Βιομηχανία: "Ασπιρίνη" τα κυβερνητικά μέτρα για το ρεύμα – Ζητείται άμεση παρέμβαση πριν χαθεί η ανταγωνιστικότητα
του Χάρη Φλουδόπουλου

Βιομηχανία: "Ασπιρίνη" τα κυβερνητικά μέτρα για το ρεύμα – Ζητείται άμεση παρέμβαση πριν χαθεί η ανταγωνιστικότητα

09 09 2026 | 11:10

Έντονη απογοήτευση επικρατεί στις τάξεις της ενεργοβόρου βιομηχανίας μετά την εξειδίκευση των κυβερνητικών μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, καθώς η βασική ανάγνωση είναι ότι, για ακόμη μία φορά, το άμεσο πρόβλημα του βιομηχανικού ρεύματος μένει ουσιαστικά χωρίς απάντηση. Οι παρεμβάσεις που παρουσιάστηκαν μπορεί να έχουν θετικό αποτύπωμα σε βάθος χρόνου, όμως δεν αλλάζουν τη σημερινή εξίσωση για τις επιχειρήσεις που καλούνται να ανταγωνιστούν ευρωπαϊκές βιομηχανίες με αισθητά χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.

Η κριτική είναι πλέον ανοιχτή και ιδιαίτερα σκληρή. Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ Αντώνης Κοντολέων χαρακτήρισε τις παρεμβάσεις για τη βιομηχανία "ασπιρίνη σε καρκινοπαθή", εκτιμώντας ότι η μείωση των ΥΚΩ αντιστοιχεί σε όφελος της τάξης μόλις των 2 ευρώ/MWh, το οποίο δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά το κόστος παραγωγής.

Η αιχμή της βιομηχανίας αφορά πρωτίστως το γεγονός ότι το κυβερνητικό σχέδιο επικεντρώνεται σε λύσεις όπως η αποθήκευση, η αυτοκατανάλωση, οι ΑΠΕ και η ενεργειακή αποδοτικότητα, δηλαδή σε επενδύσεις που χρειάζονται χρόνο για να ωριμάσουν και να αποδώσουν. Το ίδιο το σχέδιο της κυβέρνησης, άλλωστε, τοποθετεί τον στόχο για μείωση του συνολικού κόστους ρεύματος κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας.

Για την ενεργοβόρο βιομηχανία όμως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο 2029. Βρίσκεται στους λογαριασμούς του σήμερα.

Όπως επισημαίνεται από την ΕΒΙΚΕΝ, η ενεργειακή κρίση κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Το φυσικό αέριο παραμένει ακριβό, οι γεωπολιτικές αναταράξεις αυξάνουν την αβεβαιότητα και η ευρωπαϊκή αγορά εισέρχεται σε έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική βιομηχανία καλείται να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις χωρών που έχουν ήδη προχωρήσει σε άμεσες παρεμβάσεις στο ηλεκτρικό κόστος.

"Περιμένετε τρία χρόνια"

Αυτό ακριβώς θεωρείται και το μεγαλύτερο κενό των κυβερνητικών ανακοινώσεων. Η βιομηχανία ουσιαστικά ακούει ότι πρέπει να περιμένει να κατασκευαστούν μπαταρίες, να προχωρήσει η αυτοκατανάλωση και να αποδώσει η μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ προκειμένου να αποκτήσει φθηνότερη ενέργεια. 

Το ερώτημα που τίθεται από την πλευρά των βιομηχανικών καταναλωτών είναι πολύ πιο άμεσο: μέχρι τότε ποιος θα καλύψει το χάσμα ανταγωνιστικότητας;

Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι οι ανταγωνιστές της ελληνικής βιομηχανίας δεν ακολουθούν αυτή τη λογική. Άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν περίμεναν να ολοκληρωθούν οι επενδύσεις αποθήκευσης ούτε ζήτησαν από τις επιχειρήσεις τους να απορροφήσουν μόνες τους το υψηλό κόστος μέχρι να αποδώσουν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Αντιθέτως, συνδύασαν τη βραχυπρόθεσμη στήριξη με δεσμεύσεις για πράσινες επενδύσεις.

Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τη βιομηχανία, η ελληνική αντίφαση: η κυβέρνηση προβάλλει την αποθήκευση ως βασικό εργαλείο αποκλιμάκωσης των τιμών, όταν η ανάπτυξή της έχει ήδη καθυστερήσει επί χρόνια εξαιτίας γραφειοκρατικών, ρυθμιστικών και χρηματοδοτικών εμποδίων.

Το CISAF υπάρχει – η Ελλάδα δεν το αξιοποιεί

Η κριτική γίνεται ακόμη εντονότερη επειδή, σύμφωνα με τη βιομηχανία, η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να εφεύρει έναν νέο μηχανισμό. Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο υπάρχει ήδη. 

Το CISAF βρίσκεται σε ισχύ από τις 25 Ιουνίου 2025 και προβλέπει ρητά δυνατότητες κρατικής στήριξης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για ενεργοβόρους καταναλωτές, παράλληλα με μέτρα για την απανθρακοποίηση και τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες.

Σύμφωνα με την πρόταση που προβάλλει η ΕΒΙΚΕΝ, η φιλοσοφία είναι να δοθεί μία τριετής ανάσα στις επιχειρήσεις που είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό και, ως αντάλλαγμα, να επανεπενδύεται το 50% της ενίσχυσης σε αποθήκευση, ενεργειακή αποδοτικότητα, εξηλεκτρισμό και άλλες δράσεις πράσινης μετάβασης.

Με άλλα λόγια, το επιχείρημα ότι προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις και όχι στις επιδοτήσεις απορρίπτεται από τη βιομηχανία ως ψευδές δίλημμα. Το αίτημα δεν είναι "επιδότηση αντί επενδύσεων", αλλά άμεση στήριξη που θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να παραμείνουν ανταγωνιστικές και ταυτόχρονα θα χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβασή τους.

Η αντιστάθμιση δεν φτάνει

Αντί για ένα νέο ευρύ εργαλείο, η κυβέρνηση παραπέμπει στα μέτρα που είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο: τη μείωση κατά 50% των ΥΚΩ και την ενίσχυση της Αντιστάθμισης Έμμεσου Κόστους CO2. Όμως, σύμφωνα με τη βιομηχανία, ούτε το ένα ούτε το άλλο λύνει το πρόβλημα. 

Η αντιστάθμιση, πρώτον, δεν αποτελεί νέο μέτρο. Πρόκειται για μηχανισμό που λειτουργεί εδώ και χρόνια. Και, δεύτερον, καλύπτει έναν περιορισμένο αριθμό, περίπου 60-70 ενεργοβόρων επιχειρήσεων.

Εκτός αυτού του πλαισίου βρίσκονται εκατοντάδες μεταποιητικές επιχειρήσεις που είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό και πληρώνουν το ίδιο ακριβό ρεύμα χωρίς αντίστοιχη προστασία. Η ΕΒΙΚΕΝ υπολογίζει ότι ένα σχήμα CISAF θα μπορούσε να διευρύνει την περίμετρο στήριξης σε περίπου 700 βιομηχανίες.
Την ώρα που οι άλλοι κινούνται 

Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της ελληνικής παραγωγής.

Η Γερμανία έχει κινηθεί με πρόγραμμα δισεκατομμυρίων για τη στήριξη των ενεργοβόρων επιχειρήσεων, ενώ η Ιταλία μέσω του Energy Release 2.0 έχει θεσπίσει ηλεκτρική ενέργεια στα 65 ευρώ/MWh για δικαιούχους με αντάλλαγμα επενδύσεις σε νέες ΑΠΕ. Η Βουλγαρία έχει εξασφαλίσει τριετές πρόγραμμα CISAF 334 εκατ. ευρώ, με εγγυημένη τιμή αγοράς 62,5 ευρώ/MWh, ενώ αντίστοιχη κατεύθυνση έχει ακολουθήσει και η Σλοβενία.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους βιομηχανικούς καταναλωτές, είναι να δημιουργείται ένας ενδοευρωπαϊκός ανταγωνισμός δύο ταχυτήτων: από τη μία επιχειρήσεις που αποκτούν προστασία από τις ακραίες τιμές και από την άλλη οι ελληνικές βιομηχανίες που καλούνται να περιμένουν τις μπαταρίες και τις υπόλοιπες επενδύσεις να ρίξουν κάποια στιγμή στο μέλλον το κόστος του συστήματος.

Ζητείται παρέμβαση τώρα

Η θέση που διαμορφώνεται επομένως από την ενεργοβόρο βιομηχανία είναι ότι ο κυβερνητικός οδικός χάρτης δεν αποτελεί απάντηση στο σημερινό πρόβλημα του βιομηχανικού ρεύματος. Μπορεί να αποτελεί μέρος της μακροπρόθεσμης λύσης, αλλά αφήνει ακάλυπτη την κρίσιμη μεταβατική περίοδο.

Γι' αυτό και το αίτημα προς την κυβέρνηση γίνεται πλέον πιεστικό: άμεση αξιοποίηση του CISAF και των πρόσθετων δυνατοτήτων που προσφέρει το METSAF, παράλληλα με τις επενδύσεις σε αποθήκευση και αυτοκατανάλωση.

Το δίλημμα, όπως το θέτει η ίδια η βιομηχανία, δεν είναι "CISAF ή αποθήκευση", αλλά "CISAF και αποθήκευση".

Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι τα μέτρα που εξαγγέλλονται σήμερα για να κάνουν ανταγωνιστικότερη την ελληνική οικονομία σε τρία χρόνια να αποδώσουν όταν για ορισμένες ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα είναι ήδη αργά.

(αναδημοσίευση από capital.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM