Η altera pars σχετικά με τα μέτρα του ΥΠΕΚΑ για τα φωτοβολταϊκά

20 08 2012 | 23:56

 

Το ότι οι πρόσφατες αλλαγές του ΥΠΕΚΑ για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων δέχονται σκληρή κριτική από τους φορείς του κλάδου αλλά και κάποιες ΜΚΟ, το βλέπετε και το παρακολουθείτε από τις στήλες του energypress. Υπάρχουν όμως και υποστηρικτές των μέτρων, όπως ο αναγνώστης (τα στοιχεία του στη διάθεσή μας) που μας έστειλε σχετική επιστολή την οποία δημοσιεύουμε ως την altera pars των όσων βλέπουν το φως της δημοσιότητας και για την ενίσχυση του διαλόγου, ενόψει ειδικά των νέων μέτρων. Η επιστολή, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:

«Οι εγγυημένες τιμές που απολάμβαναν τα φωτοβολταϊκά στη χώρα μας ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψη του ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα σήμερα έχουν μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά κόστη. Ήταν μάλιστα οι υψηλότερες απ’ όλες τις άλλες μορφές ΑΠΕ, υπερτετραπλάσιες των αντίστοιχων τιμών για αιολικά. Οι υψηλότατες αποδόσεις, που οι τιμές αυτές προσέφεραν, είχαν σαν αποτέλεσμα, παρά την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα, μια ραγδαία αύξηση του ρυθμού εγκατάστασης φωτοβολταϊκών συστημάτων τον τελευταίο κυρίως χρόνο. Μόνο το 1ο εξάμηνο του 2012 εγκαταστάθηκαν πάνω από 350 καινούρια MW. Η ραγδαία αυτή αύξηση έχει σαν αποτέλεσμα τα ποσά με τα οποία επιβαρύνεται το σύστημα να αυξάνονται αντίστοιχα γρήγορα. Όμως ποιος επωμίζεται το υψηλό κόστος ενέργειας που οι μεγάλες εγγυημένες τιμές συνεπάγονται; Ανεξάρτητα με το πώς το κόστος αυτό επιμερίζεται (κι αυτό γιατί ίσως ο σημερινός τρόπος επιμερισμού χρειάζεται επικαιροποίηση), επιβαρύνει είτε απευθείας τον τελικό καταναλωτή είτε στερεί αναπτυξιακούς κρατικούς πόρους. Τελικά δηλαδή επιβαρύνει τον πολίτη. Η πρόσφατη λοιπόν προσαρμογή των εγγυημένων τιμών μόνον σαν εξορθολογισμός μπορεί να θεωρηθεί.

Η μείωση αυτή δεν υπονομεύει το επενδυτικό κλίμα στον τομέα, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη και μάλιστα σε ιδιαίτερα ώριμο στάδιο παρά πολλά αιτήματα. Από τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, περίπου 1700 MW έχουν συμβάσεις πώλησης με «κλειδωμένες» τιμές (για σύγκριση, τα λειτουργούντα σήμερα είναι περίπου 1100 MW). Οι επενδύσεις αυτές, που θα υλοποιηθούν με τις τωρινές χαμηλές τιμές του εξοπλισμού και με τις παλιότερες εγγυημένες τιμές, θα απολαύσουν αποδόσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν σκανδαλώδεις. Αλλά ακόμα κι αν προχωρούσαν με τις πρόσφατες τιμές, ένας πρόχειρος λογαριασμός δείχνει πώς οι αποδόσεις θα ήταν λογικές. Κι ας μην ξεχνούμε, πως η πώληση της ενέργειας είναι εξασφαλισμένη για 20 χρόνια! Υπάρχουν άραγε άλλοι επενδυτικοί τομείς που να παρέχουν τέτοια εξασφάλιση; Πώς θα αισθάνονται όσοι επενδύουν σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς, που παίρνουν πάνω τους όλο το ρίσκο των επιλογών τους; Μήπως έχουμε και εδώ το φαινόμενο που πολλοί θεωρούν ότι μαστίζει την Ελληνική Οικονομία, αυτό των «κρατικοδίαιτων» επενδυτών;

Και πλήττεται αλήθεια ο κλάδος με την πρόσφατη αναστολή νέων αιτημάτων; Όχι, διότι τα αιτήματα που ήδη έχουν προχωρήσει και δεν επηρεάζονται αντιστοιχούν σε περίπου πέντε φορές την ισχύ που εγκαταστάθηκε τον τελευταίο χρόνο. Τα έργα ”fast track” δεν επηρεάζονται. Ούτε και τα μικρά φωτοβολταικά στις στέγες (που αντιπροσωπεύουν μάλιστα 200 εγκατεστημένα MW σήμερα). Μάλλον παίζουν με τη νοημοσύνη μας όσοι ισχυρίζονται ότι σταματά η ανάπτυξη με τα συγκεκριμένα διοικητικά μέτρα.

Το αληθινό ερώτημα είναι μάλλον άλλο. Θα μπορέσει το σύστημα πληρωμής της ενέργειας από ΑΠΕ να αντέξει, χωρίς να επιβαρύνει καταστρεπτικά τους καταναλωτές, οικιακούς και μη ( γιατί εκτός από τους οικιακούς οι όποιες παραγωγικές δραστηριότητες έχουν απομείνει στη χώρα, επίσης έχουν το κόστος ενέργειας); Τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω για τις επενδύσεις ΑΠΕ ισχύουν όσο το σύστημα μπορεί και λειτουργεί, όπως το ξέρουμε σήμερα. Μια πιθανή κατάρρευσή του θα ήταν ο μόνος πραγματικός κίνδυνος, ασύγκριτος με τα όσα μικρόψυχα προβάλλονται για μειώσεις αποδόσεων.

Ευτυχώς, η πολιτεία δείχνει πως αρχίζει να κινείται. Τα πρώτα μέτρα είναι σαφώς προς την σωστή κατεύθυνση. Οι πολέμιοι τους μάλλον άλλα κίνητρα έχουν και όχι αυτά που προβάλλουν, μια που οι ισχυρισμοί τους δεν φαίνεται να στέκουν σε πραγματική κριτική όπως αποδεικνύει η ανάλυση των δεδομένων. Περιμένουμε τις επόμενες κινήσεις ελπίζοντας πώς θα συνεχίσουν να κατευθύνονται προς τη σταθεροποίησης της ηλεκτρικής αγοράς». 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM