Κάλεσμα στον ιδιωτικό τομέα για να καλύψει μεγάλο μέρος από τις επενδύσεις 1,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ που απαιτούνται στα ευρωπαϊκά δίκτυα ως το 2040, απευθύνει η Κομισιόν στο «Grids Package» που ανακοινώνεται μεθαύριο Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου, μιλώντας παράλληλα για επιπλέον δάνεια από την ΕυρωπαΪκή Τράπεζα Επενδύσεων και για ένα… μελλοντικό πακέτο, το Clean Energy Investment Strategy, χωρίς ωστόσο να παρέχει πειστικές απαντήσεις ως προς το πως θα βρεθούν αυτά τα θηριώδη κεφάλαια.
Στο προσχέδιο που έχει κυκλοφορήσει, η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι «η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση από μόνη της δεν μπορεί να καλύψει τις τεράστιες επενδυτικές μας ανάγκες», που αντιστοιχούν σε επενδύσεις 80 δισ ευρώ ετησίως για την επόμενη 15ετία. Και παραπέμπει στο «επικείμενο πακέτο για τη Στρατηγική Επενδύσεων στη Καθαρή Ενέργεια που θα προτείνει συγκεκριμένες δράσεις για να διασφαλιστεί η ενισχυμένη υποστήριξη από επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των θεσμικών επενδυτών, καθώς και στην υποστήριξη από την ΕΤΕπ».
Ταυτόχρονα προτείνει να διοχετεύεται τμήμα των εσόδων από τις συμφορήσεις δικτύου (που προκύπτουν από το διαφορικό τιμών όταν δυο γειτονικές αγορές είναι αποσυζευγμένες και που σύμφωνα με εκτιμήσεις ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2024) για επενδύσεις σε διασυνδέσεις που βρίσκονται στην λίστα των Εργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI/PMI) της ΕΕ.
Στη πραγματικότητα, τα μόνα απτά κεφάλαια που αφορούν τη χρηματοδότηση δικτύων είναι, όπως αναγνωρίζει η Επιτροπή, αυτά του Connecting Europe Facility (CEF), τα οποία από 6 δισ έχουν αυξηθεί στα 30 δισ. στον κοινοτικό προϋπολογισμό της επόμενης περιόδου, 2028-2034.
Στο σημείο αυτό το draft του Πακέτου για τα Δίκτυα, που αναμένεται να υιοθετηθεί από το Συμβούλιο των Υπουργών Ενέργειας στις 15 Δεκεμβρίου, προβλέπει ένα έλλειμμα 88 GW στο capacity των διασυνοριακών διασυνδέσεων έως τα τέλη του 2030.
Και σημειώνει ότι αν ως τότε, επενδυθούν σε νέα έργα ποσά 5 δισ ευρώ (δηλαδή το 1/6 του μπατζετ του Connecting Europe Facility), τότε οι ευρωπαίοι καταναλωτές θα έβλεπαν μια μείωση στα κόστη του συστήματος κατά 8 δισ. ευρώ.
Σε μια τέτοια περίπτωση θα προέκυπτε σύμφωνα με τη Κομισιόν ένα καθαρό οικονομικό όφελος της τάξης των 3 δισ ευρώ, χωρίς και αυτό όμως να απαντά στο πως θα καλυφθεί το επενδυτικό κενό των 1,2 τρισ ευρώ έως το 2040 (εκ των οποίων τα 730 δισ ευρώ μόνο για δίκτυα διανομής και τα 240 δισ για δίκτυα υδρογόνου).
Τα δίκτυα υπαίτια για τις τιμές και τις αναξιοποίητες ΑΠΕ
Στο κείμενο αναγνωρίζεται το γεγονός ότι η απουσία νέων επενδύσεων στα ευρωπαϊκά δίκτυα είναι από τους βασικούς υπαίτιους αφενός για τις υψηλότερες τιμές ρεύματος της ΕΕ σε σχέση με τις ΗΠΑ και τη Κίνα, αφετέρου για τις μεγάλες διαφορές στα οικιακά τιμολόγια μεταξύ των 27. Σαν παράδειγμα αναφέρεται ότι τα οικιακά τιμολόγια στην Ουγγαρία είναι 10,4 λεπτά/κιλοβατώρα, όταν στη Γερμανία φτάνουν τα 38,3 λεπτά/κιλοβατώρα.
Ταυτόχρονα γίνεται αναφορά στη πράσινη ενέργεια που όσο καθυστερούν οι επενδύσεις στα δίκτυα, τόσο θα αυξάνονται οι αναξιοποίητες παραγόμενες ποσότητες. «Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, το 45% της απαιτούμενης δυναμικότητας στης διασυνοριακές διασυνδέσεις (41 GW) θα παραμείνει στα χαρτιά έως το 2030 και η αναξιοποίητη καθαρή ενέργεια από ΑΠΕ μπορεί να φτάσει τις 310 ΤWh μέχρι το 2040, ποσότητα που ισοδυναμεί με το 50% της κατανάλωσης ηλεκτρισμού της ΕΕ», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Στα απολογιστικά νούμερα, το κείμενο αναφέρει ότι από 2014 ως σήμερα έχουν χρηματοδοτηθεί 124 έργα δικτύων (PCI) με 8 δισ από το CEF, «ξεκλειδώνοντας» 16,8 δισ ιδιωτικών επενδύσεων, νούμερα στα οποία φυσικά προστέθηκαν επιπλέον κεφάλαια από τραπεζικό δανεισμό και από Διαχειριστές.
Ταχύτερες άδειες, καλύτερη χρήση των δικτύων
Σταχυολογώντας κάποιες από τις προτάσεις του κοινοτικού πακέτου ξεχωρίζει κάνεις τέσσερα μέτρα που αφορούν την ευρύτερη εικόνα.
1. Αδειοδοτήσεις. Ο λόγος για ένα ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα που θα απλοποιεί και θα επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης, τόσο για τις για υποδομές των δικτύων, όσο και για τα έργα ΑΠΕ, καθώς και τις μπαταρίες, αντιμετωπίζοντας ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ανάπτυξη της αγοράς ενέργειας στην Ευρώπη.
2. Βέλτιστη χρήση των υφιστάμενων δικτύων. Αναφέρεται στη χρήση τεχνολογιών που διευρύνουν τη δυναμικότητα του δικτύου, όπως το Dynamic Line Rating, για το οποίο έχει μιλήσει ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, σε ποσοστά από 20% έως 40% έως το 2040 και με δυνατότητα μείωσης το κόστους κατά 35% σε σχέση με την «απλή» επέκταση των γραμμών.
3. Καινούργιο μοντέλο στη χορήγηση όρων σύνδεσης. Συστάσεις για αλλαγή του μοντέλου στη χορήγηση όρων σύνδεσης στα δίκτυα, όπως η εφαρμογή διαφανών κριτηρίων ωρίμανσης των αιτήσεων σύνδεσης, για συγκεκριμένες ποινές αν δεν επιτυγχάνονται τα ορόσημα ανάπτυξης των projects, και κυρίως για ξεκαθάρισμα του «βουνού» αιτήσεων στην ουρά των Διαχειριστών, όπως στη περίπτωση του ΑΔΜΗΕ.
4. Νέος ευρωπαικός σχεδιασμός των δικτύων. Έπειτα από μια διετία εφαρμογής του Πακέτου, η Κομισιόν δεσμεύεται να σχεδιάσει ένα πιο προωθημένο από το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης των δικτύων, ώστε το σύστημα να γίνει πιο αποδοτικό και κοστοστρεφές. Ταυτόχρονα η Κομισιόν θέλει να κάνει πιο δίκαιο τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται και μοιράζονται τα κόστη και τα οφέλη των έργων, τα οποία σε ένα διασυνδεδεμένο τοπίο δεν περιορίζονται μόνο σε μια χώρα. Επίσης προτείνεται τα Εργα Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI ή PMI) να ομαδοποιηθούν, τόσο για να γίνεται πιο εύκολα ο επιμερισμός του κόστους, όσο και για να βοηθηθεί η χρηματοδότηση, για παράδειγμα με τη σύσταση εταιρειών ειδικού σκοπού, προσελκύοντας κατ’ αυτό το τρόπο περισσότερες επενδύσεις.
Οι ελληνικές προτάσεις
Στο κείμενο φαίνεται να έχουν ληφθεί υπόψη και κάποιες από τις ελληνικές προτάσεις που είχε καταθέσει το Νοέμβριο το ΥΠΕΝ στη Κομισιόν, όπως ο σχεδιασμός των δικτύων ηλεκτρισμού της ΕΕ να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της ηπείρου συνολικά και όχι υπό τη «ματιά» κάθε χώρας ξεχωριστά με βάση τις δικές τις προτεραιότητες και ανάγκες.
Στο ελληνικό πακέτο των προτάσεων γινόταν αναφορά στην υιοθέτηση όσων έχει εισηγηθεί ο Σύνδεσμος των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας της ΕΕ (ACER) , σύμφωνα με τον οποίο οι αποκλίσεις των τιμών ρεύματος εντείνονται επειδή οι Διαχειριστές των δικτύων ηλεκτρισμού πολλών χωρών δεν τηρούν τον κανόνα του 70% για τη χρήση δυναμικότητας στις διασυνοριακές διασυνδέσεις. Κάτι που ισχύει ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη εξαιτίας της περιορισμένης χρήσης των διασυνδέσεων Αυστρίας-Ουγγαρίας και το «ντόμινο» που προκαλείται σε όλες τις χώρες του βαλκανικού άξονα, μέχρι την Ελλάδα, λόγω της μικρότερης διαθεσιμότητας ηλεκτρισμού έναντι αυτής που θα υπήρχε εάν τηρούνταν ο κανόνας.
Είναι ο Διαβαλκανικός Αγωγός, του οποίου οι υποδομές αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του Κάθετου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου, το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου Great Sea Interconnector (GSI) και η ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του άξονα «Ουγγαρίας-Ρουμανίας-Βουλγαρίας-Ελλάδας», που ειδικά το καλοκαίρι του 2024 πυροδότησε υψηλά επίπεδα ακραίων τιμών και ασυνήθιστων αποκλίσεων με τη Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.