Αντ. Κοντολέων: Η ελληνική βιομηχανία να μη γίνει Ιφιγένεια στο βωμό σκοπιμοτήτων
Τη δεκαετία του 60, όταν συντελέστηκε το περίφημο θαύμα της ελληνικής οικονομίας, η ελληνική βιομηχανία αποτέλεσε την ατμομηχανή και τον κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης. Για να συμβεί αυτό όμως, χρειάστηκε να τεθούν γερές βιομηχανικές βάσεις, ισχυρά θεμέλια μέσω της φθηνής ενέργειας από Λιγνίτες και Μεγάλα Υδροηλεκτρικά. Και το αντίστροφο. Η κατασκευή των Μεγάλων Υδροηλεκτρικών( Υ/Η) και των πρώτων Λιγνιτικών Σταθμών κατέστη εφικτή ακριβώς επειδή υπήρχαν τα εγγυημένα μεγάλα φορτία κατανάλωσης από τη βαριά βιομηχανία. Για όσους δεν το γνωρίζουν κατά τη δεκαετία του 60 η κατανάλωση των μεγάλων βιομηχανιών Υψηλής Τάσης έφθανε το 30% της κατανάλωσης της χώρας (όταν σήμερα βρίσκεται στο 12,5%).
Μισό αιώνα μετά και η ελληνική οικονομία αναζητά εκ νέου μια επανεκκίνηση, μια νέα ώθηση όπως τη δεκαετία του 60, που υγιείς και βιώσιμες βάσεις, που θα δημιουργεί προϋποθέσεις ουσιαστικής ανάπτυξης όπως η αύξηση των εξαγωγών, η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων και η δημιουργία νέων μόνιμων θέσεων εργασίας. Με απλά λόγια η ελληνική οικονομία αναζητεί τη χαμένη της παραγωγική ταυτότητα.
Και εάν θέλει να την ξαναβρεί δεν αρκούν ημίμετρα ή προσωρινές λύσεις.
Ας θυμηθούμε ότι ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχοντας εμμέσως παραδεχθεί ότι τα προηγούμενα χρόνια αδράνησε, έχει πλέον θέσει στο επίκεντρο της αναπτυξιακής της πολιτικής τη βιομηχανία. Όμως για να ξεκινήσουν ξανά οι σταματημένες γραμμές παραγωγής, δεν αρκούν ευχολόγια. Απαιτείται δομημένη στρατηγική και σχεδιασμός, όχι αποσπασματικά ημίμετρα, αλλά μια συνεπής και σταθερή βιομηχανική πολιτική.
Και όπως συνέβη τις προηγούμενες δεκαετίες στη χώρα μας έτσι και σήμερα, η σταθερή βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί μια βιομηχανική αναγέννηση είναι η μείωση του ενεργειακού κόστους.
Το πρόβλημα
Πως όμως μπορούμε να μιλάμε για μακροπρόθεσμη στρατηγική, πχ για την ηλεκτρική ενέργεια, όταν αρνούμαστε να δούμε την καρδιά του προβλήματος; Πλέον είναι σαφές ότι εάν θέλουμε χαμηλά ενεργειακά κόστη που θα τροφοδοτήσουν την οικονομική ανάπτυξη, πρέπει να κινηθούμε στην κατεύθυνση του επαναπροσδιορισμού του ενεργειακού μείγματος και της αλλαγής του σημερινού ατελέσφορου και αντιοικονομικού μοντέλου αγοράς.
Τι συμβαίνει στην πράξη;
Το εντελώς αντίθετο, αφού όπως δείχνουν τα στοιχεία η ετήσια παραγωγή των λιγνιτικών σταθμών εμφανίζει τα τελευταία χρόνια μείωση που ξεπερνά σε ποσοστό το 17%. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: από 27.500 GWh λιγνιτική παραγωγή το 2012, το 2013 έπεσε στις 23.231 GWh και το 2014 στις 22.709 Gwh.
Και όχι μόνο αυτό. Η πορεία συρρίκνωσης συνεχίστηκε ακόμη και μετά την κατάργηση των προσωρινών μεταβατικών μέτρων (ΜΑΜΚ , κανόνας 30%), που περιόρισαν σημαντικά τη συμμετοχή των ανεξάρτητων μονάδων με καύσιμο το φυσικό αέριο. Όμως αντί να αυξηθεί η λιγνιτική παραγωγή, αυξήθηκαν οι εισαγωγές και η παραγωγή αερίου της ΔΕΗ, η οποία σημειωτέον εμφανίζει σταθερά υψηλό κόστος διαχείρισης των λιγνιτών της, παρά τη σημαντική μείωση της λιγνιτικής παραγωγής. Αδιέξοδο!
Και εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και κάτι άλλο σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της ΔΕΗ. Αντί ο κυρίαρχος παίκτης της αγοράς να εκμεταλλευτεί την θετική συγκυρία που δημιουργήθηκε και να μειώσει τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά κινήθηκε στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ποια είναι αυτή η θετική συγκυρία; Αφενός η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος των ιδιωτών παραγωγών για συμμετοχή στην αγορά και αφετέρου ο πενταπλασιασμός τα 3 τελευταία χρόνια της φθηνής ενέργειας που παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές. Η ΔΕΗ λοιπόν επέλεξε την εύκολη λύση της αύξησης των χονδρεμπορικών τιμών, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο όφελος της εξοικονόμησης από τις πρόσφατες θεσμικές αλλαγές (περίπου 240 εκ. Ευρώ) αντί να πάει στη μείωση του κόστους για τον τελικό καταναλωτή, κατέληξε στους μεσάζοντες των εισαγωγών. Αρκεί μόνο να σημειώσουμε ότι ο όγκος των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας πενταπλασιάστηκε και φτάσαμε στο παράλογο σημείο οι εισαγωγές αντί να μειώνουν τα φορτία στην αιχμή να υποκαθιστούν φορτία βάσης!
Ανταγωνισμός vs Ελληνική αγορά
Όμως τα όσα συμβαίνουν απλά έρχονται να αποδείξουν για ακόμη μια φορά ότι τα μονοπώλια δεν μπορούν να πιεστούν για να έχουν οικονομικότερη και αποδοτικότερη λειτουργία. Στα μονοπώλια τα κόστη φουσκώνουν αφού κυριαρχεί η λογική του passthrough: στο τέλος θα πληρώσει ο καταναλωτής.
Αντίθετα στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας όπου δραστηριοποιούνται οι ανταγωνιστές της ελληνικής βιομηχανίας, υπάρχει ελεύθερος ανταγωνισμός, με δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα διαθέσιμα ενεργειακά προϊόντα. Αποτέλεσμα; Οι τιμές στην ημερήσια αγορά (spot) κυμαίνονται κάτω από τα 40 Ευρώ/MWh ενώ υπάρχουν με μεγάλες ευκαιρίες ευελιξίας όπως πχ οι εισαγωγές που βασίζονται σε διμερή συμβόλαια.
Και βέβαια πρέπει να σημειώσουμε και ένα ακόμη παράδοξο του ελληνικού συστήματος: στην ελληνική αγορά οι αρμόδιοι φορείς, με πρώτη τη ΡΑΕ, έχουν με τη στάση τους εξελιχθεί σε παράμετρους του προβλήματος, αποφεύγοντας επί μακρόν να λάβουν μέτρα στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας πραγματικά ανταγωνιστικής και ελεύθερης αγοράς. Αντίθετα κατέφυγαν με ιδιαίτερη σπουδή σε μέτρα που με το πρόσχημα της δημιουργίας κατ΄επίφαση ανταγωνισμού, αύξησαν τα κόστη για τους καταναλωτές .
Στρατηγική λιγνίτη
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι πως μπορούμε σήμερα να σταματήσουμε τη φθίνουσα πορεία της λιγνιτικής παραγωγής που με μαθηματική βεβαιότητα οδηγεί σε αύξηση του ενεργειακού κόστους. Η αλήθεια είναι ότι εάν υπάρχει βούληση τα πράγματα είναι σχετικά απλά.
Για παράδειγμα, ένα ζωτικής σημασίας κομμάτι του προβλήματος αφορά στις περίφημες αποσύρσεις λιγνιτικών μονάδων που έχουν προγραμματιστεί για τα επόμενα χρόνια. Οι αποσύρσεις υπολείπονται των νέων επενδύσεων και αυτό σημαίνει ότι η λιγνιτική παραγωγή, οδηγείται σε περαιτέρω ύφεση. Σε αυτήν την κατεύθυνση λοιπόν, είναι κρίσιμο να αποφασιστεί η άμεση ενίσχυση της λιγνιτικής παραγωγής. Η αρχή πρέπει να γίνει με την αναβάθμιση τουλάχιστον έξι λιγνιτικών μονάδων που προβλέπεται τα επόμενα χρόνια (2016-2019) να έχουν μειωμένες ώρες λειτουργίας και στη συνέχεια (2020) να κλείσουν. Ο λόγος για τις μονάδες της Καρδιάς και του Αμύνταιου, για τις οποίες πλέον υπάρχουν ώριμες τεχνολογίες που με πολύ μικρή δαπάνη μπορούν να λύσουν λύνουν το πρόβλημα της πρόωρης απόσυρσης. Η κίνηση είναι αναγκαία για τον πρόσθετο λόγο ότι είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος καθυστέρησης στην υλοποίηση νέων μονάδων, στις οποίες μάλιστα θα επενδυθούν πολύ περισσότερα κεφάλαια.
Εκτός όμως από την λιγνιτική παραγωγή η ΔΕΗ είναι απαραίτητο να ασχοληθεί σοβαρά και με τα ορυχεία της. Απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις αλλά και νέο τεχνικό προσωπικό ώστε να σταματήσει η φθίνουσα πορεία και να επανέλθει η λειτουργία των ορυχείων σε στοιχειωδώς ανεκτά επίπεδα απόδοσης.
Η θέση της βιομηχανίας
Συμπερασματικά, στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία, το αίτημα της βιομηχανίας για ελεύθερη, ανταγωνιστική, αποδοτική και χαμηλού κόστους ενεργειακή αγορά παραμένει επίκαιρο και ισχυρό. Η αγορά δεν αντέχει άλλα πισωγυρίσματα. Πρέπει να ληφθούν αποφάσεις εδώ και τώρα.
Η Ελληνική βιομηχανία δίνει, την τελευταία πενταετία της κρίσης, μια δύσκολη και άνιση μάχη. Για να επιβιώσει στράφηκε σε προσωρινές λύσεις ανάγκης όπως οι εξαγωγές. Οι οποίες όμως έχουν ημερομηνία λήξης, καθώς το ελληνικό ενεργειακό κόστος ήταν και παραμένει σημαντικά υψηλότερο συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από τους ιθύνοντες είναι εάν η ελληνική οικονομία αντέχει νέες απώλειες. Τα στοιχεία είναι γνωστά. Η συμβολή της βιομηχανίας μας στο ΑΕΠ της χώρας είναι μόλις 9% όταν το ίδιο ποσοστό για την Ευρωπαϊκή βιομηχανία είναι 15,1% και ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2020 είναι 20%.
Εν κατακλείδι, πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλες τις πλευρές ότι η ελληνική βιομηχανία δεν μπορεί να θυσιαστεί ως Ιφιγένεια στο βωμό σκοπιμοτήτων. Το διακύβευμα είναι εξαιρετικά κρίσιμο όπως και οι στιγμές που διανύουμε...
* του Αντώνη Κοντολέοντος, Μέλους του προεδρείου της ΕΒΙΚΕΝ
(το άρθρο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2015)