Δύο μύθοι για τις Α.Π.Ε. και μια κρυμμένη αλήθεια
του Κωνσταντίνου Βρεττού

Δύο μύθοι για τις Α.Π.Ε. και μια κρυμμένη αλήθεια

20 12 2022 | 12:26

Πριν μερικούς μήνες έθεσα σε λειτουργία έναν ιδιόκτητο μικρό φωτοβολταϊκό σταθμό στην Κεντρική Ελλάδα.  Αν είχα διαβάσει εκείνη την περίοδο τα άρθρα του Καθηγητή κου Γιώργου Ατσαλάκη που δημοσιεύθηκαν την 17.12.2022 στην  huffingtonpost.gr και την 18.12.2022 στην Καθημερινή και αν δεν ήμουν ειδικευμένος  στις Α.Π.Ε. εδώ και 3 δεκαετίες, θα μπορούσα να είχα ανησυχία για την επένδυσή μου.  Κι αυτό διότι,  τα άρθρα γράφουν επί λέξη τα εξής: «…η παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας επιδοτείται από τα κράτη αλλιώς οι επενδύσεις δεν θα ήταν βιώσιμες και η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος θα ήταν πανάκριβη. Ποιος θα δημιουργούσε ένα εργοστάσιο που θα παράγει μόνο στο 30% της παραγωγικής του δυναμικότητας; Οι παραγόμενες ποσότητες του 30% πρέπει να επωμιστούν το κόστος επένδυσης του υπολοίπου 70% της παραγωγικής δυναμικότητας που δε χρησιμοποιείται. Στην οικονομική πραγματικότητα κανείς δεν επενδύει σε εργοστάσια που παράγουν μόνο 30% της δυναμικότητας τους…»! Άρα, σύμφωνα με τα άρθρα: 

α) Θα έπρεπε να έχω λάβει κάποιας μορφής επιδότηση από το κράτος για την επένδυσή μου, που δεν έλαβα και ούτε θα μπορούσα αφού δεν προβλέπεται τέτοια επιδότηση. 

β) Θα έπρεπε να ανησυχώ ιδιαίτερα, αφού κατά τα άρθρα κανείς δεν επενδύει σε εργοστάσια που παράγουν μόνο το 30% της δυναμικότητας τους, ενώ εγώ επένδυσα σε ένα φωτοβολταϊκό σταθμό που παράγει λιγότερο από ….20% της δυναμικότητάς του!

Ευτυχώς στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να ανησυχήσω, αφού δεν ισχύουν όσα  αναγράφονται για τις Α.Π.Ε. στα ανωτέρω άρθρα. Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας να προσφέρω ταπεινά την εμπειρία μου στον αρθρογράφο και τους αναγνώστες που έχουν ειδικεύσεις και γνώσεις σε άλλους κλάδους αλλά όχι στην ενέργεια. Έτσι θα μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους να μην ανησυχούν αν θέλουν να επενδύσουν στις Α.Π.Ε., αλλά και να μην αμφιβάλλουν για το πώς επιδοτούνται σήμερα, οι λογαριασμοί κατανάλωσης ρεύματός τους:

1) Καμία επιδότηση δεν δίνεται στις Α.Π.Ε., από καμία ευρωπαϊκή Κυβέρνηση εδώ και πολλά χρόνια. 

Στη χώρα μας, ήδη από το 2016 καθιερώθηκε σύστημα μειοδοτικών διαγωνισμών για την τιμή πώλησης της παραγόμενης ενέργειας σταθμών Α.Π.Ε. Κατ’ εξαίρεση μέχρι και φέτος, νέα έργα Α.Π.Ε. μικρής κλίμακας σε αγρούς ή στέγες απολαμβάνουν σταθερή τιμή, ρυθμιζόμενη από τον Υπουργό Ενέργειας. Όμως και αυτά λαμβάνουν πολύ χαμηλές  τιμές πώλησης ενέργειας, που κάθε άλλο παρά επιδότηση μπορούν να θεωρηθούν: Για παράδειγμα, ο δικός μου μικρός φωτοβολταϊκός σταθμός πωλεί την παραγόμενη ενέργεια στο Δίκτυο μόλις 6,5 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα (KWh). 

Την ίδια ώρα, ως καταναλωτής αγοράζω από το Δίκτυο περίπου 20 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα (KWh). Την τιμή των 20 λεπτών την έχω χάρη στην επιδότηση από το  «Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης». Αν δεν υπήρχε το ταμείο, θα πλήρωνα περισσότερα από 40 λεπτά ανά κιλοβατώρα, όπως αναγράφεται στις «χρεώσεις προμήθειας» στην πίσω σελίδα του λογαριασμού!.

Τα μεγαλύτερα έργα αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών που επιλέγονται στους διαγωνισμούς, πωλούν την ηλεκτρική ενέργειά τους σε ακόμη χαμηλότερες τιμές: Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) κατά τον πρόσφατο διαγωνισμό που διενήργησε στις 05.09.2022, η τιμή πώλησης της παραγόμενης ενέργειας από τους σταθμούς που επιλέχθηκαν (Απόφαση ΡΑΕ 691/2022) διαμορφώθηκε σε: 

5,76 λεπτά ανά κιλοβατώρα για τους νέους αιολικούς σταθμούς και 

4,79 λεπτά ανά κιλοβατώρα για τους νέους φωτοβολταϊκούς σταθμούς.

Χωρίς αυτές τις Α.Π.Ε. η ενέργεια θα πρέπει να παραχθεί από ορυκτά καύσιμα με πολλαπλάσιο κόστος. Σύμφωνα και πάλι με τα στοιχεία της ΡΑΕ για το τελευταία εξάμηνο του 2022 το κόστος αυτό ήταν 20 λεπτά ανά κιλοβατώρα για τους λιγνιτικούς σταθμούς και   41,2 λεπτά ανά κιλοβατώρα για σταθμούς φυσικού αερίου. 

Βλέποντας τα παραπάνω πραγματικά νούμερα, θα πρέπει να μην έχουμε καμία αμφιβολία για το όφελος μας ως καταναλωτές από τις Α.Π.Ε. Οι αιολικοί και οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί, όχι απλώς  δεν επιδοτούνται,  αλλά αντίθετα επιδοτούν τους καταναλωτές αφού οι συμβατικοί σταθμοί, παράγουν 3 έως 8 φορές πιο ακριβά, εκτοξεύοντας  τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής  ενέργειας, βάσει της οποίας καθορίζεται στη συνέχεια η λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.  Η διαφορά των χαμηλών τιμών που εισπράττουν οι Α.Π.Ε. από τις υψηλές τιμές της αγοράς ενέργειας, μεταφέρεται από το Διαχειριστή στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης και από εκεί επιδοτούνται οι καταναλωτές, όπως αναγράφεται και στην πρώτη σελίδα των λογαριασμών τους. 

2) Η «παραγωγική δυναμικότητα» που μνημονεύουν τα άρθρα του αξιότιμου κου Καθηγητή, ορίζοντας την μάλιστα στο 30%  ανεξαιρέτως τεχνολογίας ΑΠΕ, είναι ο «συντελεστής φορτίου» (αγγλιστί: capacity factor). Ο συντελεστής φορτίου είναι ο δείκτης τον οποίο χρησιμοποιούμε για να συγκρίνουμε  σταθμούς της ίδιας και μόνο τεχνολογίας, π.χ. δύο αιολικούς σταθμούς μεταξύ τους. Η σύγκριση- εκλαϊκευμένα- πραγματοποιείται ως εξής: Είτε συγκρίνουμε δυο ίδιους σταθμούς σε διαφορετικές θέσεις, ώστε να ελέγξουμε/συγκρίνουμε τις θέσεις, ως προς την αφθονία του ανανεώσιμου πόρου (άνεμος), είτε, αντίστροφα, συγκρίνουμε δύο διαφορετικούς σταθμούς σε ίδιες θέσεις, ώστε να ελέγξουμε/συγκρίνουμε τεχνικά στοιχεία αυτών. Σε καμία όμως περίπτωση δεν χρησιμοποιούμε τον συντελεστή φορτίου, για να συγκρίνουμε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής διαφορετικών τεχνολογιών, αλλά ούτε και για να αποφασίσουμε την υλοποίηση ή μη μιας επένδυσης με τον τρόπο που εννοούν, σφάλοντας, τα άρθρα. Η απόφαση ή μη υλοποίησης  λαμβάνεται με έλεγχο οικονομικών παραμέτρων και ειδικότερα την απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων με βάση κυρίως το κόστος που πρέπει να καταβληθεί & το κόστος χρήματος, την ποσότητα της παραγόμενης ενέργειας και την τιμή πώλησής της.

Σημειώνω ότι για τις διαφορετικές τεχνολογίες Α.Π.Ε. ισχύουν τα εξής: Οι  φωτοβολταϊκοί σταθμοί έχουν τους μικρότερους συντελεστές φορτίου (κάτω του 20%), ακολουθούν οι αιολικοί σταθμοί με συντελεστές 28%-45% (στους αιολικούς είχε βρει το «30%» ο αρθρογράφος), μετά βρίσκουμε τα υδροηλεκτρικά με συντελεστές τάξεως 40%-45%, μετά οι σταθμοί γεωθερμίας με συντελεστές φορτίου περί το 70% και τέλος οι σταθμοί βιομάζας (για τους οποίους υφίσταται και το μικρότερο επενδυτικό ενδιαφέρον), παρόλο που έχουν τους  μεγαλύτερους συντελεστές φορτίου της τάξεως του 80%. 

Συμπερασματικά λοιπόν θα συνιστούσα στους αναγνώστες, εφ’ όσον διαθέτουν κατάλληλους πόρους,  να επενδύσουν στις Α.Π.Ε. χωρίς ανησυχία - με οποιαδήποτε τρόπο κρίνουν  οι ίδιοι εφικτό - είτε ως παραγωγοί με ένα μικρό φωτοβολταϊκό στη στέγη τους είτε ως μέτοχοι σε μεγαλύτερα έργα. Έτσι, όχι μόνο θα συνεισφέρουν στην αποκλιμάκωση-εξομάλυνση των τιμών των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας αλλά θα γίνουν και μέλη της «μεγάλης ευρωπαϊκής παρέας» που θα επιχειρήσει τις επόμενες δεκαετίες την πλήρη απεξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την αυταρχική συμπεριφορά των  χωρών-παραγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.  

- Ο Κων/νος Βρεττός είναι σύμβουλος σε ενεργειακά θέματα, Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός, ΜΒΑ , με εμπειρία από τη δεκαετία του ’90 σε ανάπτυξη, κατασκευή και λειτουργία πολλών έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM