Απαιτείται ρεαλισμός στόχων και ισορροπία πολιτικών – Τα μικρότερα φωτοβολταϊκά ανεξάρτητων παραγωγών ωφελούν τον καταναλωτή
Η χώρα μας και συνολικά η Ευρώπη στην μετά COVID εποχή έχουν δυστυχώς εισέλθει και πάλι σε περίοδο έντονης αστάθειας πυροδοτούμενη από τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και την στάση «σκληρής γραμμής» κυρώσεων σε βάρος της πρώτης που εξήγγειλε η Κομισιόν. Η πολιτική αυτή ωστόσο που κατά τα φαινόμενα αποφασίστηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και χωρίς στιβαρούς υπολογισμούς που να την υποστηρίζουν σε ικανό χρονικό ορίζοντα, προσκρούει σταδιακά ολοένα και περισσότερο σε προκλήσεις ενεργειακής αλλά και επισιτιστικής κρίσης για τους πολίτες της Ε.Ε. Όχι άδικα λοιπόν, αρκετοί σήμερα αναρωτιούνται αν τα μέτρα που λήφθηκαν και συνεχίζουν να εξαγγέλλονται κατά της Ρωσίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής τελικά κάνουν περισσότερη ζημιά στην ίδια την Ένωση.
Επιτομή της αδυναμίας των Βρυξελλών να χαράξουν μια εξ΄αρχής βιώσιμη στρατηγική διαχείρισης της κατάστασης για τα εκατομμύρια των ευρωπαίων πολιτών που εξαρτώνται ενεργειακά και επισιτιστικά από τη Ρωσία σε μεγάλο βαθμό και χωρίς αυτό να μπορεί τα επόμενα αρκετά χρόνια να αλλάξει, οι διαρροές περί επιβολής ενός ιδιότυπου ενεργειακού, ίσως και επισιτιστικού κάπου παρακάτω, lockdown σε περίπτωση που κλείσουν οι στρόφιγγες του φυσικού αερίου.
Δηλαδή εκ νέου -μετά τα μέτρα COVID επί δύο συναπτά έτη- περιορισμών της οικονομικής δραστηριότητας και της ελευθερίας της ζωής των πολιτών. Είναι απορίας άξιο αν οι ιθύνοντες στις Βρυξέλλες οραματίζονται την λιτότητα και τους περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα και την ζωή των ευρωπαίων ως τον ενδεδειγμένο τρόπο της «νέας» διακυβέρνησης.
Ευτυχώς, στην μονοτονία της ατέρμονης όξυνσης και των επαπειλούμενων ελλείψεων και περιορισμών σε βασικά αγαθά, φωνές όπως του Ιταλού Πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι, πως η Δύση πρέπει να τα βρει με τη Ρωσία ώστε να εξομαλυνθεί η κατάσταση που άλλως δεν οδηγεί πουθενά, δίνουν μια νότα επαναφοράς του ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Στο αυτό τοπίο, η Ελλάδα που την περασμένη δεκαετία υπέστη εκτεταμένα προγράμματα λιτότητας και που εκτόξευσαν τελικά το χρέος της πάνω από το 200% του ΑΕΠ, οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική με την οικονομία της. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επιπλέον να αντιμετωπίσει την τουρκική προκλητικότητα, η οποία ως γνωστόν δεν απαιτεί λόγια αλλά αυξημένες στρατιωτικές εθνικές δαπάνες για να εξισορροπηθεί.
Αποφάσεις λοιπόν της Ε.Ε. περί εμπάργκο στα καύσιμα από τη Ρωσία που ήδη διαβρώνουν τις οικονομίες, η Ελλάδα θα πρέπει να τις ζυγίσει δύο φορές περισσότερο πριν δώσει τη συναίνεση της. Και τούτο διότι η Τουρκία όχι μόνο δεν εφαρμόζει σε επίπεδο διεθνών κυρώσεων τίποτα από αυτά, αλλά αντίθετα ασκεί αυτόνομες πολιτικές ενδυνάμωσης του γεωστρατηγικού της ρόλου αλλά και της οικονομίας της, τις οποίες η Δύση όχι μόνο ανέχεται, αλλά πολλές φορές ενδίδει αν όχι επικροτεί.
Εν κατακλείδι ως προς το γενικότερο πλαίσιο αναζητείται ο ρεαλισμός στην διεθνή πολιτική σκηνή, αφού δεν μπορεί να υπάρξει απεξάρτηση από τα Ρωσικά προϊόντα σε 2-3 χρόνια, ίσως ούτε και στο τέλος της δεκαετίας. Ως προς τα ενεργειακά, η αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ, που είναι το μόνο εθνικό μας καύσιμο, βρίσκεται σταθερά στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Πέραν της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο, που σταθμίζει κάτω από το ήμισυ της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας και που η ανανεώσιμη διείσδυση φθάνει το 45% σε ετήσια βάση, στις μεταφορές υπάρχει ουσιαστική υστέρηση.
Αν μάλιστα επιθυμούμε να κρατήσουμε το επίπεδο ζωής των πολιτών στα σημερινά επίπεδα, ο εξηλεκτρισμός των μετακινήσεων με μπαταρίες παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις έλλειψης κρίσιμων πρώτων υλών για να υλοποιηθεί. Βάζοντας στην εξίσωση και το πράσινο υδρογόνο -δηλαδή αυτό που θα παράγεται αποκλειστικά από ΑΠΕ μέσω ηλεκτρόλυσης νερού, για την εν συνεχεία παραγωγή συνθετικών καυσίμων με δέσμευση και χρήση CO2 από την ατμόσφαιρα στα διυλιστήρια του μέλλοντος, ίσως ανοίγεται ένας συμπληρωματικός δρόμος επίτευξης του επιδιωκόμενου μηδενικού ισοζυγίου άνθρακα. Επιπλέον αποφεύγεται και ένα εξόχως δαπανηρό για τους καταναλωτές re-engineering των οχημάτων τους, που συν τοις άλλοις δεν έχουμε και τις πρώτες ύλες διεθνώς για να το υλοποιήσουμε.
Αναφορικά με την ηλεκτροπαραγωγή από φωτοβολταϊκά, είναι τέτοια η φύση της τεχνολογίας που πολιτικές αποκλεισμού δεν νοούνται. Συνυπολογίζοντας όλες τις οικονομικές παραμέτρους, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών για τη χώρα από την μακροπρόθεσμη λειτουργία των μονάδων, καθώς και την τυχόν καθετοποίηση της δομής επιμέρους συμμετεχόντων που συνδυάζουν δραστηριότητα και στην Προμήθεια πολλαπλασιάζοντας έτσι το οικονομικό τους περιθώριο, το όφελος για τον τελικό καταναλωτή εφάπτεται σε μεγάλο βαθμό με τα ρυθμιζόμενα μικρότερα Φ/Β έργα ανεξάρτητων παραγωγών.
Για τον λόγο αυτό η Πολιτεία οφείλει να διατηρήσει τις κρίσιμες ισορροπίες που αποκλείουν την δημιουργία ολιγοπωλίων στην ενέργεια, ιδίως μετά τα πρώτα διδάγματα από τη λειτουργία του χρηματιστηρίου ενέργειας. Για να το πούμε ποιο απλά, όσοι με περισσή ευκολία τα προηγούμενα χρόνια ευαγγελίζονταν το μέλλον των ανανεώσιμων μόνο με όρους ανταγωνιστικής χρηματιστηριακού τύπου αγοράς, σίγουρα το έχουν ξανασκεφτεί.
Ζούμε εποχές που το ρυθμιζόμενο είναι πολλαπλά φθηνότερο του ανταγωνιστικού και είναι οι ρυθμιζόμενες ΑΠΕ που έχουν περιορίσει σήμερα την πλήρη οικονομική «άλωση» των καταναλωτών από την εκτόξευση των τιμών στην «ανταγωνιστική» χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Και για να διατηρηθεί αυτή η ευεργετική συνεισφορά, απαιτείται η ρύθμιση των Τιμών Αναφοράς που προσφέρονται κάθε φορά στα νέα έργα να συνάδει με τα πραγματικά κόστη τους, ώστε ο κλάδος να αποφύγει το dumping, που θα ευνοήσει μόνο τους λίγους καθετοποιημένους και που αργότερα ως ολιγοπώλιο νομοτελειακά θα αποβεί σε βάρος των καταναλωτών. Η ρυθμιστική λοιπόν άσκηση ισορροπίας σήμερα για την Πολιτεία δεν είναι μικρά ή μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα αλλά καθετοποιημένοι ή μη παραγωγοί και σε ποια αναλογία.
Ο κ. Στέλιος Λουμάκης είναι πρόεδρος του ΣΠΕΦ
(Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο Greek Energy 2022 του energypress)