Συνεχίζεται η δύσκολη διαπραγμάτευση με τους Ρώσους - Τα σενάρια για τη νέα συμφωνία ΔΕΠΑ - Gazprom και οι επιδιώξεις για τις τιμές
Mε προφανή τον βαθμό δυσκολίας, βήματα προόδου σε κάποια σημεία και δυστοκία σε άλλα, συνεχίζεται σύμφωνα με τις πληροφορίες του Energypress η διαπραγμάτευση με τους Ρώσους για ένα καλό συμβόλαιο στο φυσικό αέριο. Η απόλυτη σιγή ιχθύος που τηρεί η κυβέρνηση για την επίτευξη συμφωνίας, η οποία διαφορετικά θα αποτελούσε σημαντική παράμετρο των χθεσινών δηλώσεων Μητσοτάκη κατά τη κοινή συνέντευξη Τύπου με το Βλ. Πούτιν, δείχνει και τα εμπόδια που αυτή συναντά.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι τουλάχιστον μέχρι και χθες, παρά τη συνάντηση κορυφής των δύο ηγετών, η ελληνική πλευρά δεν είχε καταφέρει να καταλήξει σε έναν επωφελή συμβιβασμό. Τι σημαίνει συμβιβασμός; Καλύτερες τιμές απ’ αυτές που προτείνουν οι Ρώσοι, ωστόσο ακριβότερες από εκείνες που ισχύουν πέρυσι και φέτος στην Ελλάδα. Η αρχική πρόταση της Gazprom για τις ποσότητες του 2022, ήταν η σύνδεση της φόρμουλας τιμολόγησης του αερίου με τον χρηματιστηριακό ολλανδικό δείκτη TTF, να ανέβει από το σημερινό 40% (σσ: το υπόλοιπο 60% ακολουθεί τις διακυμάνσεις του αργού) στο 100%. Αίτημα που μεταφράζεται σε αύξηση άνω του 500% σε ένα χρόνο - τόσο έχει αυξηθεί ο συγκεκριμένος δείκτης - και το οποίο η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποδεχτεί. Από εκεί και πέρα, τυχόν εξεύρεση μιας χρυσής τομής, στη λογική το 100% να γίνει π.χ. 60%, 70% ή 80%, θα σήμαινε καλύτερες τιμές από την αρχική ρωσική πρόταση, ωστόσο και πάλι υψηλότερες από τις σημερινές στις οποίες αγοράζουν το φυσικό αέριο τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και η βιομηχανία.
Το ότι οι τιμές θα είναι ακριβότερες από τις φετινές θεωρείται βέβαιο. Το ερώτημα είναι το πόσο, αφού από ένα σημείο και πάνω η αύξηση δεν θα είναι διαχειρίσιμη. Χαρακτηριστική η χθεσινή αναφορά Μητσοτάκη, παρουσία του Προέδρου Πούτιν, «οι όποιες προσαρμογές στην προμήθεια φυσικού αερίου να μην αποκλίνουν σημαντικά από την υφιστάμενη συμφωνία».
Χθες βράδυ, κάποιες πηγές έκαναν λόγο για πρόοδο στις συζητήσεις, παραπέμποντας για τις ανακοινώσεις στον υπουργό Ενέργειας Κώστα Σκρέκα (σσ: Τρίτη συναντήθηκε με τον Αλεξέι Μιλερ της Gazprom στην Αγ.Πετρούπολη), άλλες ωστόσο μιλούσαν για αγκάθια σε κρίσιμα ζητήματα. Υπήρξε μέχρι και η πληροφορία, δίχως να επιβεβαιώνεται, πως όταν επιτευχθεί η συμφωνία πιθανόν να μην αφορά μόνο το 2022, αλλά και όλα τα επόμενα έτη, μέχρι και το 2026, οπότε και λήγει η τρέχουσα σύμβαση.
Η αναφορά Μητσοτάκη
Η δυσκολία των διαπραγματεύσεων είναι προφανής και αποτυπώνεται στις δηλώσεις Μητσοτάκη από το Σότσι. «Η Ρωσία έχει διαχρονικά τα τελευταία σχεδόν 30 χρόνια αποδειχθεί ένας αξιόπιστος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Ελλάδα, όπως και η Ελλάδα είναι με τη σειρά της ένας αξιόπιστος εταίρος. Και ο Πρόεδρος Πούτιν το γνωρίζει καλά αυτό, καθώς αφορά μία διάσταση της συνεργασίας με τρίτες χώρες στην οποία ο ίδιος αποδίδει προσωπικά μεγάλη σημασία και είναι σημαντικό, παρά το ευμετάβλητο των όρων της αγοράς, οι όποιες προσαρμογές στην προμήθεια φυσικού αερίου να μην αποκλίνουν σημαντικά από την υφιστάμενη συμφωνία», ανέφερε ο Πρωθυπουργός. Μια τοποθέτηση, η οποία κινείται στην λογική ότι οι εταίροι, ακόμη και στα δύσκολα, πρέπει να δείχνουν ότι είναι εταίροι.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να αποδεχθεί ότι η φόρμουλα τιμολόγησης θα καταλήγει σε ακριβότερο αέριο απ’ ότι είχαμε το 2020 και 2021. Αλλωστε, η τροποποίηση του αρχικού συμβολαίου, αντί δηλαδή για 100% oil indexed, αυτό να συνδεθεί για τα έτη 2020 και 2021 σε ποσοστό 40% με το δείκτη TTF και 60% με το πετρέλαιο, έγινε κατόπιν αιτήματος της ΔΕΠΑ που αποδέχθηκε η Gazprom. Την προηγούμενη φορά μας έκαναν το χατήρι, τώρα ήρθε η σειρά μας να ικανοποιήσουμε το δικό τους αίτημα μεταβολής της φόρμουλας. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι μεταβολές αυτές θα παρεκκλίνουν σημαντικά από τις σημερινές τιμές, αφού διαφορετικά μια τέτοια απαίτηση δεν θα μπορέσει να γίνει αποδεκτή, περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή στην Διαιτησία θα αποτελέσει μονόδρομο.