Tον κώδωνα του κινδύνου για την κλιματική αλλαγή κρούουν οι ειδικοί

Tον κώδωνα του κινδύνου για την κλιματική αλλαγή κρούουν οι ειδικοί

Tον κώδωνα του κινδύνου για την κλιματική αλλαγή κρούουν οι ειδικοί
19 04 2016 | 17:49

Ενώ κάθε μήνας που περνάει σπάει κάθε ρεκόρ αύξησης της θερμοκρασίας και ενώ το 2015 ήταν το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί στην ιστορία της ανθρωπότητας από το 1880 και έπειτα, στις 22 Απριλίου, στη Νέα Υόρκη, περί τα 150 κράτη αναμένεται να κυρώσουν τη Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα, προκειμένου να επιτείνουν τις προσπάθειές τους για την απο-ανθρακοποίηση της οικονομίας.

Για το θέμα πραγματοποιήθηκε εκδήλωση χθες στο ΕΛΙΑΜΕΠ στην οποία πήρε το λόγο μια ευρεία γκάμα ομιλητών από όλους τους τομείς που «εμπλέκονται» με το θέμα.

Η εν λόγω συζήτηση, όπως και η παγκόσμια, στράφηκε γύρω από το μέγιστο ζήτημα του μηδενισμού των αερίων που δημιουργούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η μη αντιμετώπιση του οποίου πρόκειται να αποτελέσει μία από τις σοβαρότερες απειλές για την ανθρωπότητα στο άμεσο μέλλον. Στην ουσία στη Ν. Υόρκη πρόκειται να κυρωθεί άμεσα η ισχυρή βούληση που εξέφρασε η διεθνής κοινότητα τον περασμένο Δεκέμβριο στην 21η Συνδιάσκεψη των Συμβαλλομένων Μελών για τη Σύμβαση-Πλαίσιο του ΟΗΕ για την Αλλαγή του Κλίματος για διατήρηση της αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από 2 βαθμούς Κελσίου με απώτερο στόχο τη συγκράτησή της σε 1,5 βαθμό. Είναι όμως αρκετή η εν λόγω συμφωνία ή αποτελεί μία φενάκη η οποία αργά ή γρήγορα θα αυτοκαταργηθεί στην πράξη, εξαιτίας των κακών συνηθειών και πρακτικών του παρελθόντος, οδηγώντας την ανθρωπότητα ενώπιον απρόβλεπτων και ασύμμετρων απειλών;

Ο κ. Θάνος Ντόκος, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ χαρακτήρισε τη Συμφωνία ως μία εκ των δύο σημαντικότερων επιτυχιών που κατέγραψε η διεθνής κοινότητα τη χρονιά που πέρασε, μαζί με τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Σε εκδήλωση του Ιδρύματος, ο κ. Ντόκος προέβλεψε ότι μέσω της εφαρμογής της Συμφωνίας θα υπάρξει σημαντικός περιορισμός του αριθμού των περιβαλλοντικών προσφύγων και αποφυγή τραγωδιών όπως η εξαφάνιση ολόκληρων νησιών. Μάλιστα, ο ίδιος ο πρόεδρος Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, σε σχέση με τα προσφυγικά ρεύματα που πρόκειται να προκαλέσει η αλλαγή του κλίματος ανέφερε ότι, εάν τώρα μιλάμε για χιλιάδες άτομα σε περιπτώσεις πολεμικών συγκρούσεων, στο μέλλον μπορεί να μιλάμε για εκατομμύρια, τονίζοντας την ανάγκη άμεσης δράσης. Ο κ. Ντόκος επεσήμανε ότι, μετά από τις υπογραφές στη Νέα Υόρκη, προκύπτει η άμεση ανάγκη δημιουργίας ενός αποτελεσματικού μηχανισμού υλοποίησης, αλλά και παρακολούθησης της προόδου της συμφωνίας η οποία προβλέπει αναθεώρησή της κάθε πέντε χρόνια, τη στιγμή που ασκείται πολύ έντονη κριτική για το κατά πόσο οι στόχοι είναι εφικτοί. «Ο ρόλος των κυβερνήσεων είναι σημαντικός, καθώς επίσης και ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών και του ακαδημαϊκού κόσμου» σύμφωνα με το διευθυντή του ΕΛΙΑΜΕΠ.

«Η Ελλάδα όπως και ολόκληρη η Μεσόγειος είναι στα 18 καυτά σημεία του πλανήτη τα οποία θα αντιμετωπίσουν τα μεγαλύτερα προβλήματα εξαιτίας της εντεινόμενης αλλαγής του κλίματος», δήλωσε ο διευθυντής του WWF Ελλάς Δημήτρης Καραβέλλας.

Οι μεγαλειώδεις πορείες για το κλίμα και η κινητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη σύναψη της Συμφωνίας των Παρισίων, όπως είπε, υπενθυμίζοντας ότι και στη χώρα μας πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη διαδήλωση που έχει γίνει για τέτοιο θέμα. Κρίσιμο «σταθμό» αποτελεί η συμφωνία που συνήψαν επίσης οι ΗΠΑ και η Κίνα για τον περιορισμό των εκπομπών άνθρακα, με τη συμβολή της γαλλικής Προεδρίας, όπως είπε, ενώ, ασκώντας κριτική στο περιεχόμενο της συμφωνίας, ανέφερε ότι δεν προβλέπει έτος ορόσημο και δεν προβλέπει συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους, αλλά, τουλάχιστον «βάζει τα πράγματα σε μία πορεία».

Σημαντικά ζητήματα για τον κ. Καραβέλλα αποτελούν η χρηματοδότηση, η διαδικασία ελέγχου, καθώς επίσης και η κυκλική αναθεώρηση των στόχων. Ανησυχητικό παραμένει το κεφάλαιο που προβλέπει ότι η χρηματοδότηση θα παρασχεθεί σε περιοχές που έχουν υποστεί καταστροφές από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Σε σχέση με τη χώρα μας, με βάση τα στοιχεία του 2013, όπως είπε, η παραγωγή ενέργειας βασίζεται σε ποσοστό 41% στο λιγνίτη, κρίνοντας ως αδιανόητο το γεγονός ότι η Ελλάδα κατασκευάζει νέα λιγνιτική μονάδα, καθώς, όπως είπε, επίσημα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διαπιστώνουν με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι οι επενδύσεις στο λιγνίτη είναι οι πλέον ασύμφορες. «Για την Ελλάδα, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορεί να σημαίνει ευκαιρία, με στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την απεξάρτηση από το λιγνίτη και την ενεργειακή εξοικονόμηση», είπε.

Η συμφωνία του Παρισιού δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά ολόκληρη την οικονομία, ανέφερε η δημοσιογράφος Βασιλική Γραμματικογιάννη. Ειδικότερα, όπως είπε, «δεν μπορεί κανείς να επενδύσει αν δεν έχει κίνητρο. Εάν υπάρχουν αντικίνητρα για τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς αντισταθμιστικά κίνητρα, γεννάται ο κίνδυνος ενεργειακής ένδειας». Για την κ. Γραμματικογιάννη, πρόκειται για ένα «πολιτικό θέμα που θα δημιουργήσει συγκρούσεις», προσθέτοντας ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα είναι ο εφησυχασμός».

Για την Ελλάδα, στόχος είναι η κατά 43% μείωση εκπομπών από τη βιομηχανία μέχρι το 2030, ενώ για τους άλλους τομείς ο στόχος ανέρχεται στο 30% ανέφερε η Ρεβέκκα Μπατμάνογλου, διευθύντρια διεύθυνσης Κλιματικής Αλλαγής και Ποιότητας της Ατμόσφαιρας του ΥΠΕΝ. Όπως είπε, προτεραιότητα αποτελεί η εθνική στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, βασική προϋπόθεση για την οποία αποτελεί η εκπόνηση περιφερειακών σχεδιασμών και η αξιοποίηση θεσμικών οργάνων της Πολιτείας όπως η Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.

«Είμαστε όλοι υπέρ της μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος», δήλωσε οΑλέξανδρος Κατσιάμπουλας, εκπρόσωπος συμβουλίου για την βιώσιμη ανάπτυξη του ΣΕΒ, και διευθυντής Περιβάλλοντος, Ποιότητας και Αειφόρου ανάπτυξης της ΤΙΤΑΝ, κρούοντας παράλληλα τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς, όπως είπε, αν και διερχόμαστε την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί σε αποβιομηχάνιση εάν δεν ληφθούν σοβαρές αποφάσεις σε σχέση με τη διατήρηση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητάς της. «Υπάρχει κίνδυνος από την άνιση κατανομή βαρών, καθώς δεν λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες της κάθε γεωγραφικής περιοχής. Η διεθνής κοινότητα χρειάζεται να ασκήσει πίεση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, προκειμένου να αναλάβουν σοβαρές και εφάμιλλες πρωτοβουλίες, διαφορετικά η ΕΕ φαίνεται να πρωτοπορεί σαν τον Δον Κιχώτη».

Πρότεινε μάλιστα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία να καλύπτεται με δωρεάν δικαιώματα εκπομπών, ίσως και με πιο αυστηρούς κανόνες, καθώς ζητούμενο είναι να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της, αφού το ζήτημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα είναι γεωγραφικό θέμα, όπως είπε, και πλήττει κυρίως τις χώρες του Νότου. «Όραμα του συμβουλίου αποτελεί η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά με την προϋπόθεση της διεθνοποίησης των όρων και των προϋποθέσεων», είπε, επισημαίνοντας ότι η απουσία ενός παγκόσμιου συστήματος εμπορίας εκπομπών άνθρακα δημιουργεί στρεβλώσεις στην αγορά, αλλά και διαρροή άνθρακα (carbon leakage), άρα και επενδύσεων, γεγονός που οδηγεί σε απώλεια θέσεων εργασίας. «Με τη σημερινή κατάσταση στην ουσία μιλάμε για μεταφορά των παραδοσιακών τρόπων παραγωγής από χώρες με αυστηρό πλαίσιο, σε χώρες με πιο χαλαρό πλαίσιο όρων και κανόνων», προσθέτοντας ότι «στην ουσία οι παγκόσμιες εκπομπές δεν μειώνονται, αλλά μεταφέρονται από τη μία περιοχή στην άλλη».

Εκπροσωπώντας την πρυτανεία του Παντείου Πανεπιστημίου η Βίκυ Καραγιώργου, επίκουρη καθηγήτρια Ευρωπαϊκού Δικαίου Περιβάλλοντος, χωρίς να παραγνωρίζει την ιστορικότητα της συμφωνίας, τη χαρακτήρισε άτολμη για την αντιμετώπιση του εύρους και των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. «Απαιτείται μία πολύ σημαντική απο-ανθρακοποίηση και απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα», τόνισε χαρακτηριστικά ενώ στα θετικά συμπεριέλαβε τις προβλέψεις για ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Μάλιστα, όσον αφορά την ΕΕ, τον τρίτο μεγαλύτερο ρυπαντή παγκοσμίως μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ, η κ. Καραγιώργου είπε ότι έχει ένα εκ των πλέον προωθημένων νομικών πλαισίων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, καθώς επίσης και δικαιοδοτικά όργανα. Διερωτήθηκε ωστόσο κατά πόσο το νομοθετικό πλαίσιο μπορεί να συμβάλει από μόνο του στο μετριασμό των επιπτώσεων. Ειδικότερα, η ΕΕ η οποία προσδοκά να είναι πρωτοπόρος στην ανάληψη ευθυνών και πολιτικών πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής, έχει θέσει υψηλούς στόχους για την εξοικονόμηση ενέργειας, τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, αλλά και τη διείσδυση των ΑΠΕ, αρκετά νωρίτερα από τη σύναψη της συμφωνίας.

Όπως ανέφερε ο κ. Γιώργος Κωστάκος, συντονιστής Life Climate Action Sector, NEEMO EEIG για την ΕