Μπορούμε να στηριχθούμε σε τρίτους για την ενεργειακή μας ασφάλεια;
To φοβόμαστε πολύ το νέο θερμό επεισόδιο με την Τουρκία και ότι επακολουθήσει, αλλά λίγοι το παραδεχόμαστε δημόσια. Η Τουρκία μας εκτόπισε δια της βίας από τα Ίμια και δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από αυτό που έχουν κάνει μέχρι σήμερα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις κατά το παρελθόν. Να ικετεύσουμε τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνουν φιλελληνικές δηλώσεις εκ των υστέρων για εσωτερική, κυρίως, κατανάλωση.
Η Ουάσιγκτον που μας ενδιαφέρει περισσότερο, ένιψε τας χείρας της για μια ακόμη φορά και απλώς για συμβολικούς λόγους έστειλε τον πρέσβη της από την Αθήνα στην Τουρκία για να συμμετάσχει σε συνάντηση Αμερικανών πρέσβεων με τον προϊστάμενό τους Ρεξ Τίλερσον. Ωστόσο, ο πρώην πρόεδρος της Exxon Mobil απέφυγε να αναφερθεί δημόσια για τη συζήτηση που είχε για τα Ίμια με τον Ταγίπ Ερντογάν. Έστειλε επίσης το πολεμικό της σκάφος "US Ross" να μπει ανάμεσα στο ελληνικό "Θεμιστοκλής" και στο τουρκικό "Barbaros" που είχε πλησιάσει επικίνδυνα το Σούνιο, ίσως διότι φοβήθηκε ότι το τουρκικό θα μπορούσε μέχρι ακόμη και να αποβιβάσει τους πεζοναύτες του στην αθηναϊκή ριβιέρα για..."τουρισμό", με συνέπεια την υπονόμευση της επίσκεψης Τίλερσον στην Τουρκία!
Η πραγματικότητα είναι ότι στα Ίμια η Άγκυρα μας επετέθη εν ψυχρώ και λογικά θα κάνει το ίδιο στο μέλλον, ενδεχομένως και σε μεγαλύτερη κλίμακα, αν η ελληνική και η κυπριακή πλευρά δεν συμβιβαστούν με τις γνωστές της θέσεις για την 50-50 διευθέτηση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο και στα κυριαρχικά δικαιώματα. Υπενθυμίζουμε ότι 8 τουρκικά πολεμικά σκάφη περικύκλωσαν το πλωτό γεωτρύπανο της ιταλικής ΕΝΙ μέσα στα χωρικά ύδατα της Κύπρου και άλλα σκάφη της έχουν περικυκλωμένα τα Ίμια, ενώ εμείς αναζητούμε δικαιολογίες του στυλ ότι η Άγκυρα αισθάνεται πιεσμένη από τα ομολογουμένως πολλά προβλήματά της και χάνει την ψυχραιμία της.
Επιδιώκουμε τον πόλεμο; Σαφώς όχι. Απλώς είμαστε αδύναμοι να αντιδράσουμε αποτελεσματικά. Με την Ελλάδα εξασθενημένη λόγω της οικονομικής κρίσης και τις φατρίες της ελληνικής ελίτ να αλληλοσπαράσσονται επειδή δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους στη νομή της εξουσίας, δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Οφείλουμε επίσης να παραδεχτούμε ότι οι δηλώσεις συμπαράστασης από το εξωτερικό δεν έχουν πρακτικό αποτέλεσμα. Οι δηλώσεις στη περίπτωση της επίθεσης των Ιμίων υπήρξαν από ουδέτερες έως ανεδαφικά θετικές. Διότι δεν υπάρχει εκ μέρους των Βρυξελλών πραγματική βούληση, αλλά και οι στρατιωτικές προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν στην πράξη.
Συνεπώς, θα ήταν εξίσου ανεδαφικό εκ μέρους μας να αναλωνόμαστε σε ευχολόγια π.χ. περί νέων αγωγών στη Μεσόγειο και την απρόσκοπτη εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στις ελληνικές θάλασσες, ή για την πραγματοποίηση ενεργειακών έργων υποδομής σε αμφισβητούμενες από την Τουρκία ελληνικές περιοχές, ή ακόμη και για την ήρεμη ροή του αερίου μέσω του ΤΑΝΑΡ-ΤΑΡ και του Turkish Stream, αν ολοκληρωθεί, μέχρι τουλάχιστον να λυθεί το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές διαφορές.
Ας δούμε όμως αναλυτικότερα αν μπορούμε να στηριχτούμε σε τρίτους για την ενεργειακή μας ασφάλεια και την διεκδίκηση των κατοχυρωμένων από το διεθνές δίκαιο συμφερόντων μας στο χώρο της ενέργειας.
Α) Λαμβάνοντας υπόψη την μεταπολεμική ιστορική πραγματικότητα, μπορούμε να ελπίζουμε σε έγκαιρη και ουσιαστική αμερικανική παρέμβαση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις ελληνοτουρκικές διαφορές, χωρίς να προβούμε σε ταπεινωτικές υποχωρήσεις, ακόμη και αν συμφωνήσουμε: α) στη λύση του Μακεδονικού και των άλλων βαλκανικών προβλημάτων με τον τρόπο που θέλει η Ουάσιγκτον, β) να αγοράσουμε τα όπλα που θέλει να μας πουλήσει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και οι Έλληνες μεσίτες του, γ) να διώξουμε τους Ρώσους και τους Κινέζους από την Ελλάδα, δ) να συμβάλουμε περισσότερο στην μετατροπή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου σε "αμερικανική λίμνη" και στον στρατιωτικό έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής από την Ουάσιγκτον;
Η απάντηση είναι δυστυχώς όχι, διότι ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι α) παρά τις όποιες δηλώσεις συμπαράστασης προς την ελληνική πλευρά, παρά το αμερικανικό εμπάργκο όπλων εναντίον της Τουρκίας και παρά τις αναρίθμητες θετικές αποφάσεις του ΟΗΕ, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 και παραμένει μέχρι και σήμερα εκεί , β) η Ουάσιγκτον νίπτει τα χείρας της σαν Πόντιος Πιλάτος μονίμως στα ελληνοτουρκικά και δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση. Για να δηλώσει το ίδιο που λέμε και σήμερα και εμείς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής χρειάστηκε να βγάλει η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και ο Ανδρέας Παπανδρέου να απειλήσει τη βύθιση του "Χώρα", γ) Ο Μπιλ Κλίντον, ο Τζίμυ Κάρτερ μας και άλλοι Αμερικανοί πολιτικοί μας είχαν υποσχεθεί φιλελληνική στάση στο θέμα της ονομασίας της πΓΔΜ , αλλά αθέτησαν το λόγο τους.
Β) Μπορεί το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ή μεμονωμένα τα ισχυρά μέλη τους, όπως π.χ. η Γερμανία, να εγγυηθούν την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Η απάντηση είναι και πάλι δυστυχώς όχι. Ενώ το ΝΑΤΟ απαιτεί πολεμικές δαπάνες από τα μέλη του, ύψους 2% του ΑΕΠ των, η φτωχή Ελλάδα επιμένει να δαπανά αρκετά πάνω από το ποσοστό αυτό και είναι η δεύτερη χώρα ιεραρχικά μετά τις ΗΠΑ που δαπανά τα περισσότερα. Η Γερμανία αντίθετα δαπανά λίγο πάνω από το 1% του ΑΕΠ της, η Γαλλία κάτω από το 2% , η Τουρκία περίπου 1.5%, η Δανία, Ολλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο κλπ. πολύ κάτω από το ποσοστό της Γερμανίας, ή ακόμη και κάτω από το 1% του ΑΕΠ των. Ουδέποτε υπό τις παρούσες συνθήκες οι χώρες αυτές θα έστελναν στρατό για να υπερασπιστούν τα δίκαια συμφέροντα της Ελλάδας.
Παρόλο που τα τελευταία 10 χρόνια η Γερμανία έχει κάνει το στρατό της επαγγελματικό και συμμετέχει σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, συνεχείς επί 25-ετία και ιδιαίτερα πρόσφατες περικοπές του αμυντικού προϋπολογισμού της έχουν θέσει εκτός λειτουργίας τα περισσότερα οπλικά της συστήματα, δεν υπάρχουν τα απαραίτητα ανταλλακτικά, δεν γίνεται επαρκής συντήρηση και δεν υπάρχει επαρκές στρατιωτικό προσωπικό για να τα στηρίξει.
Σε δηλώσεις του ο επίτροπος Άμυνας της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας Πήτερ Μπαρτέλς υπογράμμισε ότι "η ετοιμότητα των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων από πλευράς πολεμικού υλικού είναι καταστροφική. Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει, δεν έχουν απομείνει άλλοι εχθροί στην Ευρώπη και νομίσαμε ότι όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με διαπραγματεύσεις, συμφωνίες, συνεργασίες και διπλωματία".
Πραγματικά, κανένα από τα 6 υποβρύχια τύπου 212Α της Γερμανίας δεν λειτουργεί και από τα 244 τανκς της λειτουργούν μόνο τα 105, ενώ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου διέθετε 4.500. Τα προβλήματα στη αεροπορία είναι παρόμοια και τα όποια σχέδια αναδιάρθρωσης των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων καθυστερεί.
Γ) Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ- Ρωσίας λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό εξισορροπιστικά. Σήμερα δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το αν η Ρωσία ή η Κίνα θα μπορούσαν να προσφέρουν τις εγγυήσεις που χρειαζόμαστε. Στην περίπτωση της Ελλάδας εξακολουθεί να ισχύει σε γενικές γραμμές ότι "ανήκει στη Δύση" , βάσει της Συμφωνίας της Γιάλτας. Η Γιάλτα όμως, μαζί με την "ισορροπία τρόμου του Ψυχρού Πολέμου έχουν ακυρωθεί στις περιπτώσεις των Ανατολικο- ευρωπαϊκών χωρών σε βάρος τη Ρωσίας και την περίοδο αυτή η συμφωνία Τσόρτσιλ-Στάλιν αποδομείται στα Δυτικά Βαλκάνια, πάλι σε βάρος της Ρωσίας.
Το γεγονός αυτό συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στο να αναζητήσει η Μόσχα διέξοδο προς στη Μέση Ανατολή, την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, την Ουκρανία και ανατολικότερα προς την Κεντρική και Άπω Ανατολή και ιδιαίτερα την Κίνα. Ωστόσο, το ειδικό της βάρος στην Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη που θα συγκρατούσε τις επεκτατικές διαθέσεις της Άγκυρας εναντίον της Ελλάδας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η Αθήνα θα τηρούσε ίσες αποστάσεις μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον.
Αυτό όμως δεν γίνεται σήμερα. Σε ότι αφορά την Κίνα δεν μπορεί να γίνει άμεσα λόγος να παίξει τον ρόλο του εγγυητή των ελληνικών υδρογονανθράκων έναντι της Τουρκίας, για ευνόητους λόγους. Η ώρα της όμως να παίξει κι' αυτή τον "διεθνή χωροφύλακα" πλησιάζει αλλά αυτό δεν θα μας αρέσει, πάλι για ευνόητους λόγους.