Από την παγκοσμιοποίηση στον «ενεργειακό ιμπεριαλισμό»: Η επιστροφή της γεωπολιτικής των πόρων

Από την παγκοσμιοποίηση στον «ενεργειακό ιμπεριαλισμό»: Η επιστροφή της γεωπολιτικής των πόρων

Από την παγκοσμιοποίηση στον «ενεργειακό ιμπεριαλισμό»: Η επιστροφή της γεωπολιτικής των πόρων
10 01 2026 | 01:00

Η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι σκοπεύει να «κυβερνήσει» τη Βενεζουέλα και ότι τα έσοδα από την πώληση εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου «θα ελέγχονται από εμένα, ως Πρόεδρο», σηματοδοτεί κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη προκλητική τοποθέτηση. Για πολλούς αναλυτές, πρόκειται για το πιο καθαρό σύμπτωμα μιας ιστορικής καμπής: της επιστροφής σε μια εποχή όπου οι φυσικοί πόροι, η στρατιωτική ισχύς και η πολιτική κυριαρχία συνδέονται άρρηκτα.

Η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο δεν προαναγγέλλουν απλώς ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Καράκας. Ανοίγουν παράλληλα, έναν ευρύτερο κύκλο συζήτησης για το κατά πόσο ο κόσμος απομακρύνεται από τη μεταπολεμική τάξη βασισμένη σε κανόνες και επιστρέφει σε μια μορφή «ενεργειακού και μεταλλευτικού ιμπεριαλισμού».

Από τις σφαίρες επιρροής στη μεταπολεμική αυταπάτη

Όπως επισημαίνουν σε εκτενές τους αφιέρωμα οι Financial Times, για αιώνες, η παγκόσμια ιστορία καθορίστηκε από τον ανταγωνισμό για πόρους. Μπαχαρικά, χρυσός, ασήμι, καουτσούκ και αργότερα πετρέλαιο αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη πίσω από αποικιοκρατικές εκστρατείες, πραξικοπήματα και πολέμους. Τα σύνορα πολλών κρατών χαράχθηκαν όχι με βάση λαούς ή πολιτισμούς, αλλά με βάση τα κοιτάσματα και τα εμπορικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων.

Μόνο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί μια διαφορετική διεθνής τάξη, βασισμένη στο διεθνές δίκαιο, τους πολυμερείς θεσμούς και το ελεύθερο εμπόριο. Για δεκαετίες, αυτή η τάξη δημιούργησε την εντύπωση ότι οι αγορές μπορούν να λειτουργούν σχετικά ανεξάρτητα από την ωμή ισχύ.

Σήμερα, αυτή η αντίληψη κλονίζεται. Όπως σημειώνει στους FT ο Daniel Yergin, ιστορικός της ενέργειας και αντιπρόεδρος της S&P Global, «ο 19ος αιώνας και η περίοδος πριν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους αρχίζουν να ηχούν ξανά, καθώς ο κόσμος απομακρύνεται από την εμπιστοσύνη στην παγκοσμιοποίηση, τα ανοιχτά σύνορα και το σχετικά ελεύθερο εμπόριο».

Η «ορατή χείρα» των κυβερνήσεων επιστρέφει

Σύμφωνα με τον Yergin, η ανθρωπότητα έχει εγκαταλείψει την εποχή όπου υπήρχε «θεμελιώδης εμπιστοσύνη ότι οι αγορές θα λειτουργούν αρκετά καλά». Στη θέση της έρχεται μια νέα φάση, όπου «το ορατό χέρι των κυβερνήσεων είναι πολύ πιο εμφανές».

 

Αυτή η επιστροφή του κράτους δεν αφορά μόνο τη ρύθμιση ή τη βιομηχανική πολιτική στο εσωτερικό. Αφορά πλέον και την εξωτερική πολιτική, την ασφάλεια και –όπως δείχνει η περίπτωση της Βενεζουέλας– τη χρήση στρατιωτικής ισχύος για την εξασφάλιση ενεργειακών και ορυκτών πόρων.

Η Βενεζουέλα ως καταλύτης

Η επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, η οποία κορυφώθηκε με τη σύλληψη και μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελεί μια από τις πιο ακραίες παρεμβάσεις της Ουάσιγκτον εδώ και δεκαετίες. Παρότι η διεθνής κοινότητα έχει δει πολλές φορές αμερικανικές επεμβάσεις, η ωμότητα και η ανοιχτή σύνδεσή τους με τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων είναι εντυπωσιακή.

Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο ίδιος ο Τραμπ παρακολούθησαν την επιχείρηση σε ζωντανή μετάδοση, εικόνες που αναρτήθηκαν και στον λογαριασμό του Τραμπ στο Truth Social.

Δύο βαθιές μετατοπίσεις στην αμερικανική στρατηγική

Η περίπτωση της Βενεζουέλας ανέδειξε δύο διακριτές αλλά αλληλοεπικαλυπτόμενες μετατοπίσεις στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

1. Η απάντηση στην κινεζική κρατική οικονομία

Η πρώτη αφορά την άνοδο της Κίνας και το μοντέλο κρατικού καπιταλισμού που εφαρμόζει. Το Πεκίνο έχει αποκτήσει σχεδόν μονοπωλιακή θέση στις σπάνιες γαίες που απαιτούνται για ημιαγωγούς, αμυντικά συστήματα και τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μέταλλα κρίσιμα για την ενεργειακή μετάβαση, όπως το κοβάλτιο, το νικέλιο και το λίθιο.

Η «αφύπνιση» της Ουάσιγκτον ήρθε, κατά τον Yergin, τον Απρίλιο του 2025, όταν η Κίνα, απαντώντας στους δασμούς της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης» του Τραμπ, επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Το σοκ αυτό ανέδειξε πόσο ευάλωτες είναι οι αμερικανικές και δυτικές εφοδιαστικές αλυσίδες.

2. Η αναβίωση του Δόγματος Μονρόε

Η δεύτερη μετατόπιση είναι η επαναφορά του Δόγματος Μονρόε του 1823, που προειδοποιούσε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να μην παρεμβαίνουν στη Λατινική Αμερική. Στη σύγχρονη εκδοχή του, που αποκαλείται πλέον «Δόγμα Donroe», η αμερικανική επιρροή στο δυτικό ημισφαίριο συνδέεται άμεσα με τον έλεγχο των φυσικών πόρων.  Ο όρος Δόγμα Donroe είναι ένα λογοπαίγνιο που συνδέει το δόγμα Monroe με τον  Ντόναλντ Τραμπ. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια τραμπική εκδοχή του Δόγματος Μονρόε, όχι απλώς ως πολιτική αποτροπής ξένης επιρροής στο δυτικό ημισφαίριο, αλλά ως ενεργό δόγμα ελέγχου πόρων, επενδύσεων και κρίσιμων υποδομών.

Ενώ το κλασικό Δόγμα Μονρόε αφορούσε εδαφική κυριαρχία, το Donroe Doctrine αφορά: πετρέλαιο, φυσικό αέριο, κρίσιμα μέταλλα (λίθιο, κοβάλτιο, χαλκός, νικέλιο), σπάνιες γαίες και κρίσιμες υποδομές (λιμάνια, κανάλια, αγωγούς)

Η εθνική στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ για το 2025 τονίζει ότι το δυτικό ημισφαίριο πρέπει να παραμείνει «ελεύθερο από εχθρική ξένη διείσδυση ή ιδιοκτησία κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων», παραπέμποντας μάλιστα στον Αλεξάντερ Χάμιλτον και στην ανάγκη αυτάρκειας σε πρώτες ύλες.

Όταν το «δυτικό ημισφαίριο» διευρύνεται

Αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις του Τραμπ, το δυτικό ημισφαίριο δεν περιορίζεται πλέον στη Λατινική Αμερική. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απειλήσει να καταλάβει τη Γροιλανδία, αν χρειαστεί και δια της βίας. Το αυτόνομο αυτό έδαφος της Δανίας θεωρείται στρατηγικά κρίσιμο, τόσο λόγω της Αρκτικής –καθώς η κλιματική αλλαγή ανοίγει νέους θαλάσσιους δρόμους– όσο και λόγω των κοιτασμάτων σπάνιων γαιών που διαθέτει.

Η κατάρρευση ενός μεταπολεμικού κανόνα

Ο Daniel Drezner, καθηγητής διεθνούς πολιτικής στο Tufts, επισημαίνει ότι μέχρι την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, υπήρχε ένας σχεδόν απαραβίαστος κανόνας: τα σύνορα δεν αλλάζουν με τη χρήση βίας. «Υπήρχαν εξαιρέσεις», αναγνωρίζει, «αλλά τώρα οι εξαιρέσεις απειλούν να καταπιούν τον κανόνα».

Ο Μάρκο Ρούμπιο υπερασπίστηκε ανοιχτά αυτή τη νέα λογική, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν το πετρέλαιο της Βενεζουέλας να ελέγχεται από την Κίνα, τη Ρωσία ή το Ιράν. «Αυτό είναι το δυτικό ημισφαίριο. Εδώ ζούμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ιστορικά προηγούμενα: Ιράν και Γουατεμάλα

Οι αναλογίες με το παρελθόν είναι σαφείς. Το 1953, η CIA και η βρετανική MI6 ανέτρεψαν τον Ιρανό πρωθυπουργό Μοσαντέκ, ο οποίος είχε εθνικοποιήσει τα βρετανικά πετρελαϊκά συμφέροντα. Έναν χρόνο αργότερα, η CIA στήριξε πραξικόπημα στη Γουατεμάλα, μετά την εθνικοποίηση γης της United Fruit Company.

 

Ο Τραμπ παρουσίασε την επέμβαση στη Βενεζουέλα ως «ανταπόδοση» για την εθνικοποίηση των συμφερόντων των ConocoPhillips και ExxonMobil επί Ούγκο Τσάβες το 2007.

Πετρέλαιο με φθίνουσα αξία

Παρά τη ρητορική, η πραγματικότητα της βενεζουελάνικης παραγωγής είναι απογοητευτική. Η χώρα, που παρήγαγε 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως στα τέλη της δεκαετίας του 1990, παράγει σήμερα περίπου 800.000 βαρέλια. Οι υποδομές είναι σε κατάσταση διάλυσης και απαιτούνται τουλάχιστον πέντε χρόνια μαζικών επενδύσεων για να υπάρξει ουσιαστική ανάκαμψη.

Επιπλέον, το extra-heavy πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι ακριβότερο στην εξόρυξη σε σχέση με εκείνο της Γουιάνας, όπου αμερικανικές εταιρείες βοήθησαν να εκτιναχθεί η παραγωγή σε σχεδόν 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Πετρέλαιο ή επίδειξη ισχύος;

Ο Drezner εκτιμά ότι το πετρέλαιο χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα: «Ο Ρούμπιο ήθελε τον Μαδούρο εκτός. Ο Τραμπ πιστεύει ότι όλα είναι θέμα πετρελαίου, αλλά κάνει λάθος». Η Stephanie Junger-Moat της Karcsi Global συμφωνεί, λέγοντας ότι «αυτό ήταν πρωτίστως επίδειξη αμερικανικής ισχύος».

Η παγκόσμια μάχη για κρίσιμα μέταλλα

Η ίδια λογική εφαρμόζεται πλέον παγκοσμίως. Στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν το 50% των μελλοντικών royalties από νέα έργα ορυκτών και πετρελαίου. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, αμερικανικές εταιρείες απέκτησαν προνομιακή πρόσβαση σε κοβάλτιο και χαλκό, με αντάλλαγμα πολιτική και οικονομική στήριξη.

Η Κίνα, ωστόσο, έχει προβάδισμα, ελέγχοντας μεγάλο μέρος του «Lithium Triangle» στη Νότια Αμερική και βασικές μεταλλευτικές δραστηριότητες στην Αφρική.

Αγορές χωρίς σύνορα, πολιτική με σύνορα

Παρά τη γεωπολιτική σύγκρουση, οι αγορές παραμένουν παγκόσμιες και «ανταλλάξιμες». Το πετρέλαιο και το κοβάλτιο δύσκολα περιορίζονται σε εθνικές αλυσίδες. Επιπλέον, η εθνικότητα των εταιρειών είναι συχνά θολή, όπως δείχνει η κινεζική συμμετοχή στην Ivanhoe Mines.

Ωστόσο, το μήνυμα της Ουάσιγκτον είναι σαφές. Όπως συνοψίζει ο Yergin, «οι εφοδιαστικές αλυσίδες δεν αφορούν πλέον μόνο την αποδοτικότητα. Αφορούν την πολιτική και την ασφάλεια».

 

Η παγκόσμια ενεργειακή και μεταλλευτική αγορά εισέρχεται έτσι σε μια νέα –ή μάλλον παλιά– εποχή, όπου οι φυσικοί πόροι δεν είναι απλώς εμπορεύματα, αλλά εργαλεία ισχύος.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM