Παπαθανασίου: Σύντομα πρέπει να προσδιορίσουμε το πλαίσιο εφαρμογής δυναμικών περικοπών
«Οι περικοπές ήρθαν γρήγορα, γιατί τα τελευταία χρόνια αυξάνεται ραγδαία η διείσδυση των ΑΠΕ και ήρθαν για να μείνουν. Θα μας συνοδεύσουν σε όλη την πορεία απανθρακοποίησης του ηλεκτρικού συστήματος». Αυτή τη διαπίστωση έκανε ο Σταύρος Παπαθανασίου, καθηγητής ΕΜΠ, σε σχετική ερώτηση από το περιθώριο του Power & Gas Forum.
Ειδικότερα, ο καθηγητής δήλωσε: «Οι περικοπές είναι δυσάρεστες. Θίγουν την ενεργειακή αποδοτικότητα των έργων και μερικές φορές δημιουργούν επενδυτική επισφάλεια, αλλά είναι αναπόφευκτες. Το ζητούμενο είναι να τις καταλάβουμε, να βρούμε τρόπους να τις περιορίσουμε και να κάνουμε επίσης προβλέψιμο το επίπεδο των περικοπών, ώστε να μη θίγεται η επενδυτική ασφάλεια των έργων.
Επειδή ακριβώς είναι καινούργιο θέμα, τόσο για την Ελλάδα, όσο και σε όλη την Ευρώπη και διεθνώς, τον Νοέμβριο του 2023 δημιουργήθηκε μια ομάδα έργου από το ΥΠΕΝ, όπου έχω την τιμή να είμαι συντονιστής και στην οποία εκπροσωπούνται όλοι οι θεσμικοί φορείς -η ΡΑΕΕΥ, το Υπουργείο, οι δύο Διαχειριστές, ο ΔΑΠΕΕΠ. Λίγο πολύ δηλαδή όλο το οικοσύστημα που διαχειρίζεται τον ηλεκτρισμό στη χώρα μας. Εκεί λοιπόν έχουμε την αποστολή, μέσα σε έναν περιορισμένο χρονικό ορίζοντα -μέχρι περίπου τον Σεπτέμβριο θα πρέπει να παραδώσουμε την πρώτη μας εισήγηση- να αποτυπώσουμε το πρόβλημα των περικοπών και να προσδιορίσουμε τι μπορεί να γίνει για τον περιορισμό τους. Επίσης να απαντήσουμε σε δύσκολα ερωτήματα, όπως το πως ποσοτικοποιούνται και κατανέμονται σε διάφορες κατηγορίες έργων, αν αποζημιώνονται ή όχι, πως μπορούν να υπάρξουν εγγυήσεις για το επίπεδο των περικοπών, ώστε να μπορεί να προχωρήσει απρόσκοπτα όσο γίνεται η υλοποίηση επενδύσεων ΑΠΕ.
Ταυτόχρονα, κοιτάζουμε το ζήτημα της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, κατά πόσο μέσω αυτού μπορούν να μειωθούν οι περικοπές και σε συνδυασμό με τους λειτουργικούς περιορισμούς να αξιοποιήσουμε καλύτερα τα διαθέσιμα δίκτυα και τον ηλεκτρικό χώρο που υπάρχει.»
«Ναι υπάρχει, είναι γεγονός και είναι δικαιολογημένη», σχολίασε ο κ. Παπαθανασίου, αναφορικά με την ανησυχία του επενδυτικού κοινού, ενώ πρόσθεσε: «Γιατί μέχρι να γίνει κατανοητό το πρόβλημα των περικοπών και να βρεθεί τρόπος να ρυθμιστεί, είναι λογικό οι επενδυτές να αισθάνονται απειλή. Η απειλή αυτή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν η πρόσβαση στο δίκτυο γίνεται με όρους μη εγγύησης του επιπέδου περικοπών. Οι περικοπές σε επίπεδο συστήματος, επειδή δεν έχουμε αρκετή ζήτηση θα υπάρχουν και αποτελούν μια αβεβαιότητα. Προσθέτουμε άλλη μια, από τον όγκο των προσφορών σύνδεσης, ο οποίος υπερβαίνει πολλές φορές τη δυνατότητα του δικτύου, το λεγόμενο overbooking, και αναπόφευκτα θα δημιουργήσει περικοπές. Αυτές όμως δεν ξέρουμε ούτε με ποιον τρόπο θα επιβληθούν, ούτε πόσες θα είναι, αν θα εγγυηθούμε ένα μέγιστο επίπεδό τους και αν θα τις αποζημιώσουμε.»
