Μπίσκας: Οι μπαταρίες «αντίδοτο» στις συνθήκες ολιγοπωλίου στην αγορά Εξισορρόπησης – Πολιτικό θέμα στην Ελλάδα η διείσδυση της αποθήκευσης
Κομβικό ρόλο στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά Εξισορρόπησης και, κατ’ επέκταση, στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους καταναλωτές μπορεί να διαδραματίσει η μαζικότερη είσοδος των μπαταριών στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα, σύμφωνα με τον Παντελή Μπίσκα, Καθηγητή του ΑΠΘ και Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΕΝΕ.
Μιλώντας χθες σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ο κ. Μπίσκας έθεσε στο επίκεντρο τη σημερινή δομή της αγοράς Εξισορρόπησης, σημειώνοντας ότι σε αυτή δραστηριοποιούνται ουσιαστικά τέσσερις μεγάλοι παραγωγοί, γεγονός που, όπως ανέφερε, δημιουργεί συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού.
«Αυτή τη στιγμή συμμετέχουν τέσσερις παίκτες στην αγορά Εξισορρόπησης. Είναι οι τέσσερις παραγωγοί. Επομένως οι ολιγοπωλιακές συνθήκες έχουν ως συνέπεια να μην είναι έντονος ο ανταγωνισμός», ανέφερε χαρακτηριστικά. Κατά τον ίδιο, η συγκεκριμένη δομή συμβάλλει στη διαμόρφωση υψηλών τιμών για τις υπηρεσίες Εξισορρόπησης – κόστος που στους τελικούς καταναλωτές, μέσω των Λογαριασμών Προσαυξήσεων.
Ο κ. Μπίσκας σημείωσε πως το κόστος αυτό κινείται στα 20-25 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, αντιπαραβάλλοντάς το με τα αισθητά χαμηλότερα επίπεδα που καταγράφονται σε άλλες αγορές της ΕΕ. «Στις ευρωπαϊκές χώρες παίζει από 5, 6, 7 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Στη χειρότερη να είναι 10 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Εμείς είμαστε στα 20-25 ευρώ. Άρα, χρειαζόμαστε ανταγωνισμό», σημείωσε.
Περισσότεροι «παίκτες» μέσω των μπαταριών
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, σύμφωνα με τον Καθηγητή του ΑΠΘ, μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά οι μονάδες αποθήκευσης. Οι μπαταρίες αποτελούν εκ φύσεως παρόχους υπηρεσιών Εξισορρόπησης και η συμμετοχή τους μπορεί να διευρύνει σημαντικά τον αριθμό των «παικτών» που ανταγωνίζονται για την παροχή υπηρεσιών balancing.
Το αποτέλεσμα, όπως εξήγησε, μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε χαμηλότερες επιβαρύνσεις για τον τελικό καταναλωτή. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε επίσης στη σχέση ανάμεσα στο ρυθμιστικό πλαίσιο και τη δομή της αγοράς. Όπως σημείωσε, εάν οι συμμετέχοντες παραμένουν λίγοι, δεν μπορεί να αποδώσει σημαντικό αποτέλεσμα ακόμη και μια αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς – όπως για παράδειγμα η δημοπράτηση των εφεδρειών πριν από την DAM.
Ο ίδιος διευκρίνισε πάντως ότι το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα δεν εμφανίζει σήμερα ουσιαστικό τεχνολογικό έλλειμμα ευελιξίας. Οι μονάδες φυσικού αερίου και τα υδροηλεκτρικά προσφέρουν ήδη σημαντικές δυνατότητες γρήγορης απόκρισης, ενώ, όπως είπε, σε πρόσφατη μελέτη για τον ΑΔΜΗΕ, «τα κενά ευελιξίας προέκυψαν από ελάχιστα μέχρι και μηδενικά». Συνεπώς, το βασικό ζήτημα δεν βρίσκεται στην τεχνολογία, αλλά στον συνδυασμό ρυθμιστικού πλαισίου και περιορισμένου αριθμού συμμετεχόντων.
«Αν έχεις τέσσερις παίκτες, το αποτέλεσμα είναι μικρό, έχεις μικρή ωφέλεια. Αν όμως έχεις δέκα παίκτες, με τις μπαταρίες και άλλες τεχνολογίες, το αποτέλεσμα γίνεται αισθητό». Και πρόσθεσε ότι «όλα ξεκινούν από τον ανταγωνισμό», καθώς «ό,τι ρύθμιση και να κάνεις, αν έχεις περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων, αυτοί θα θα βρουν τρόπο να την αντιμετωπίσουν και να έχουν πάλι τα ίδια έσοδα».
