Δεν φταίει μόνο ο πόλεμος για τις τιμές ρεύματος
Για την εκτίναξη στα ύψη των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και τις συνακόλουθες επιπτώσεις στον πληθωρισμό, οι οπαδοί της θεωρίας των υπεραπλουστεύσεων αρκούνται στη διατύπωση: Για όλα φταίει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.
Από τον Μάϊο του 2021, η αυξητική πορεία της τιμής του φυσικού αερίου ήταν εμφανής και με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον περασμένο Φεβρουάριο, και όσα ακολούθησαν, η κατάσταση εκτροχιάστηκε.
Αυτό όμως δεν μας επιτρέπει να παραβλέψουμε τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε στη ραγδαία αύξηση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας, η ριζική αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης, που είχε αποφασιστεί πολύ πριν από την κρίση.
Επί δεκαετίες στο παρελθόν, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες, η τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας βασίζονταν στην επιδίωξη της εξασφάλισης εσόδων (revenue requirement), ικανών για να καλύπτουν το σύνολο των πάσης φύσεως δαπανών παραγωγής, μεταφοράς και διανομής του ρεύματος και, επιπλέον, να αφήνουν και ένα εύλογο περιθώριο κέρδους (fair rate of return), στην επιχείρηση.
Στο σε τι ύψος θα έπρεπε να φθάνει το "εύλογο περιθώριο κέρδους", σε αυτό είχαν λόγο και οι Εποπτικές Ρυθμιστικές Αρχές, όπως η FEDERAL POWER COMMISSION (Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ηλεκτρισμού) στην Ουάσιγκτον και οι αντίστοιχες Αρχές ή Υπουργεία σε άλλες χώρες, όπως και στην Ελλάδα.
Για τον προσδιορισμό του ύψους του "εύλογου περιθωρίου κέρδους", λαμβάνονταν υπόψη το ότι η ηλεκτρική ενέργεια είναι είδος πρώτης ανάγκης για τα νοικοκυριά, την υγεία, την εκπαίδευση, τη βιομηχανία, το εμπόριο κλπ.
Λαμβάνονταν επίσης υπόψη ότι ο κλάδος του ηλεκτρισμού είναι επιχειρηματικά ασφαλής κλάδος. Τα κράτη μπορούν να χρεωκοπούν και να "κουρεύουν" τα ομόλογα των δανειστών τους, οι επιχειρήσεις ηλεκτρισμού, όπως η ΔΕΗ, που απολάμβανε πρόσβαση και υψηλή αποδοχή στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, όχι.
Με αυτό το σκεπτικό, το εύλογο περιθώριο κέρδους ορίζονταν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, ανάλογα και με την εκάστοτε γενική οικονομική συγκυρία.
Στην Ελλάδα, ως εύλογο περιθώριο κέρδους στον ηλεκτρισμό θεωρούνταν το 3-4%, με σκοπό τη μερική χρηματοδότηση των επενδύσεων σε σταθμούς παραγωγής και σε τεράστια φράγματα, για ηλεκτρισμό και άρδευση, για δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που κάλυψαν ολόκληρη τη χώρα κλπ.
Όπως είχε επισημάνει εξέχων παλαιός Υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας, σε ομιλία του σε διεθνές συνέδριο στην Αθήνα, "Ο εξηλεκτρισμός της Ελλάδας δεν έγινε ούτε από την POWER (Αγγλική εταιρία ηλεκτρισμού Αθηνών-Πειραιώς) ούτε από τον Πολογεώργη (ιδιωτική εταιρία ηλεκτρισμού στην περιοχή της Θεσσαλίας).
Όταν οι καιροί άλλαξαν και εκτιμήθηκε ότι, και στον κλάδο του ηλεκτρισμού, ο ανταγωνισμός, έστω και Ολιγοπωλιακός, θα μπορούσε να συμπιέσει κόστος και τιμές, κρίθηκε (όχι από όλους), ότι έφθασε η ώρα της αλλαγής στον τρόπο τιμολόγησης, ώστε ο κλάδος να γίνει ακόμα πιο ελκυστικός στους υποψήφιους επενδυτές.
Έτσι, φθάσαμε στον ορισμό του "οριακού κόστους", δηλαδή της τιμής της ακριβότερης μεγαβατώρας, που προσφέρεται από τον οριακό (ακριβότερο) προμηθευτή, ως οδηγού για τον προσδιορισμό των τιμών και του ύψους των λογαριασμών, που θα καλούνται να πληρώνουν οι καταναλωτές.
Η θεαματική άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου έδειξε ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες αποφάσεων αυτού του είδους, που λαμβάνονται από ανθρώπους, που δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι είναι άλλου είδους αγορά, μια αγορά με ένα πλήθος προμηθευτών και άλλου είδους αγορά, μια αγορά, όπως η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού (με τις περιορισμένες διασυνδέσεις) με τους 4 ή τους 5 βασικούς παραγωγούς.
Οι λογαριασμοί με τα απίθανα ποσά και με τα εξίσου απίθανα "ουρανοκατέβατα κέρδη" των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού, άνοιξαν τα μάτια και στον τελευταίο ανυποψίαστο, για το πού μπορεί να οδηγήσουν οι εσφαλμένες επιλογές, τύπου marginal cost pricing, στον Ολιγοπωλιακό κλάδο του ηλεκτρισμού.
Η Κυβερνητική παρέμβαση για διόρθωση των ακροτήτων, μέσω της επιστροφής ποσών από τα ουρανοκατέβατα κέρδη, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Χρειάζεται όμως ανάληψη πρωτοβουλίας, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, για επανασχεδιασμό του τρόπου λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού και επαναθεώρηση αφελών προσεγγίσεων.
Εάν υπάρξει εμμονή σε πρακτικές τύπου marginal cost pricing και αν αγνοηθούν οι ιδιαιτερότητες των Ολιγοπωλιακών αγορών, με την πεποίθηση ότι για όλα θα φροντίσει ο ανταγωνισμός, θα προσφέρουμε χείριστη υπηρεσία στην ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πιθανόν να βρεθούμε μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις.
Οι Ευρωπαίοι πολίτες είναι άγνωστο πώς θα αντιδράσουν, όταν δουν ότι το όραμα της "κοινωνίας της αφθονίας" πάει να υποκατασταθεί από μια "κοινωνία επιδοματούχων" , δελτίων κατανάλωσης και άλλα, που παραπέμπουν σε άλλες εποχές.
* Ο κ. Κωνσταντίνος Β. Γιωτόπουλος είναι τ. Γενικός Δ/ντης Οικον. ΔΕΗ, τ. Πρόεδρος της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ του CEEP (Βρυξέλλες, Ευρωπαϊκό Κέντρο Επιχειρήσεων με Δημόσια Συμμετοχή), τ. Διευθύνων Σύμβουλος ΤΡΑΜ Α.Ε.
(capital)