Βογιατζής: Από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση το CCS – Ο Πρίνος το πιο ώριμο έργο στη ΝΑ Ευρώπη
Σε κρίσιμο σημείο εισέρχεται η ανάπτυξη των τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) στην Ελλάδα, καθώς διαμορφώνονται πλέον οι συνθήκες για τη μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση έργων μεγάλης κλίμακας, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Δρ. Παντελής Βογιατζής, Επικεφαλής Εμπορικής Ανάπτυξης της EnEarth μιλώντας την Μεγάλη Τετάρτη στο 7ο Power & Gas Forum που διοργανώνει το energypress.gr στις 6 και 7 Απριλίου στην Αθήνα.
Ο Δρ. Βογιατζής επεσήμανε ότι για πρώτη φορά η χώρα διαθέτει ένα ολοκληρωμένο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει τη μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη, ανοίγοντας τον δρόμο για την υλοποίηση έργων μεγάλης κλίμακας στον τομέα του CCS.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος χαρακτήρισε το έργο αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο ως το πιο ώριμο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ένα από τα πλέον προχωρημένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Καθοριστικό ορόσημο, όπως σημείωσε, αποτελεί η πρόσφατη έκδοση της άδειας αποθήκευσης, η οποία είναι η τρίτη σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και η πρώτη στη Νότια Ευρώπη, εξέλιξη που σηματοδοτεί τη μετάβαση στη φάση υλοποίησης.
Ο κ. Βογιατζής στάθηκε και στη σημασία της ευρωπαϊκής αναγνώρισης του έργου, επισημαίνοντας ότι η ένταξή του στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI), σε συνδυασμό με την εξασφάλιση σημαντικής ευρωπαϊκής και εθνικής χρηματοδότησης, επιβεβαιώνει ότι ο Πρίνος δεν αποτελεί απλώς ένα εθνικό έργο, αλλά μια κρίσιμη υποδομή για την ανάπτυξη της περιφερειακής αγοράς CO₂.
Σε τεχνικό επίπεδο, ανέφερε ότι το έργο βρίσκεται ήδη σε φάση μελέτης FEED ((Front-End Engineering Design), ενώ προχωρά με ταχύτητα η περαιτέρω αδειοδότηση για την πλήρη δυναμικότητά του, η οποία εκτιμάται έως τα 2,8 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Παράλληλα, προγραμματίζεται η έναρξη των πρώτων γεωτρητικών εργασιών εντός του τρέχοντος έτους, σηματοδοτώντας την είσοδο στη φάση κατασκευής.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ενδιαφέρον της αγοράς, σημειώνοντας ότι υπάρχει ισχυρή κινητοποίηση από τη βιομηχανία, τόσο εγχώρια όσο και διεθνώς. Όπως ανέφερε, έχουν ήδη συναφθεί μη δεσμευτικά μνημόνια συνεργασίας που αντιστοιχούν σε περίπου 6 εκατομμύρια τόνους CO₂, ποσότητα που υπερκαλύπτει σχεδόν στο διπλάσιο τη διαθέσιμη δυναμικότητα του έργου.
«Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι το CCS δεν είναι πλέον μια θεωρητική λύση, αλλά μια πραγματική ανάγκη για τη βιομηχανία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επόμενο κρίσιμο βήμα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η έναρξη της διαδικασίας του market test και η ολοκλήρωση εντός του τρέχοντος έτους, με στόχο τη μετατροπή του υφιστάμενου μη δεσμευτικού ενδιαφέροντος σε μακροχρόνιες δεσμευτικές συμφωνίες, καθώς και τη λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης εντός του πρώτου τριμήνου του επόμενου έτους.
Οι προκλήσεις: Κόστος, αδειοδοτήσεις και συντονισμός της αλυσίδας αξίας
Ορμώμενος και από τις τοποθετήσεις των συνομιλητών του, ο Δρ. Βογιατζής σημείωσε ότι ο κλάδος του CCS, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, περνά πλέον από τη φάση του σχεδιασμού στη φάση της υλοποίησης, εξέλιξη που συνοδεύεται ωστόσο από συγκεκριμένες προκλήσεις.
Πρώτη είναι η οικονομική διάσταση, καθώς πρόκειται για έργα υψηλής έντασης κεφαλαίου που απαιτούν μακροχρόνια ορατότητα εσόδων. Όπως ανέφερε, οι επενδύσεις δεν βασίζονται στη σημερινή τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών, αλλά στις προσδοκίες για την πορεία τους σε βάθος 10ετίας και 20ετίας, σε ένα περιβάλλον όπου τα δωρεάν δικαιώματα για τη βιομηχανία μειώνονται σταδιακά.
Δεύτερη πρόκληση είναι το ρυθμιστικό και αδειοδοτικό πλαίσιο. Παρά την πρόοδο που έχει καταγραφεί, η πρακτική εφαρμογή και κυρίως η ταχύτητα των αδειοδοτήσεων παραμένουν κρίσιμα ζητήματα.
Τρίτον, ιδιαίτερη σημασία έχει ο συντονισμός της αλυσίδας αξίας, καθώς απαιτείται ταυτόχρονη ωρίμανση των έργων δέσμευσης, μεταφοράς και αποθήκευσης CO₂. Όπως επισήμανε, τυχόν καθυστέρηση σε έναν από αυτούς τους κρίκους επηρεάζει συνολικά την ανάπτυξη της αγοράς.
Ταυτόχρονα, αναφέρθηκε και στη σημασία εργαλείων όπως τα Carbon Contracts for Difference (CCfDs), τα οποία μπορούν να προσφέρουν την απαραίτητη σταθερότητα εσόδων και να περιορίσουν την αβεβαιότητα που συνδέεται με τη μεταβλητότητα των τιμών του άνθρακα.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι πλέον υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις και μια σαφής ευθυγράμμιση των επενδυτών, με τη συζήτηση να μετατοπίζεται από το «αν» στο «πόσο γρήγορα» θα προχωρήσει η ανάπτυξη του CCS.