ΕΣΑΗ για Taxonomy: Μεταβατικό όριο εκπομπών στα 340 γραμμάρια CO2 για τις νέες μονάδες αερίου μέχρι να υπάρξει άφθονο πράσινο υδρογόνο

ΕΣΑΗ για Taxonomy: Μεταβατικό όριο εκπομπών στα 340 γραμμάρια CO2 για τις νέες μονάδες αερίου μέχρι να υπάρξει άφθονο πράσινο υδρογόνο

ΕΣΑΗ για Taxonomy: Μεταβατικό όριο εκπομπών στα 340 γραμμάρια CO2 για τις νέες μονάδες αερίου μέχρι να υπάρξει άφθονο πράσινο υδρογόνο

Την καθιέρωση ενός μεταβατικού ορίου εκπομπών 340 γραμμαρίων CO2 ανά παραγόμενη κιλοβατώρα, για τις νέες μονάδες, για όσο διαστημα δεν είναι διαθέσιμες αφθονες ποσότητες πρασίνου υδρογόνου, προτείνει ο ΕΣΑΗ.

Είναι η πρόταση που έχει καταθέσει ο σύνδεσμος των ιδιωτών ηλεκτροπαραγωγών προς τον ΥΠΕΝ Κώστα Σκρέκα, ενόψει της λήξης της διαβούλευσης τη Παρασκευή 21 Ιανουαρίου μεταξύ Κομισιόν και κυβερνήσεων για το πλαίσιο της πράσινης ταξινομίας και την αποστολή των ελληνικών θέσεων στις κοινοτικές υπηρεσίες.

Ταυτόχρονα εισηγείται ότι για να αναγνωριστεί πως μια υφιστάμενη μονάδα δεν επιβαρύνει σημαντικά, το όριο εκπομπών θα πρέπει να είναι πάνω από αυτό που εκπέμπουν οι υφιστάμενες (380 γραμμάρια) και συγκεκριμένα στα 450 γραμμάρια CO2 ανά παραγόμενη κιλοβατώρα . 

Στόχος, να καταστεί δυνατό το ευρωπαικό Taxonomy να καλύπτει και τις υφιστάμενες μονάδες φυσικού αερίου, προκειμένου να μπορούν να εξυπηρετούν άνετα τον δανεισμό τους,

Στο κείμενο, επισημαίνεται αφενός το ανέφικτο των στόχων που θέτει η Κομισιόν για εκπομπές έως 270 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα για τις καινούργιες μονάδες, αφετέρου η ανάγκη για ένα πολύ υψηλότερο μεταβατικό όριο.

Το ευρωπαϊκό Taxonomy, όπως τονίζουν οι ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγοί επηρεάζει όλες τις μονάδες, εν λειτουργία και καινούργιες, επομένως με τόσο χαμηλά όρια, διακυβεύεται η ομαλή συνέχιση στην χρηματοδότηση ακόμη και των υφιστάμενων. Οσο για τις μονάδες που δρομολογούνται, ο ΕΣΑΗ σημειώνει ότι τα καλύτερα δυνατά επίπεδα εκπομπών που επιτρέπει σήμερα η τεχνολογία δεν πέφτουν κάτω από τα 320-330 γραμμάρια. 

Όσο για τη δυνατότητα των μονάδων φυσικού αερίου να καίνε τα επόμενα χρόνια εκτός από φυσικό αέριο και υδρογόνο σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες, οι παίκτες της αγοράς τη θεωρούν ανέφικτη με τα σημερινά δεδομένα.

Συγκεκριμένα, αναφορικά με όσα λέγονται για τη διείσδυση του πράσινου υδρογόνου σε ποσοστό 30% το 2026, που θα ανέβει στο 55% το 2030 και θα φτάσει 100% το 2035, ο ΕΣΑΗ χαρακτηρίζει απλώς ανεφάρμοστους τους παραπάνω στόχους. Δεν είναι εφικτό, όπως λένε οι συνομιλητές μας, να υπάρξουν τα επόμενα χρόνια τόσο μεγάλες διαθέσιμες ποσότητες πράσινου υδρογόνου στην ΕΕ, ενώ ακόμη και γι’ αυτές οι λίγες που θα προκύψουν, προτεραιότητα θα έχει η βιομηχανία, όχι η ηλεκτροπαραγωγή.

Στις επόμενες ημέρες και αφού πρώτα θα έχει ενσωματώσει κάποιες από τις προτάσεις του ΕΣΑΗ, το ΥΠΕΝ θα αποστείλει τις ελληνικές θέσεις στις Βρυξέλλες, οι οποίες και έχουν κάνει σαφές ότι θέλουν να έχουν οριστικοποιήσει το τελικό κείμενο του Taxonomy στα τέλη του μήνα.

Στο κείμενο, το υπουργείο, θα θέτει σειρά ερωτημάτων για τα θολά σημεία του νέου πλαισίου, όπως υπό ποιές προϋποθέσεις θα ισχύσουν τα χαμηλά όρια εκπομπών έως 270 γραμμαρίων CO2 ανά κιλοβατώρα, κατά πόσο μπορούν να επιτευχθούν με ένα μείγμα καυσίμου, όπως αέριο και υδρογόνο ή με δέσμευση CO2 και ποια θα είναι η χρονική αφετηρία εφαρμογής του μέτρου.

Στο ελληνικό κείμενο θα ζητούνται διευκρινίσεις από τη Κομισιόν για τα παραπάνω και θα επισημαίνεται ότι το αν και το πότε θα μπορούν οι νέες μονάδες να χρησιμοποιούν υδρογόνο, δεν εξαρτάται από τις ίδιες, αλλά από εξωγενείς παράγοντες. Το βασικό ερώτημα είναι τι αξία μπορεί να έχουν τα οποιαδήποτε σενάρια πρόσμιξης αερίου με υδρογόνο, όταν ακόμη δεν έχουν γίνει ούτε επενδύσεις πάνω στο πρωτοποριακό αυτό καύσιμο, ούτε είναι σαφές με ποιο τρόπο και μέσω ποιών δικτύων αυτό θα μεταφέρεται. Το πράσινο υδρογόνο είναι μια τεχνολογία που απαιτεί πολύ μεγάλες ποσότητες ρεύματος για την παραγωγή του και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να φτάσει τόσο γρήγορα στην αναγκαία κλίμακα για μαζική κατανάλωση, σημειώνουν συνομιλητές μας. Το ίδιο ισχύει και για το συνθετικό μεθάνιο, που ναι μεν εκπέμπει χαμηλότερους ρύπους, ωστόσο αποτελεί κι αυτό μια εκκολαπτόμενη αγορά.

Τι υποστηρίζει ο ΕΣΑΗ

  • Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει δεσμευτικό στόχο για μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 55% (σε σχέση με το 1990) μέχρι το 2030. Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου έχουν ήδη μειωθεί κατά 26%. Δηλαδή απομένουν περίπου 30 ποσοστιαίες μονάδες που πρέπει να καλυφθούν στα επόμενα εννιά χρόνια. Αυτό είναι μια ηράκλεια προσπάθεια. Επομένως, η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση και την αναχρηματοδότηση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύσιμο φυσικό αέριο κατά την τρέχουσα δεκαετία πρέπει να αποτελέσει βασικό κομμάτι της ευρωπαϊκής ταξινομίας. Και αυτό γιατί καμία άλλη διαθέσιμη τεχνολογία δεν μπορεί να προσφέρει τόσο σύντομα τόσο μεγάλη μείωση εκπομπών CO2 και ταυτόχρονα να συνεισφέρει στην ευστάθεια του Συστήματος προσφέροντας εφεδρείες και να διασφαλίσει την επάρκεια ισχύος και την αποφυγή μπλακ-άουτ.
  • Το σχέδιο όμως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τις μη ρεαλιστικές προϋποθέσεις που θέτει προκαλεί ανησυχία όσον αφορά την απόδοση του χαρακτηρισμού της μεταβατικής δραστηριότητας στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο. Επιπλέον, η σχετική ενότητα 4.29 βρίθει ασαφειών και δημιουργεί σύγχυση σε πολλά σημεία της.
  • Πρώτα από όλα, εάν μια μονάδα αερίου μπορεί μελλοντικά να λειτουργήσει με κάτω από 100 gCO2/kWh στον κύκλο ζωής της, τότε θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πράσινη (αφού αυτό το όριο θέτει η ταξινομία και για τις ΑΠΕ) και όχι ως μεταβατική δραστηριότητα.  
  • Το όριο των 270 gCO2/kWh είναι ανεφάρμοστο. Οι τελευταίας τεχνολογίας μονάδες συνδυασμένου κύκλου εκπέμπουν 340 gCO2/kWh με καύση φυσικού αερίου. Σημειώνεται ότι οι συγκεκριμένες μονάδες διαθέτουν δυνατότητα καύσης Η2. Καθώς όμως, κατά την τρέχουσα δεκαετία, δεν παρέχεται δυνατότητα εμπορικής τροφοδοσίας πράσινου υδρογόνου σε σημαντικές ποσότητες από τα πανευρωπαϊκά δίκτυα, η επίτευξη του ορίου των 270 gCO2/kWh δεν είναι εφικτή. Για αυτό και για τις νέες μονάδες θα πρέπει να προβλέπεται:
  • Η τεχνολογική δυνατότητά τους να χρησιμοποιούν Η2 (‘hydrogen ready’)
  • Όριο εκπομπών στο επίπεδο των 340 gCO2/kWh για όσο δεν υπάρχουν εμπορικά διαθέσιμες επαρκείς ποσότητες πράσινου Η2 μέσω δικτύων και αγορών. Το όριο αυτό να μειώνεται αυτόματα σε 270 gCO2/kWh τη χρονική στιγμή που θα καταστούν εμπορικά διαθέσιμες επαρκείς ποσότητες πράσινου καυσίμου.
  • Όσον αφορά τη δεύτερη εναλλακτική προκειμένου να χαρακτηριστεί μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής ως μεταβατική δραστηριότητα, δηλαδή τα 550 kgCO2/kW-year. Αυτό πρακτικά σημαίνει λειτουργία μιας νέας μονάδας για μόλις 1.600 ώρες περίπου τον χρόνο. Κάτι που οδηγεί στη μη βιωσιμότητα της επένδυσης, ιδίως κατά τα πρώτα κρίσιμα έτη της λειτουργίας της. Μία λύση θα ήταν το όριο των 550 kgCO2/kW-year να επιτυγχάνεται ως μ.ο. τουλάχιστον της 25ετίας, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν επαρκείς ποσότητες καυσίμων χαμηλών ή/και μηδενικών εκπομπών. Εναλλακτικά, το όριο πρέπει να τεθεί το όριο στα 1.100 kgCO2/kW-year για την περίοδο 2023-2035 και να μειώνεται κατόπιν σταδιακά, παράλληλα με την αποδεδειγμένη διείσδυση εναλλακτικών/πράσινων καυσίμων, ώστε να επιτυγχάνεται στο βάθος της ωφέλιμης ζωής μιας μονάδας φυσικού αερίου το όριο των 550 kgCO2/kW-year .
  • Τα χρονικά όρια για τη διείσδυση του πράσινου υδρογόνου στην ηλεκτροπαραγωγή δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Με τα σημερινά δεδομένα δεν προκύπτει ότι το 2026 θα υπάρχει τόσο μεγάλη παραγωγή πράσινου υδρογόνου στην Ευρώπη (και δη για τους σκοπούς της ηλεκτροπαραγωγής) που να μπορεί να καλύψει το 30% της παραγωγής των νέων μονάδων φυσικού αερίου. Ούτε το 55% το 2030.
  • Οι προβλέψεις του σχεδίου σχετικά με τη διαδικασία αντικατάστασης ρυπογόνων μονάδων είναι  ασαφείς. Θα πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη -με τη μορφή πίνακα- ποια ποσότητα ανθρακικής και πετρελαϊκής ισχύος θεωρείται ότι είναι προς αντικατάσταση σε κάθε χώρα, βάσει του εγκεκριμένου ΕΣΕΚ. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπορεί να τιμωρούνται χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία έχει επιλέξει ένα πολύ σύντομο μονοπάτι απολιγνιτοποίησης.
  • Το όριο για την αναγνώριση ότι μία μονάδα δεν «επιβαρύνει σημαντικά» τους περιβαλλοντικούς στόχους και ειδικά τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής (do not significant harm – climate change mitigation) επιβάλλεται να αναπροσαρμοστεί σε 450 gCO2/kWh ώστε να καταλαμβάνει ρεαλιστικά επίπεδα εκπομπών και των υφιστάμενων μονάδων φυσικού αερίου, οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες για το Σύστημα. Εξάλλου, δεν έχει καμία λογική και από πλευράς συστηματικής προσέγγισης η πρόβλεψη του ορίου 270 gCO2/kWh τόσο για τις μονάδες που χαρακτηρίζονται ως sustainable όσο και για αυτές που χαρακτηρίζονται ως doing no significant harm.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM