Συνέντευξη Άλεξ Παπαλεξόπουλου στο energypress: Αμφιλεγόμενο μέτρο η αφαίρεση των windfall profits – Εγκυμονούν κινδύνους τα πλαφόν – Δεν φταίει το Target Model για τις υψηλές τιμές
Ο αρχιτέκτονας του Target Model στην Ελλάδα Δρ. Άλεξ Παπαλεξόπουλος, Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της ECCO International με ενεργό δραστηριότητα σε δεκάδες αγορές ανά τον πλανήτη, προειδοποιεί μεταξύ άλλων, παραχωρώντας μια μακρά και αναλυτική συνέντευξη στο energypress, ότι οποιαδήποτε παρέμβαση στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη κι αν είναι πρόσκαιρη, μπορεί να έχει πολύ αρνητικά αποτελέσματα (ειδικά μάλιστα στις επενδύσεις ΑΠΕ).
Ο κ. Παπαλεξόπουλος σχολιάζει τα σχεδιαζόμενα δομικά μέτρα για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών και την προοπτική δραστικών μεταρρυθμίσεων στη δομή της εγχώριας αγοράς. Χαρακτηρίζει μέτρο αμφιλεγόμενο και χωρίς ουσιαστική απόδοση την ανάκτηση των windfall profits από τους ηλεκτροπαραγωγούς, ενώ αναλύει τους κινδύνους από την επιβολή πλαφόν στη λιανική ή ακόμα και από τον καθορισμό ανώτατης τιμής στο TTF για το αέριο, καθώς θα δημιουργούσε πρόβλημα στην ασφάλεια εφοδιασμού της ΕΕ.
Ο ίδιος θεωρεί ότι το πλέον ενδεδειγμένο μέτρο ελάφρυνσης των καταναλωτών είναι οι επιδοτήσεις, για τις οποίες στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει ένα “μαξιλάρι” 4-5 δισ. ευρώ προς αξιοποίηση, χωρίς δημοσιονομική επίπτωση.
Σύμφωνα με τον κ. Παπαλεξόπουλο, το Target Model δουλεύει σωστά κάτω από όλες τις συνθήκες, ενώ στη δεδομένη συγκυρία αυτό που κάνει είναι απλώς να αποτυπώνει με τις υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας τη σπανιότητα του φυσικού αερίου και, κατά συνέπεια, την κρίση που έχουμε στην αντίστοιχη αγορά. Χρειάζεται ωστόσο, παράλληλα, η Ρυθμιστική Αρχή να λάβει μέτρα για αντιμετώπιση πιθανών κινήσεων χειραγώγησης που σε τέτοιες συνθήκες διευκολύνονται.
Το Target Model δεν αυξάνει τις τιμές. Κάνει αυτό που έχει σχεδιαστεί να κάνει…
- Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τους τελευταίους μήνες, αν και το Target Model έχει λειτουργήσει πολύ αποτελεσματικά τα προηγούμενα χρόνια, διασφαλίζοντας ανταγωνιστικές τιμές ρεύματος όσο οι συνθήκες στη διεθνή ενεργειακή αγορά χαρακτηρίζονταν από κανονικότητα, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα έκτακτα δεδομένα που δημιούργησε η ενεργειακή κρίση (με κυριότερο την εκτίναξη των διεθνών τιμών αερίου). Ποια είναι η άποψή σας;
Η γνώμη μου είναι ότι το Target Model έχει δοκιμαστεί και δουλεύει, σε πολλές αγορές και για πολλά χρόνια, όχι μόνο υπό κανονικές συνθήκες, αλλά σε όλες τις συνθήκες. Επιμένω σε αυτό το σημείο, επειδή έχω ακούσει αυτό που λέγεται ότι στην Ελλάδα ίσως δεν δουλεύει σήμερα λόγω της ενεργειακής κρίσης. Το πρόβλημα που έχουμε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι ότι η σπανιότητα ενός αγαθού σε μία αγορά, μεταφέρεται σε σπανιότητα αγαθού σε άλλη αγορά. Επί της ουσίας δηλαδή δεν έχουμε κρίση στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά κρίση στην αγορά του φυσικού αερίου. Επομένως όταν υπάρχει σπανιότητα οι τιμές ανεβαίνουν και τότε το Target Model κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Οι τιμές δηλαδή είναι πολύ υψηλές, γιατί εκφράζουν τη σπανιότητα.
Από την άλλη πλευρά, βάσει της διεθνούς εμπειρίας που έχουμε αποκτήσει στον σχεδιασμό των ενεργειακών αγορών σε περισσότερες από 15 χώρες τα τελευταία 20 χρόνια, έχουμε εκτιμήσει ότι σε συνθήκες σπανιότητας, αυξάνεται όντως η δυνατότητα για χειραγώγηση της αγοράς από τους «παίκτες». Αυτό είναι κάτι που έχει διαπιστωθεί και σε άλλες χώρες. Η λύση ωστόσο δεν είναι να αλλάξεις το μοντέλο, αντίθετα θα πρέπει ο ρυθμιστής να εφαρμόσει αυστηρές μεθόδους monitoring και surveillance, ώστε να προστατέψει την αγορά από πιθανό «gaming», το οποίο μπορεί όντως να υπάρχει ανάλογα με τις συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν σε κάθε αγορά.
Τέτοιες μέθοδοι χρειάζεται να εφαρμόζονται πριν από την εκκαθάριση της αγοράς, απέναντι σε κάθε «παίκτη» (δεσπόζοντα ή μη δεσπόζοντα) που ενδεχομένως θα επιχειρήσει να χειραγωγήσει την αγορά. Χρειάζεται δηλαδή ένα ex-ante market power mitigation. Δεν φταίει επομένως το Target Model για το γεγονός ότι οι τιμές έχουν ανέβει πολύ ψηλά, κατά τη γνώμη μου το μοντέλο δουλεύει κάτω από όλες τις συνθήκες.
- Από την άλλη πλευρά, πώς επηρεάζεται η λειτουργία του Target Model από τη δομή της εκάστοτε αγοράς;
Το Target Model είναι ανεξάρτητο από το πόσο ανταγωνιστική είναι η αγορά. Δηλαδή αν έχουμε δέκα ανταγωνιστικά χαρτοφυλάκια ηλεκτροπαραγωγής η αγορά λειτουργεί πιο εύρυθμα, αντίθετα αν έχουμε ένα, κάνει την αγορά δυσκολότερη. Επομένως η ανταγωνιστικότητα είναι πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό για την αγορά και έχει έμμεση σχέση με το Target Model, όχι άμεση. Όταν η εταιρεία μου σχεδίαζε το Target Model στην Ελλάδα και ερωτήθηκα για το αν το μοντέλο επρόκειτο να ρίξει τις τιμές, η απάντησή μου ήταν ότι είναι εξίσου πιθανό να πέσουν, όσο και να ανέβουν.
Βέβαια, η απάντησή μου δεν άρεσε σε πολλούς, γιατί πίστευαν πως οι τιμές θα πέσουν. Όμως αυτό δεν είναι δεδομένο, καθώς εξαρτάται από τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά. Για την ελληνική αγορά ενέργειας, είναι κρίσιμη η είσοδος νέων «παικτών» (όπως Φορέων Σωρευτικής Εκπροσώπησης, πάροχοι υπηρεσιών Απόκρισης Ζήτησης κ.λπ.) για να ενισχυθεί η ανταγωνιστική δομή της.
Αν το demand response εφαρμοζόταν σε ευρεία κλίμακα στην ελληνική αγορά, δεν θα υπήρχε τόσο μεγάλο πρόβλημα. Παρʼ ότι υπήρχε πρόβλεψη στον σχεδιασμό του Target Model, δεν έχει εφαρμοσθεί ακόμα, ο ΑΔΜΗΕ βρίσκεται στο στάδιο της υλοποίησης. Το demand response θα μπορούσε να θέσει ένα έμμεσο πλαφόν στην αγορά. Σταδιακά σαν εργαλείο θα βοηθήσει να αυξηθεί η διαχείριση ζήτησης στην αγορά, καθώς στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη μισή εικόνα, που είναι η παραγωγή, και χάνουμε την άλλη μισή, την κατανάλωση.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι η απόκριση ζήτησης είναι πολύ κρίσιμη για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ενέργειας. Ωστόσο, ο σχεδιασμός που έχει υιοθετήσει η ΕΕ δημιουργεί αντικίνητρα για τη μεγιστοποίηση της αξίας του demand response. Αυτό δείχνει η εμπειρία μου από τη συμμετοχή στον σχεδιασμό αγορών ενέργειας στην ΕΕ. Ο λόγος είναι ότι οι αγορές στην ΕΕ δεν λαμβάνουν υπόψη στον μηχανισμό εκκαθάρισης το λεπτομερές δίκτυο μεταφοράς και όλους τους περιορισμούς στη διακίνηση της ενέργειας.
Ως αποτέλεσμα, οι συμφορήσεις και οι απώλειες δεν αντικατοπτρίζονται στις τιμές της ενέργειας. Ως εκ τούτου, τα πραγματικά κόστη της αγοράς ενέργειας κοινωνικοποιούνται (γενικά μία τιμή ανά χώρα, σε αντίθεση με μία τιμή ανά κόμβο στο σύστημα μεταφοράς, όπως γίνεται στις αγορές των ΗΠΑ). Συνεπώς, τα σημεία στο δίκτυο που όντως παρουσιάζουν πολύ ενεργειακές τιμές, για να προσελκύσουν υπηρεσίες ανταπόκρισης ζήτησης, δεν είναι γνωστά στους «παίκτες» στην αγορά.
Κάθετα αντίθετος με το «pay as bid», αμφιλεγόμενη η αφαίρεση των windfall profits
- Αν όπως υποστηρίζετε το Target Model δουλεύει κάτω από όλες τις συνθήκες, διαφωνείτε με την εκτίμηση που έχουν εκφράσει και αρκετοί Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες, ότι όσο διαρκεί η κρίση, η αποζημίωση της ενέργειας στην οριακή τιμή (marginal price) αποφέρει δυσανάλογα υψηλά έσοδα σε όλες τις τεχνολογίες ηλεκτροπαραγωγής, πλην του φυσικού αερίου; Σε αυτό το πλαίσιο, έχει προταθεί η παροδική αλλαγή του μοντέλου από «pay as cleared» σε «pay as bid».
Ο μηχανισμός τιμολόγησης της αγοράς δουλεύει μια χαρά. Φανταστείτε τι θα σήμαινε να μην είχαμε το Χρηματιστήριο Ενέργειας, να μην είχαμε δηλαδή μια διαφανή τιμή. Ακόμα και να μην μας αρέσουν τα επίπεδα στα οποία κινείται, χάρη στο Χρηματιστήριο έχουμε μια τέτοια τιμή, ένα «σήμα» για το πού βρίσκεται η αγορά. Ασφαλώς οι υψηλές τιμές δημιουργούν προβλήματα, αλλά από πλευράς αρχιτεκτονικής, η αγορά δουλεύει όπως πρέπει.
Όσον αφορά το «pay as bid», αλλάζει τα κίνητρα των «παικτών», καθώς προσπαθούν να προβλέψουν την οριακή τιμή και να υποβάλλουν προσφορές σε αυτό το ύψος (ανεξάρτητα από το μεσοσταθμικό κόστος των μονάδων τους), ώστε να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά έσοδα. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε λάθη και στρεβλώσεις της αγοράς, με συνέπεια να αυξάνεται το τελικό κόστος για τους καταναλωτές.
Δηλαδή το «pay as bid», ενώ ακούγεται καλό θεωρητικά, πρακτικά έχουμε αποδείξει ότι δημιουργεί στρεβλώσεις, μειώνει τον ανταγωνισμό και αυξάνει το κόστος. Για παράδειγμα αν κάποιος μικρός «παίκτης» κάνει λάθος στην πρόβλεψη της αγοράς και υποβάλλει προσφορά πάνω από το ύψος στο οποίο εκτιμά ότι θα κινηθεί η οριακή τιμή, θα μείνει εκτός αγοράς. Αντίθετα, το «pay as cleared» διασφαλίζει πως θα υποβάλλει πάντοτε προσφορές με κριτήριο το κόστος της μονάδας του, και όχι το πού εκτιμά ότι θα κινηθεί η οριακή τιμή.
Επομένως, το αποτέλεσμα του «pay as bid» είναι να καταστρέφεται η βέλτιστη κατανομή των μονάδων. Για όλους αυτούς τους λόγους είμαι κάθετα αντίθετος με το «pay as bid», ακριβώς γιατί θέλουμε μια αγορά με περισσότερους «παίκτες» όλων των μεγεθών, με έργα ΑΠΕ, με μονάδες αποθήκευσης, κ.λπ.
Τα τελευταία 20 χρόνια έχω πραγματοποιήσει πληθώρα δημοσιεύσεων για το θέμα αυτό, δηλαδή για την ανάγκη εφαρμογής αποκλειστικά μηχανισμών τιμολόγησης «pay as cleared», βάσει του marginal price. Η θεωρητική και πρακτική εμπειρία από πολλές αγορές παγκοσμίως πιστοποιεί αυτή τη θέση, ενώ η συζήτηση για το μοντέλο τιμολόγησης έχει λήξει πριν από πολλά χρόνια. Το 1997, κατά τον σχεδιασμό της ενεργειακής αγοράς της Καλιφόρνια, πολλοί πολιτικοί πίεζαν για έναν μηχανισμό τιμολόγησης pay-as-bid.
Εκείνη την εποχή συνεργαζόμασταν με έναν διάσημο οικονομολόγο, τον καθηγητή Vernon Smith, κάτοχο του βραβείου Νόμπελ στις Οικονομικές Επιστήμες (2002). Αποδείξαμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο μηχανισμός «pay-as-bid»: α) «καταστρέφει» τη βέλτιστη κατανομή των μονάδων, β) δημιουργεί μεγάλα εμπόδια στους μικρούς «παίκτες» της αγοράς, γ) δημιουργεί αντικίνητρα για επενδύσεις που διασφαλίζουν επάρκεια τροφοδοσίας μακροπρόθεσμα, δ) αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και ε) αυξάνει το κόστος για τους καταναλωτές.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχει επανέλθει η συζήτηση για το «pay-as-bid». Πρόκειται πραγματικά για βήμα προς τα πίσω.
- Με δεδομένο ότι η Κομισιόν προτείνει την ανάκτηση αυτών των συγκυριακά υψηλών εσόδων των ηλεκτροπαραγωγών (είτε ex ante είτε ex post), και ένα ανάλογο μέτρο προωθεί και η Ελλάδα, ποιο θεωρείτε ότι θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας παρέμβασης -έστω και πρόσκαιρης- στην αρχιτεκτονική του target model;
Υπάρχει όντως οικονομική θεωρία για το πώς να αφαιρέσουμε τα windfall profits σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, σε συνθήκες όπως στην Ελλάδα, και αυτά να επιστραφούν με κάποιο τρόπο έμμεσα στους καταναλωτές. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή δεν έχει δουλέψει καλά πουθενά στον κόσμο, βάσει της εμπειρίας μου. Αναφέρω το παράδειγμα της Καλιφόρνια, η οποία αντιμετώπισε ενεργειακή κρίση το 2001 και η κυβέρνηση προσπάθησε να πάρει τα υπερκέρδη από τους παραγωγούς, οι οποίοι υπέβαλαν αγωγές, με συνέπεια να βρίσκονται στα δικαστήρια πάρα πολλά χρόνια.
