Από το 2021 τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία εστιάζουν στο υδρογόνο – Τι απαιτείται σε εθνικό και ρυθμιστικό επίπεδο
Το υδρογόνο εμφανίζει σημαντικές προκλήσεις αλλά και ισχυρή δυναμική, υπογράμμισε χθες η Νεκταρία Καρακατσάνη, στέλεχος της ΡΑΕ, από το βήμα του Climate Change Conference.
Το υδρογόνο μπορεί να αποδειχθεί ένα βασικό εργαλείο απανθρακοποίησης για τομείς όπου η ηλέκτριση δεν είναι εφαρμόσιμη. Μπορεί να μετασχηματίσει τις υποδομές φυσικού αερίου, την αποθήκευση ενέργειας, τον κτιριακό τομέα, τις βιομηχανικές διεργασίες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας (π.χ. αμμωνία, χάλυβας), αλλά και τις μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, όπως σιδηροδρομικές και οδικές με βαρέα οχήματα.
Σε δεύτερο επίπεδο, μπορεί να αξιοποιηθεί στη ναυτιλία και τις αερομεταφορές, όπου τα βιοκαύσιμα ήδη εμφανίζουν αξιόλογη δυναμική. Τα πιλοτικά έργα και τα ευρωπαϊκά προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτή την περίοδο είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, και σύντομα οι πρακτικές τους θα υιοθετηθούν και σε άλλες χώρες.
Επιπλέον, το υδρογόνο μπορεί να αποτελέσει μια διέξοδο, μια πρόσθετη χρηματορροή για τις ΑΠΕ, σε μια περίοδο που τα καθεστώτα στήριξης βαίνουν προς κατάργηση και οι ΑΠΕ εντάσσονται πλήρως στις απαιτήσεις των ενεργειακών αγορών.
Στη χώρα μας, το υδρογόνο αποκτά πρόσθετη διάσταση, καθώς συνδέεται με τη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών αλλά και τη βιωσιμότητα νέων υποδομών φυσικού αερίου, επηρεάζοντας και τις προοπτικές τους για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Σε παγκόσμια κλίμακα, το υδρογόνο θα αναδείξει νέες γεωπολιτικές ισορροπίες, συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και αναδεικνύοντας χώρες που θα αποτελέσουν κόμβους εξαγωγών
Οι τεχνικές, οικονομικές και θεσμικές προκλήσεις που πρέπει να επιλυθούν είναι πολλαπλές και σημαντικές. Όμως αναπτύσσεται ισχυρή δυναμική και υφίσταται ήδη μια στέρεη βάση. Τον Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την ευρωπαϊκή στρατηγική για το υδρογόνο θέτοντας συγκεκριμένους στόχους για την εγκατάσταση υποδομών ηλεκτρόλυσης (ισχύος 6 GW έως το 2025 και 40 GW έως το 2030 έναντι 1 GW σήμερα) και την παραγωγή ανανεώσιμου υδρογόνου (1 εκατ. τόνους ως το 2025 και 10 εκατ. τόνους έως το 2030), που αυτή τη στιγμή δεν υπερβαίνει το 4% παγκοσμίως.
Παράλληλα, η ΕΕ εξέφρασε τη στήριξη της προς το υδρογόνο που προέρχεται από ορυκτά καύσιμα, εφόσον όμως είναι χαμηλών ρύπων (με δέσμευση άνθρακα ή πυρόλυση), και για ένα μεταβατικό διάστημα, μέχρι να καταστεί ανταγωνιστικό το ανανεώσιμο υδρογόνο.
Αυτό που τώρα χρειάζεται είναι συντονισμένη δράση, τόνισε η κ. Καρακατσάνη, σε τρία επίπεδα:
Πρώτον, τα κράτη μέλη πρέπει να προσδιορίσουν τα σχήματα στήριξης, ώστε να καλυφθεί το χρηματοοικονομικό κενό, και να εισάγουν μηχανισμούς κινήτρων, ώστε να ενισχυθεί η ζήτηση υδρογόνου (ιδίως από τη βιομηχανία ή συνδυασμούς διυλιστηρίων με σιδηροδρομικές και θαλάσσιες μεταφορές).
Δεύτερον, οι ρυθμιστές πρέπει να καθορίσουν σαφή πλαίσια, ώστε να προσαρμοστούν οι υφιστάμενες υποδομές φυσικού αερίου ή να δημιουργηθούν νέες, να προσδιοριστούν οι όροι και προϋποθέσεις αδειοδότησης, και να αποτυπωθεί η αξία νέων υπηρεσιών σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Είναι ενδεικτικό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενθαρρύνει τους Διαχειριστές Δικτύων να αναπτύξουν πιλοτικές εφαρμογές υδρογόνου, αλλά, όπως και στην αποθήκευση ενέργειας, θεωρεί ότι ισχύει η αρχή του unbundling και ότι οι ανεξάρτητοι Διαχειριστές δεν μπορούν να εμπλακούν στην παραγωγή υδρογόνου, παρά μόνο αν αποτύχει η αγορά και κατόπιν ρυθμιστικής έγκρισης.
Τρίτον, καθοριστικός παράγοντας είναι η καινοτομία. Χρειάζεται ισχυρή χρηματοδότηση για να επιφέρει τις επιθυμητές λύσεις χαμηλού κόστους και τις αναγκαίες συνέργειες μεταξύ τομέων. Πολλές διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη και από τις αρχές του 2021, τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία θα εστιάσουν στο υδρογόνο σε εντυπωσιακό βαθμό.