Τα κόστη προμήθειας θα καθορίσουν τις χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων τον Ιούλιο – Υψηλότερα στις προτιμήσεις τα κίτρινα με την τάση να «βλέπει» σταθερά στα «μπλε»
Μικρές προσαρμογές προς τα πάνω φέρνει ο Ιούλιος στις χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων με στελέχη της αγοράς που συνομίλησαν στο energypress να εντοπίζουν την βασική αιτία στα «παραδοσιακά» υψηλότερα κόστη προμήθειας που συνοδεύουν τον δεύτερο μήνα του καλοκαιριού.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, η τροχιά των πραγμάτων μέχρι στιγμής με την μέση τιμή χονδρικής για τις 23 πρώτες μέρες του Ιουνίου να διαμορφώνεται σε ανάλογα επίπεδα με τον Μάιο, ήτοι 90,02€/MWh έναντι 88,98€/MWh τον προηγούμενο μήνα, δεν προμηνύει σημαντικές αναπροσαρμογές στις χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων, τουλάχιστον σε ότι αφορά την βασική παράμετρο στη σχετική «άσκηση» που είναι η τιμή της χονδρικής.
Αν και είναι νωρίς για οριστικές εκτιμήσεις ως προς την διακύμανση των τιμών τον επόμενο μήνα, στελέχη της αγοράς δεν «βλέπουν» μεγάλες αποκλίσεις από την εικόνα του προηγούμενου μήνα με την μέση χρέωση να διαμορφώνεται στα 17 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, ξεκινώντας από την χαμηλότερη των 13,8 λεπτών και φτάνοντας έως την υψηλότερη των 19,9 λεπτών.
Το «πρόβλημα», όπως επισημαίνουν, θα προκύψει σε συνέχεια του υψηλότερου κόστους προμήθειας που συνήθως χαρακτηρίζει τον Ιούλιο, πράγμα που αναμένεται να επηρεάσει και τα κίτρινα τιμολόγια τα οποία τώρα εμφανίζονται έως και τα πλέον ανταγωνιστικά στην αγορά, κερδίζοντας θέσεις στις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Ωστόσο, όπως συμπληρώνουν οι ίδιες πηγές, δεν πρόκειται για μια νέα τάση στην αγορά ή πολύ περισσότερο για μια «στροφή» των καταναλωτών ανάλογη με αυτή που είδαμε τους προηγούμενους μήνες ως προς τα «μπλε» σταθερά τιμολόγια. «Τα κίτρινα πουλάνε λίγο περισσότερο γιατί τα κόστη είναι χαμηλότερα και άρα διαμορφώνονται σε χαμηλότερες τιμές. Έτσι πουλάνε περισσότερο» αναφέρει χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς για να προσθέσει «εν κατακλείδι» ότι πρόκειται για κάτι «ευκαιριακό» που εύκολα μπορεί να ανατραπεί.
«Οι επιλογές των καταναλωτών είναι ευκαιριακές με βάση τις τιμές που αντιλαμβάνονται οι καταναλωτές» σημειώνει άλλο στέλεχος της αγοράς, πράγμα που εύκολα μπορεί να αλλάξει από μήνα σε μήνα, χωρίς να «σημαδεύει» καθοριστικά και δομικά την συμπεριφορά των καταναλωτών. Αυτή εν πολλοίς, όπως διευκρινίζουν παράγοντες του κλάδου, συνεχίζει να κινείται και να αναζητά την «σταθερότητα» με καταναλωτές να προχωράνε σε ανανέωση συμβάσεων σταθερής τιμολόγησης παρά το γεγονός ότι τα μπλε τιμολόγια διαμορφώνονται πλέον σε υψηλότερες τιμές σε σχέση με τα «ιστορικά» χαμηλά του προηγούμενου διαστήματος.
Αυτό μάλιστα, όπως σχολιάζουν οι ίδιες πηγές, αντανακλά μια προσαρμογή εκ μέρους των προμηθευτών που φαίνεται να εγκαταλείπουν τα πολύ φθηνά έως και κάτω του κόστους μπλε τιμολόγια σε μια προσπάθεια να «ισορροπήσουν» σε ένα σημείο που θα συμμορφώνεται με τα δεδομένα της αγοράς. «Δεν θα δούμε προϊόντα κράχτες ή πολιτική όπως αυτή που είδαμε στο παρελθόν» διαμηνύει στέλεχος της αγοράς για να συμπληρώσει ότι τα μπλε τιμολόγια θα κινούνται πλέον πάνω από τα 100 ευρώ την μεγαβατώρα.
Ως προς την συμπεριφορά των καταναλωτών και την «επιμονή» στους στα σταθερά τιμολόγια, ο λόγος είναι προφανής και δεν είναι άλλος από την αβεβαιότητα που συνοδεύει σταθερά την αγορά ενέργειας με τις τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου να εμφανίζουν μεγάλη μεταβλητότητα σε συνέχεια των γεωπολιτικών αναταράξεων, συμπαρασύροντας κατά ανάλογο τρόπο και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Αν και η κατάσταση απέχει από την «εικόνα» της ενεργειακής κρίσης του 2022, διατηρεί ωστόσο τον «φόβο» και τον «μπαμπούλα» των ακραίων τιμών που με την σειρά τους πείθουν τους καταναλωτές να καταφύγουν στην σταθερή τιμολόγηση και μάλιστα μακράς διάρκειας μιας και καταγράφονται περιπτώσεις καταναλωτών, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές της αγοράς, να επιλέγουν τα πλέον μακροπρόθεσμα συμβόλαια, ήτοι 24 μηνών έναντι των 12 μηνών.
Από εκεί και πέρα, τα κίτρινα τιμολόγια μπαίνουν στο τραπέζι σε περιπτώσεις καταναλωτών που επιλέγουν να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη των τιμών και να «αδράχνουν» τις ευκαιρίες που προκύπτουν. Το εν λόγω κομμάτι των καταναλωτών δεν παύει βέβαια να είναι περιορισμένο στην ελληνική αγορά, όπως ανάλογα περιορισμένη παραμένει η «κινητικότητα» από προμηθευτή σε προμηθευτή με τις όποιες αλλαγές να συνεχίζουν να πραγματοποιούνται ανάμεσα στους εναλλακτικούς προμηθευτές.
Σε κάθε περίπτωση, η λιανική αγορά προμήθειας, κρίνοντας από την διακύμανση των τιμών χονδρικής αγοράς, επιδεικνύει δυνατότητα εγκράτειας με την προσοχή πλέον να στρέφεται, ιδίως για τον επόμενο μήνα, στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης που με την σειρά της δύναται να διαμορφώσει καθοριστικές «δυναμικές» για την διακύμανση των τιμών λιανικής ηλεκτρικής ενέργειας.