Έως 500 ευρώ ανά Μεγαβατώρα το peak της DAM σε λίγους μήνες
Η δεύτερη πηγή οφέλους αφορά το arbitrage, δηλαδή τη φόρτιση των μπαταριών στις ώρες χαμηλών τιμών και την απόδοση της αποθηκευμένης ενέργειας όταν η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονται. Για παράδειγμα τους χειμερινούς μήνες, όπως επισήμανε ο κ. Μπίσκας, η δυνατότητα αυτή μπορεί να περιορίσει τις ακραίες διακυμάνσεις μεταξύ των μεσημεριανών και των απογευματινών ή βραδινών ωρών.
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την τρέχουσα συγκυρία, όπου οι τιμές εκτινάσσονται τις απογευματινές ώρες στα 300 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, ακόμη και υψηλότερα. «Αποθηκεύοντας και εγχέοντας ενέργεια το απόγευμα, αντί να έχουμε 300 ευρώ ανά Μεγαβατώρα το απόγευμα –τον Ιανουάριο η DAM θα φτάσει τα 500 ευρώ τη Μεγαβατώρα– με τις μπαταρίες θα είχαμε φθηνότερες τιμές. Η διαφορά είναι σαφής, όπως και η ωφέλεια για τον καταναλωτή», ανέφερε.
Παράλληλα, η αποθήκευση μπορεί να δώσει λύσεις και σε άλλες λειτουργικές προκλήσεις του συστήματος: από προβλήματα τάσης και συμφόρησης, μέχρι τον περιορισμών των απορρίψεων παραγωγής ΑΠΕ. «Το να μπουν οι μπαταρίες στην Ελλάδα είναι ευλογία, όπως έχω πει πολλές φορές», σημείωσε ο κ. Μπίσκας, προσθέτοντας ότι η αποθήκευση είναι χρήσιμη «και για τον τελικό καταναλωτή, και για τη βιομηχανία, και για το ίδιο το σύστημα».
Η πολιτεία αποφασίζει για τη διείσδυση
Ο κ. Μπίσκας στάθηκε στον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η διείσδυση της αποθήκευσης στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντάς την «καθαρά πολιτικό θέμα». Όπως επισήμανε, αντί η αγορά και το επενδυτικό ενδιαφέρον να καθορίζουν πόσες μπαταρίες μπορούν να αναπτυχθούν, η Πολιτεία είναι αυτή που αποφασίζει διοικητικά πόση ισχύς θα προχωρήσει κάθε φορά. «Σε οποιαδήποτε δυτική χώρα, το επενδυτικό ενδιαφέρον ορίζει πόση διείσδυση μπαταριών θα έχουμε. Στην Ελλάδα το ορίζει η πολιτεία», είπε.
Υπενθύμισε ότι από το 2021 κατατίθενται αιτήσεις για όρους σύνδεσης στον ΑΔΜΗΕ, ενώ ο ΔΕΔΔΗΕ άνοιξε το σχετικό πρωτόκολλο τον Δεκέμβριο του 2024, με αποτέλεσμα μέσα σε μόλις έξι μήνες να υποβληθούν περίπου 2 GW αιτήσεων για το δίκτυο διανομής. Στον ΑΔΜΗΕ, αντίστοιχα, έχουν συσσωρευθεί αιτήματα δεκάδων GW.
Ωστόσο, αντί οι αιτήσεις να εξετάζονται σταδιακά, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου, όπως συνέβαινε για χρόνια με τις ΑΠΕ, υιοθετήθηκε ένα σύστημα διοικητικής προτεραιοποίησης, στη βάση της πρόσκλησης στην οποία προχώρησε το ΥΠΕΝ με την Υπουργική Απόφαση του Μαρτίου του 2025. Έτσι, στο σύστημα μεταφοράς, τα κριτήρια ιεράρχησης των αιτήσεων για όρους σύνδεσης δεν είναι πλέον ο χρόνος υποβολής τους.
Κατά τον κ. Μπίσκα, η συγκεκριμένη επιλογή έχει και θετική και αρνητική όψη. Από τη μία πλευρά, οι επενδυτές μπορούν να περιμένουν για μεγάλο διάστημα χωρίς σαφή απάντηση για το αν το έργο τους θα λάβει όρους σύνδεσης. Από την άλλη, η ελεγχόμενη είσοδος νέας ισχύος μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο «κανιβαλισμού» των εσόδων των μπαταριών. Όπως όμως υπογράμμισε, η βιωσιμότητα μιας επένδυσης «δεν θα έπρεπε να την ορίζει ο Υπουργός», αλλά ο ίδιος ο επενδυτής, με βάση τις αναλύσεις και το επιχειρηματικό του ρίσκο. Το βασικό ζητούμενο, όπως κατέληξε, είναι πλέον με ποια ταχύτητα θα ανοίξει η αγορά, ώστε η αποθήκευση να αρχίσει να μεταφέρει το όφελός της στην αγορά Εξισορρόπησης, στις χονδρεμπορικές τιμές και τελικά στους λογαριασμούς καταναλωτών και επιχειρήσεων.