Αύξηση ρεκόρ για τις ΑΠΕ στην Ευρώπη, αλλά οι εκπομπές CO2 παραμένουν υψηλές
Το 2015 η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ στην Ευρώπη σημείωσε αύξηση-ρεκόρ κατά 2,5%, γεγονός που αντιπροσωπεύει πλέον το 29% της συνολικής ευρωπαϊκής παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με το βρετανικό think tank Sandbag.
Ωστόσο, η μείωση της παραγωγής από υδροηλεκτρικούς και πυρηνικούς σταθμούς, είχε ως αποτέλεσμα η ποσότητα παραγωγής ορυκτών καυσίμων να μειωθεί ελάχιστα.
Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής μειώθηκαν μόλις 0,5%, το 2015, μετά από πτώση της τάξης του 7,5% το 2014, ωστόσο σύμφωνα με τη Sandbag το 2016 αναμένεται να σημειωθεί και πάλι μια μεγάλη πτώση.
Η έκθεση του βρετανικού think tank, η οποία εξετάζει τον ευρωπαϊκό ηλεκτροπαραγωγικό τομέα, το 2015, βάσει στοιχείων της Eurostat μέχρι το 2013, και πιο πρόσφατα στοιχεία από άλλες πηγές, αναφέρει ότι οι ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων των υδροηλεκτρικών, έφτασαν επίπεδα παραγωγής ρεκόρ στις 87 TWh το 2015.
Αξιοσημείωτο είναι ότι πάνω από τα 3/4 της αύξησης οφείλονται σε μόλις τρεις χώρες: τη Γερμανία, το Ην. Βασίλειο και την Ιταλία. Αντιθέτως, μειωμένη φαίνεται να είναι η παραγωγή σε Ισπανία και Ολλανδία.
Η αύξηση των ΑΠΕ σημαίνει ότι το 29% της ζήτησης ηλεκτρισμού στην Ευρώπη καλύπτεται από ανανεώσιμη ενέργεια, έναντι ποσοστού 17% που είχε καταγραφεί το 2008, σημειώνει το Sandbag.
Ωστόσο, η σημαντική αύξηση των ΑΠΕ δεν οδήγησε σε μείωση των ορυκτών καυσίμων, σημειώνει η έκθεση. Η πτώση στα επίπεδα πυρηνικής και υδροηλεκτρικής ενέργειας, και η αύξηση της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, σήμαινε ότι η παραγωγή ορυκτών έμεινε σχεδόν αμετάβλητη το 2015. Μόνο ο λιγνίτης και λιθάνθρακας μειώθηκαν έστω και οριακά, ενώ η παραγωγή φυσικού αερίου αυξήθηκε για πρώτη φορά από το 2010.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε γύρω στο 1,1% το 2015, ανακάμπτοντας από την πτώση 2,3% που σημειώθηκε το 2014. Οι δύο μακροπρόθεσμες τάσεις αύξησης των ΑΠΕ και μείωσης της ζήτησης ηλεκτρισσμού σημαίνει ότι η συμβατική παραγωγή δέχεται σημαντικές πιέσεις. Ωστόσο, οι εκπομπές CO2 δεν πέφτουν τόσο γρήγορα όσο αναμενόταν. Το εν λόγω γεγονός οφείλεται στο ότι η πιο επιβλαβής παραγωγή όλων, αυτή του λιγνίτη, βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με το 2010.
Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης των ορυκτών καυσίμων σημειώθηκε στην παραγωγή φυσικού αερίου. Αυτό οφείλεται στη διαφορά οριακού κόστους μεταξύ φυσικού αερίου και άνθρακα.
Αν η ίδια πτώση στην παραγωγή αερίου από το 2010 είχε συμβεί για την παραγωγή άνθρακα, οι εκπομπές από τον τομέα ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2015 θα ήταν σήμερα 15% χαμηλότερες από ό,τι είναι τώρα, καταλήγει η έκθεση.