Σε περιόδους σπανιότητας, οι τιμές αυξάνονται. Όμως κανείς δεν γνωρίζει από ποιο σημείο και μετά η αύξηση παύει να οφείλεται στη σπανιότητα και πλέον έγκειται σε χειραγώγηση της αγοράς. Επομένως είναι θέμα διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην εκάστοτε κυβέρνηση και τους παίκτες της αγοράς. Πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να δημιουργήσει ρυθμιστική και επενδυτική αστάθεια, ενώ υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να μειώσει τις επενδύσεις στις ΑΠΕ. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο πως θα αυξήσει το κόστος του χρήματος. Με λίγα λόγια αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο μέτρο. Από την άλλη μεριά πρέπει να καταλάβουμε πώς κοστολογούνται τα κέρδη, γιατί στην Ελλάδα οι παραγωγοί έχουν ήδη μετακυλήσει τα υπερκέρδη στους πελάτες στη λιανική αγορά, μέσω των εκπτώσεων που έχουν παράσχει.
Θεωρητικά, αν προς στιγμή αφαιρέσουμε τη «μισή εικόνα» (δηλαδή τη λιανική και τις εκπτώσεις), και δούμε τις εταιρείες αποκλειστικά σαν ηλεκτροπαραγωγούς, πρόκειται για ένα επίπονο μέτρο, εντούτοις σε συνθήκες σπανιότητας και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, θα μπορούσε να εφαρμοσθεί. Παρʼ όλα αυτά κατά τη γνώμη μου δεν είναι εύλογο να μην λάβουμε υπόψη την εμπορική πολιτική των καθετοποιημένων εταιρειών στην προμήθεια, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν απαλείφονται οι αρνητικές επιπτώσεις που ανέφερα νωρίτερα. Επιπλέον η εμπειρία δείχνει ότι τελικά αυτά τα υπερέσοδα είναι πολύ λίγα, συγκριτικά με τα αναμενόμενα.
Συνοπτικά, πιστεύω ότι εάν λάβουμε υπόψη τη μετακύλιση αυτών των κερδών μίας εταιρείας από την παραγωγή στους πελάτες της στη λιανική, τα καθαρά κέρδη είναι αμελητέα, ή δεν υπάρχουν καθόλου. Επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι εταιρείες που είναι «net sellers» (δηλαδή οι εταιρείες που ο όγκος παραγωγής τους είναι υψηλότερος από τα φορτία που εκπροσωπούν στη λιανική), συνήθως συνάπτουν συμβάσεις με άλλους προμηθευτές στη δευτερογενή αγορά. Αυτό σημαίνει ότι όποια απροσδόκητα κέρδη ανέκυψαν από την ηλεκτροπαραγωγή «μεταφέρθηκαν» στους καταναλωτές στη λιανική – τουλάχιστον αυτό δείχνει η διεθνής εμπειρία μου από πολλές άλλες αγορές.
Θεωρώ επίσης πολύ σημαντικό να τονίσω το εξής: Η αγορά είναι πολύπλοκη, γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το ένα κομμάτι και να ξεχνάμε το άλλο. Αν εφαρμόσουμε αυτό το μέτρο ουσιαστικά «σκοτώνουμε» την προθεσμιακή αγορά, γιατί αν αφαιρέσουμε τα υπερκέρδη, τι κίνητρο θα έχει ο παραγωγός να συμμετέχει σε αυτήν, να κάνει hedging και ούτω καθεξής; Πολύ περισσότερο που ήδη η προθεσμιακή αγορά λειτουργεί προβληματικά στην Ελλάδα. Γι’ αυτό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις επιπτώσεις αυτού του μέτρου.
Όσον αφορά την ex-post ανάκτηση των windfall profits, καθώς οι παραγωγοί θα γνωρίζουν εκ των προτέρων πόσα κέρδη θα πρέπει να επιστρέψουν, δεν μπορεί να προβλεφθεί η συμπεριφορά τους στην υποβολή προσφορών. Ακριβώς επειδή η αγορά είναι δυναμική, κάθε αλλαγή κανόνων θα αλλάξει αναπόφευκτα τη λειτουργία της και τη συμπεριφορά των «παικτών» της αγοράς, με μη προβλέψιμες συνέπειες. Είναι πάντοτε σημαντικό να θυμόμαστε πως οποιοδήποτε μέτρο ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ να αναλύεται λαμβάνοντας υπόψη μια στατική εικόνα της αγοράς, αλλά έχοντας πλήρη επίγνωση ότι διενεργούνται δημοπρασίες σε καθημερινή βάση, με τους «παίκτες» να αναπροσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους, στη βάση των όποιων αλλαγών στους κανόνες της αγοράς και στις συνθήκες που επικρατούν σε αυτήν.
Η επιβολή πλαφόν στις αγορές εγκυμονεί κινδύνους
- Υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι για την ελάφρυνση του δυσβάστακτου κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές; Ποια είναι η γνώμη σας για άλλα προτεινόμενα μέτρα, όπως π.χ. η επιβολή πλαφόν στη λιανική ρεύματος; Από την άλλη πλευρά, θα ήταν διαφορετικά τα δεδομένα στην περίπτωση που προκρινόταν κάποια παρέμβαση σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, όπως ένα «ταβάνι» στο TTF;
Από πλευράς αρχών, είμαι ενάντια σε κάθε επιβολή πλαφόν στην αγορά. Από την εμπειρία μου, ένα τέτοιο μέτρο λειτουργεί βραχυπρόθεσμα αλλά δεν λύνει το πραγματικό πρόβλημα. Για παράδειγμα αν μπει πλαφόν στην τιμή του TTF, ακριβώς επειδή η αγορά του αερίου είναι παγκόσμια, κάποιοι θα επιλέξουν να εγκαταλείψουν την ευρωπαϊκή αγορά, στρεφόμενοι στις αγορές με υψηλότερες τιμές. Δημιουργούνται επομένως σοβαρές στρεβλώσεις και προβλήματα στην ασφάλεια τροφοδοσίας. Κατʼ αρχάς ένα τέτοιο πλαφόν θα πρέπει να αποφασιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που είναι ιδιαίτερα αμφίβολο. Ακόμα όμως και αν υπάρξει συμφωνία, ελλοχεύει ο παραπάνω κίνδυνος.
Θα αναφερθώ και πάλι στην εμπειρία από την Καλιφόρνια, που είναι μια τεράστια αγορά, στην οποία την περίοδο της κρίσης του 2000 θεσπίστηκε πλαφόν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, στα 150 δολάρια ανά Μεγαβατώρα. Η αγορά γειτνιάζει με μικρότερες αγορές, στις οποίες δεν είχε επιβληθεί πλαφόν. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Όλοι οι παραγωγοί της Καλιφόρνια στράφηκαν στις γειτονικές Πολιτείες, αφού είχαν μεγαλύτερες τιμές. Η εξέλιξη αυτή εκτός από τις οικονομικές συνέπειες που είχε, οδήγησε και σε μπλακ άουτ, λόγω του οποίου μάλιστα πέθαναν 12 άνθρωποι. Με άλλα λόγια, η επιβολή πλαφόν σε πολλές περιπτώσεις (αν δεν σχεδιαστεί σωστά) δημιουργεί προβλήματα στην ασφάλεια τροφοδοσίας, καθώς οι αγορές είναι παγκόσμιες.
Δεν λέω να μην εξετάσουμε το ενδεχόμενο, ωστόσο πρέπει να σκεφτούμε ότι ενέχει κινδύνους ως μέτρο. Ειδικά στο ζήτημα της επάρκειας, από τη στιγμή που δημιουργείται στρέβλωση στην τιμολόγηση.
- Όσον αφορά την επιβολή πλαφόν στη λιανική ρεύματος;
Αντίστοιχα εάν μπει πλαφόν στη λιανική, θα πρέπει να αποζημιωθούν οι πάροχοι με μια μορφή επιδότησης. Πιστεύω ότι δυστυχώς η μόνη σωστή επιλογή για την κυβέρνηση είναι οι επιδοτήσεις, η μείωση του ΦΠΑ κ.λπ. Από πού θα προέλθουν αυτά τα ποσά; Υπάρχει ένας προϋπολογισμός γύρω στα 4 δισ. ευρώ, 2 δισ. ευρώ από τον ΕΛΑΠΕ, 1,2 δισ. ευρώ από το εμπόριο ρύπων και κάποια πλεονάσματα από τις ΥΚΩ, γύρω στα 600 εκατ. ευρώ. Όλα μαζί μπορούν να αθροίσουν ένα «μαξιλαράκι» 4-5 δισ. ευρώ, το οποίο να επιστραφεί στους καταναλωτές χωρίς δημοσιονομική επίπτωση.
Συμπερασματικά οποιεσδήποτε παρεμβάσεις στην αγορά μπορούν να έχουν πολύ αρνητικά αποτελέσματα, ειδικά στις επενδύσεις στις ΑΠΕ, ακόμα και αν δεν υπάρχει τέτοια εκτίμηση από την ίδια την κυβέρνηση. Ακόμη κι αν δεν υπάρξει άλλη αρνητική εξέλιξη, το κόστος του χρήματος θα αυξηθεί.
Δεν έχει έρθει η ώρα να αλλάξει η αρχιτεκτονική του Target Model
- Υπάρχουν απόψεις ότι στον σχεδιασμό για την εφαρμογή του target model στη χώρα μας, ακολουθήθηκαν επιλογές που εκείνη την εποχή εξυπηρετούσαν ιδιαιτερότητες της δομής της ελληνικής αγοράς οι οποίες στο μεταξύ έχουν αρχίσει να φθίνουν. Έτσι, για παράδειγμα επισημαίνεται ότι οι επιλογές του unit based bidding (αντί του portfolio bidding) και του central dispatch (αντί του self dispatch) απηχούν μια εποχή όπου η ΔΕΗ είχε το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο στην ηλεκτροπαραγωγή, ενώ τα δεδομένα έχουν αλλάξει στο διάστημα που μεσολάβησε.
Οι αγορές που είναι unit based οδηγούν στο ελάχιστο κόστος προμήθειας, βάσει της εμπειρίας μου, γιατί όταν έχουμε portfolio bidding, κάθε «παίκτης» δεν έχει επίγνωση του κόστους των άλλων συμμετεχόντων. Επομένως, από τη στιγμή που μόνο οι Διαχειριστές και τα Χρηματιστήρια έχουν γνώση για όλο το σύστημα, το unit based μοντέλο οδηγεί στη βελτιστοποίηση της κατανομής των μονάδων.
Πέραν αυτού, έχει σημασία το μέγεθος του συστήματος, δηλαδή όσο πιο πολλούς «παίκτες» έχει και όσο περισσότερες καθετοποιημένες εταιρείες (με αλληλοσυμπληρούμενες τεχνολογίες, διαφορετικού κόστους), τόσο περισσότερο μειώνονται οι στρεβλώσεις. Ειδικά στην Ελλάδα, οι συνθήκες δεν έχουν αλλάξει δραστικά, αφού έχουμε κυρίως ένα δεσπόζοντα «παίκτη» και αρκετούς μεταπωλητές. Επομένως, εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι για να διατηρήσουμε το unit based μοντέλο της αγοράς – δεν είμαστε έτοιμοι να το αλλάξουμε, θα πλήξει την υπόλοιπη αγορά.
Επίσης, σε μία ενδεχόμενη αλλαγή θα προέκυπταν και άλλα προβλήματα. Για παράδειγμα θα είναι διατεθειμένοι οι «παίκτες» να αναλάβουν το ρίσκο της εξισορρόπησης του χαρτοφυλακίου τους; Αν είσαι ο δεσπόζων «παίκτης» είναι πιο εύκολο, αλλά οι υπόλοιποι δεν θα πάρουν αυτό το ρίσκο. Επομένως εδώ ωφελείται ο δεσπόζων «παίκτης».
Ασφαλώς τα θετικά του portfolio based μοντέλου είναι ότι παρέχει ελευθερία στους «παίκτες» να κάνουν εξισορρόπηση στο χαρτοφυλάκιό τους όπως θέλουν, με οφέλη και στην καινοτομία μακροπρόθεσμα. Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι στη δική μας αγορά αυτή η ελευθερία, παρʼ ότι θεωρητικά προσφέρεται, δεν θα μπορεί στην πράξη να αξιοποιηθεί από κανέναν, εκτός από τη ΔΕΗ.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αντιμετωπίζω αυτό το πρόβλημα για περισσότερα από 20 χρόνια, στη σχεδίαση πολλών αγορών. Ακόμη και με πολλούς καθετοποιημένους παίκτες με μεγάλα χαρτοφυλάκια, οι portfolio based προσφορές οδηγούν σε μη βέλτιστη κατανομή και υψηλότερο κόστος για τους καταναλωτές. Επίσης, έχω κάνει πολλές δημοσιεύσεις σχετικά με τα προβλήματα ισχύος που έχουν οι αγορές με portfolio based δομή. Βασικά αυτές οι αγορές ευνοούν τους «παίκτες» με υψηλή καθετοποίηση, όχι τους καταναλωτές, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να «κρύβουν» τα προβλήματα των μεμονωμένων μονάδων τους μέσα στο χαρτοφυλάκιο. Μόνο αγορές με unit based δομές επιτρέπουν την πλήρη ορατότητα κάθε μονάδας στην Αγορά και στον Διαχειριστή του Συστήματος, επομένως η παρακολούθηση και η επιτήρηση της αγοράς λειτουργεί καλύτερα σε αυτές.
Όλες οι αμερικανικές αγορές βασίζονται στο unit based bidding και είναι central dispatch. Βεβαίως, έχουν ισχυρούς μηχανισμούς ex-ante market power mitigation, σε επίπεδο μονάδας.
- Επομένως, κατά τη γνώμη σας, οι συνθήκες εξακολουθούν να μην επιτρέπουν να αλλάξει ο υφιστάμενος σχεδιασμός;
Δεν έχει έρθει η ώρα να αλλάξει η αρχιτεκτονική του Target Model, ούτε να πάμε σε portfolio bidding, ούτε να αλλάξουμε το central dispatch. Ο κεντρικός προγραμματισμός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της βέλτιστης αγοράς, γιατί μόνο τότε ο Διαχειριστής έχει τη δυνατότητα να κάνει κατανομή μονάδων και να διασφαλίσει τη βέλτιστη λειτουργία για το σύστημα, επειδή μόνο ο Διαχειριστής έχει την καλύτερη πληροφόρηση για να υλοποιήσει τη βέλτιστη κατανομή, κάθε χρονικό διάστημα και κάθε ημέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι αμερικανικές αγορές λειτουργούν με central dispatch.
Η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ δημιουργεί την ανάγκη υπηρεσιών που θα προσφέρουν οι παραδοσιακές ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες
- Από τις παρεμβάσεις που προβλέπονται στο Market Reform Plan, ποιες εκτιμάτε ότι είναι κρίσιμες για την ακόμη μεγαλύτερη σύγκλιση των εγχώριων αγορών με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές;
Κατά τη γνώμη μου, το βασικό κίνητρο για την κατάρτιση του Market Reform Plan είναι να εξασφαλισθεί ένας Μηχανισμός Επάρκειας Ισχύος (CRM) για την Ελλάδα, ο οποίος θα αποτελέσει εχέγγυο για την επάρκεια προσφοράς ενέργειας, κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Ζητούμενο είναι το CRM να μπει σε λειτουργία όσο το δυνατόν πιο σύντομα.
Ένας λόγος που χρειαζόμαστε αυτό τον Μηχανισμό είναι οι ΑΠΕ, οι οποίες μπαίνουν στο σύστημα με μηδενικό οριακό κόστος. Για παράδειγμα στην Καλιφόρνια μπορεί να έχουμε αρνητικές τιμές μέχρι και 2.000 ώρες ανά έτος. Επίσης, στην Ευρώπη παρατηρούνται πτωτικές τιμές. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα στους παραγωγούς φυσικού αερίου, για τους οποίους στο μέλλον θα τεθεί ζήτημα οικονομικής επιβίωσης, την ίδια στιγμή που χρειαζόμαστε την ηλεκτροπαραγωγή με αέριο για την ενεργειακή μετάβαση.
Στο μέλλον, μάλιστα, θα δημιουργηθούν και άλλα ζητήματα λόγω της αυξημένης εισροής των ΑΠΕ στο σύστημα. Παρόλο που όλοι υποστηρίζουν ότι είναι ο πιο φθηνός τρόπος παραγωγής, η αλήθεια είναι διαφορετική. Πρώτον, αν λάβουμε υπόψη τόσο το κόστος όσο και τη διαθεσιμότητά τους στο σύστημα (η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις κινείται ανάμεσα στο 20 και το 30%) εν τέλει οι μονάδες φυσικού αερίου προκύπτουν πιο φθηνές, σε πολλές περιπτώσεις. Όταν μοντελοποιούμε τις ΑΠΕ, σε όλα τα συστήματα που αναλύουμε σε όλο τον κόσμο, λαμβάνουμε υπόψη τη διαθεσιμότητά τους στο σύστημα για να προσδιορίσουμε τα έσοδά τους και την επίπτωση που έχουν στο κόστος για τους καταναλωτές.
Δεύτερο ζήτημα είναι η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο σύστημα, όπου από ένα ποσοστό διείσδυσης 40%-50% και άνω, το κόστος ενσωμάτωσης γίνεται τεράστιο. Μάλιστα, πολλές ενεργειακές εταιρείες, ή ακόμη και κυβερνήσεις, δεν είναι προετοιμασμένες για να το αντιμετωπίσουν, καθώς μέχρι στιγμής είναι δύσκολο να προσδιορισθεί.
- Τι σημαίνει κόστος ενσωμάτωσης; Αναφέρεστε στα νέα δίκτυα που απαιτούνται ή σε κάτι άλλο;
Η διείσδυση των ΑΠΕ δημιουργεί μεγάλες ανάγκες για νέες εφεδρείες, όπως για παράδειγμα εφεδρεία αδράνειας. Έχει γίνει έρευνα στην Αμερική για το πώς να δημιουργήσουμε εφεδρείες αδράνειας από ηλιακή και αιολική ενέργεια, αλλά δεν έχουμε δει ακόμη ανάλογες εμπορικές εφαρμογές. Επομένως θα δημιουργηθεί ανάγκη και άλλων προϊόντων, δηλαδή πρόσθετων υπηρεσιών που θα προσφέρουν οι παραδοσιακές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, όπως οι μονάδες αερίου, των οποίων τα έσοδα από την αγορά ενέργειας θα μειωθούν, ενώ θα αυξηθούν οι αμοιβές τους από αυτά τα προϊόντα. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η λύση της αποθήκευσης είναι ακριβή προς το παρόν.
Εδώ προκύπτει το ερώτημα: ποιος θα πληρώσει αυτό το κόστος; Η γνώμη μας είναι ότι θα το πληρώσουν αυτοί που το δημιουργούν, δηλαδή οι ΑΠΕ. Επομένως χρειάζεται να μελετηθούν τα αποτελέσματα από τη διείσδυση των ΑΠΕ και το κόστος που αυτή συνεπάγεται.
Πρέπει να διατηρηθεί το πλαφόν 20% στα διμερή συμβόλαια της ΔΕΗ
- Στη χώρα μας είναι πολύ έντονη η συζήτηση, ακόμα και σε πολιτικό επίπεδο, για το πόσο καθοριστικά είναι τα διμερή συμβόλαια στη διαμόρφωση της αγοράς…
Είναι πράγματι σημαντικό ζήτημα το πλαφόν στο ποσοστό των διμερών συμβολαίων, που παραμένει στο 20% για τη ΔΕΗ. Με βάση έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 2019 για την Ελλάδα, αν πάμε πάνω από αυτό το όριο, θα μηδενιστεί η ρευστότητα στην αγορά Επόμενης Ημέρας για πολλές ώρες τον χρόνο, με αποτέλεσμα να πάψει πλέον να λειτουργεί στην πράξη. Η ελληνική αγορά χρειάζεται αυτό τον περιορισμό, επειδή υπάρχει ο δεσπόζων «παίκτης». Το ίδιο έχουμε κάνει και σε άλλες χώρες οι οποίες έχουν ανάλογη δομή, ώστε να προστατέψουμε τη ρευστότητα της Day Ahead, που αποτελεί τη Νο1 προτεραιότητα σε όλα τα Χρηματιστήρια Ενέργειας.
Αυτό σημαίνει πως θέλουμε τα διμερή συμβόλαια, αλλά παράλληλα με την αγορά Επόμενης Ημέρας, σε μία ισορροπία. Δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Έτσι λειτουργούν και όλες οι αμερικανικές αγορές, ακριβώς επειδή για να υπάρξει ένα διμερές συμβόλαιο, χρειάζεται ένα σημείο αναφοράς από την αγορά.
Επίσης είναι λάθος η λογική πως για τις υψηλές τιμές μπορεί να βοηθήσει η αύξηση των διμερών συμβολαίων, αφού όπως είναι λογικό όταν η τιμή εκκαθάρισης κινείται σε τέτοιο ύψος, δεν μπορούν να παραμείνουν και τα συμβόλαια σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Αργά ή γρήγορα συγκλίνουν τα προθεσμιακά συμβόλαια με την αγορά Επόμενης Ημέρας.
Έχω μελετήσει πολλά χρόνια την αλληλεπίδραση της αγοράς διμερών συμβολαίων με τις spot αγορές. Γενικά, πιστεύω ακράδαντα ότι τα διμερή συμβόλαια διαδραματίζουν πολύ θετικό ρόλο στην εξομάλυνση της αστάθειας των spot αγορών, καθώς και στην παροχή των σωστών μηχανισμών αντιστάθμισης κινδύνου. Σε ώριμες αγορές δεν εφαρμόζουμε τέτοιους περιορισμούς.
Φυσικά, σε αυτές τις αγορές υπάρχει φυσική ισορροπία μεταξύ διμερών και με βάση τις προσφορές, ανάλογα με το ενεργειακό μείγμα και τις συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς. Για παράδειγμα, στις αγορές ενέργειας των ΗΠΑ, έχει προκύψει με φυσικό τρόπο μια υβριδική δομή, όπου ο όγκος της αγοράς διμερών συμβολαίων σε καθημερινή βάση κινείται περίπου στο 50-60%, ενώ ο υπόλοιπος όγκος εκκαθαρίζεται στις spot αγορές.
Το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας μάς ανέθεσε τώρα να επικαιροποιήσουμε τη μελέτη σχετικά με αυτό τον περιορισμό, με βάση τα σημερινά δεδομένα. Η επικαιροποίηση θα δείξει αν υπάρχει περιθώριο «χαλάρωσης» του πλαφόν. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω πως σταδιακά, καθώς μειώνεται το μερίδιο του δεσπόζοντα «παίκτη», θα αρθεί τελείως ο σχετικός περιορισμός, όπως έκανε ήδη η ΡΑΕ για τις υπόλοιπες καθετοποιημένες εταιρείες.
Ύψιστη προτεραιότητα η ρευστότητα της DAM
- Δώστε μας και μια τελευταία άποψη για προτεινόμενες αλλαγές όπως το Complex Orders και η εξαρχής προμήθεια επικουρικών υπηρεσιών
Συμφωνούμε απόλυτα με την εισαγωγή των σύνθετων εντολών (Complex Orders) και στην ελληνική αγορά, όπως συμβαίνει σε χώρες σαν την Ισπανία και την Πορτογαλία, καθώς θα βοηθήσει τους ηλεκτροπαραγωγούς να κάνουν καλύτερη διαχείριση των αποκλίσεών τους. Επομένως, θα συμβάλουν στην περαιτέρω σύγκλιση του ημερήσιου προγραμματισμού με την επίλυση της αγοράς Εξισορρόπησης, μειώνοντας τις αποκλίσεις.
Από την άλλη πλευρά, διαφωνούμε με την προοπτική η προμήθεια των επικουρικών υπηρεσιών να γίνει τελείως ανεξάρτητη από τη Διαδικασία Ενοποιημένου Προγραμματισμού (ΔΕΠ) και να διενεργείται πριν «τρέξει» η αγορά Επόμενης Ημέρας. Σε μία τέτοια περίπτωση, η ισχύς που ένας ηλεκτροπαραγωγός θα «κλειδώσει» για επικουρικές υπηρεσίες θα πρέπει να υποβληθεί σε «locked-in τιμές» στην αγορά Επόμενης Ημέρας, για να «περάσει» μετά στην αγορά Εξισορρόπησης.
Με αυτό τον τρόπο, θα μειωθεί η ρευστότητα της DAM, η οποία όπως προανέφερα αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητα. Παράλληλα, η συνβελτιστοποίηση της Διαδικασίας Ενοποιημένου Προγραμματισμού (ΔΕΠ) με τις εφεδρείες, όπως γίνεται τώρα, οδηγεί στην ελαχιστόποιηση του κόστους. Αυτό είναι κάτι που έχουμε αποδείξει και θεωρητικά, με πάρα πολλές εργασίες στο παρελθόν. Μην ξεχνάτε επίσης ότι αρχικά στις ΗΠΑ «παίρναμε» τις εφεδρείες σειριακά, τη μία μετά την άλλη, παράλληλα με την εκκαθάριση της DAM. Αυτό άλλαξε στην πορεία, καθώς διαπιστώθηκε πως έτσι αυξάνεται το κόστος.
Έχω δημοσιεύσει εκτενώς για αυτό το θέμα. Υπάρχει τεράστια εμπειρία και τεχνογνωσία από διεθνείς αγορές με παρόμοιες συνθήκες με την Ελλάδα, την οποία αξιοποιήσαμε όταν σχεδιάσαμε την υφιστάμενη αρχιτεκτονική του Target Model για την Ελλάδα. Οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής αυτής της δομής επί του παρόντος είναι αντιπαραγωγική και άστοχη, ενώ θα έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο κόστος για τους καταναλωτές.
-------------------------------------------
Ο Δρ. Αλέξις Παπαλεξόπουλος είναι:
- Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος, ECCO International, Inc., San Francisco, USA
- Διευθύνων Σύμβουλος & Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου,ZOME Energy Networks, Boston, USA
- Διευθύνων Σύμβουλος & Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, World Energy Consortium, Estonia