Σε ότι αφορά το θέμα του ηλεκτρικού χώρου, ο καθηγητής τόνισε: «Τα δίκτυα είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Είναι πεπερασμένα, αναπτύσσονται πολύ δύσκολα σε μεγάλες σταθερές χρόνου και ο ρυθμό με τον οποίο αυξάνεται η ζήτηση πρόσβασης είναι πολύ μεγαλύτερος από το ρυθμό με τον οποίο μπορούμε να αυξήσουμε τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο. Αυτό δημιουργεί φοβερές πιέσεις, στη χώρα μας και παντού. Το πρόβλημα έχει γίνει αντιληπτό εδώ και 2 χρόνια τουλάχιστον και έχει ήδη εισαχθεί με νόμο η δυνατότητα επιβολής λειτουργικών περιορισμών. Δηλαδή για παράδειγμα, ένα έργο 100 μεγαβάτ που συνδέεται κάπου δε μπορεί ούτε να δεσμεύει 100 μεγαβάτ, ούτε να εγχέει περιστασιακά μέχρι τόσο. Θα επιτρέπεται να εγχύσει λιγότερο, ώστε να αξιοποιείται καλύτερα ο διαθέσιμος χώρος και να υπάρχει η δυνατότητα σύνδεσης περισσότερων έργων. Αυτό είναι ήδη πραγματικότητα, με τους μόνιμους περιορισμούς, του 72% που επιβάλλεται στα φωτοβολταϊκά για παράδειγμα. Αυτή τη στιγμή επεξεργαζόμαστε σε συνεργασία με τους Διαχειριστές και τους δυναμικούς περιορισμούς, οι οποίοι θα συνοδεύσουν τη σύνδεση όγκου έργων ΑΠΕ που υπερβαίνουν τον ηλεκτρικό χώρο.»
Τέλος, ο κ. Παπαθανασίου σημείωσε ότι, οι διασυνδέσεις αναμφίβολα θα βοηθήσουν. «Η καταστολή των περικοπών θα περάσει από την αποθήκευση, που είναι ίσως ο πιο άμεσος και αποτελεσματικός τρόπος διαχείρισης του προβλήματος. Επίσης από τις διασυνδέσεις, που είναι αποτελεσματικές αλλά παίρνουν τεράστιο χρόνο να αναπτυχθούν, ενώ η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται και από τη δυνατότητα των γειτόνων να απορροφήσουν το πλεόνασμα που έχουμε εμείς, η οποία δεν είναι πάντα δεδομένη. Ακόμα, από την ευελιξία της ζήτησης, που εξίσου κάνει τα πρώτα της βήματα, αλλά οι σταθερές χρόνων είναι ακόμη μεγαλύτερες για την ανάπτυξή της.»
Πρόσθεσε δε, ότι όλα αυτά αναμφίβολα οδηγούν στην πτώση των τιμών. «Αυτή τη στιγμή η φθηνότερες τεχνολογίες παραγωγής, όπως και οι καθαρότερες είναι οι ΑΠΕ. Όσο διευκολύνουμε την πρόσβαση αυτής της ενέργειας στα δίκτυά μας, τόσο το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής θα γίνεται φθηνότερο. Και παρά τις ατέλειες του μοντέλου των αγορών, στο τέλος το χαμηλότερο μεσοσταθμικό κόστος παραγωγής, φτάνει και στον καταναλωτή.»