώς να μπλοκάρουν παρόμοιες προσπάθειες. Αυτό σημαίνει ότι, όταν υπολογίζουν το κόστος του έργου και την κερδοφορία των επενδύσεων τους (Levelized cost of energy) οφείλουν να έχουν υπόψη τους τις διεθνείς εξελίξεις του κόστους νέων έργων ΑΠΕ στην Ευρώπη και το κόσμο και να αναζητούν την ελάχιστη δυνατή στήριξη για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν τον ανταγωνισμό.

Η άμεση προσαρμογή του εγχώριου κόστους ηλεκτροπαραγωγής  θα πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητα  τόσο των συμβατικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής όσο και των μονάδων ΑΠΕ στην Ελλάδα. Διότι το ζητούμενο δεν είναι (μόνο) η διάσωση της ελληνικής παραγωγής αλλά η διασφάλιση της παροχής ενέργειας σε χαμηλές τιμές για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας των εγχώριων επιχειρήσεων, τη μείωση του κόστους ζωής για τα Ελληνικά νοικοκυριά , για την κοινωνική ευημερία και την απασχόληση. 

Οι στόχοι για το 2030 απαιτούν την αύξηση των διασυνοριακών διασυνδέσεων των κρατών μελών της ΕΕ, στο ελάχιστο στο 15% της εγκατεστημένης ισχύoς ηλεκτροπαραγωγής στην επικράτεια τους.  Έτσι κάθε αύξηση της εγκατεστημένης ισχύoς θα οδηγεί αυτόματα και σε αύξηση της ισχύoς μεταφοράς των διασυνοριακών διασυνδέσεων κατά 15% του μεγέθους της νέας εγκατεστημένης ισχύoς ηλεκτροπαραγωγής.  Ο στόχος του 15% αφορά αποκλειστικά διασυνοριακές διασυνδέσεις με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ και της Ενεργειακής κοινότητας, όχι τρίτες χώρες (π.χ. Αίγυπτος, Τουρκία, Λιβύη, Ισραήλ, Ρωσία Λευκορωσία κ.λ.π). 

Λαμβάνοντας υπόψη τη δέσμευση των κρατών για ηλεκτροπαραγωγή κυρίως από ΑΠΕ, το διασυνοριακό εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ θα είναι κυρίως ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ. Αυτό σημαίνει επαναπροσδιορισμό και στη διαχείριση των ΑΠΕ και την αναγκαιότητα κατάργησης της τιμολογιακής πολιτικής και προστασίας που κομίζουν μέχρι σήμερα. Το τρέχον καθεστώς στήριξης των ΑΠΕ δεν συμβαδίζει με τις βασικές αρχές του διεθνούς εμπορίου και θα πρέπει κάποια στιγμή να καταργηθεί. 

*O Βασίλειος Π. Πανουσόπουλος (1971), είναι Οικονομολόγος – Διεθνολόγος, Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό της Δημόσιας διοίκησης (ΕΕΠ), στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ). Οι απόψεις που εκφράζει είναι αποκλειστικά προσωπικές.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM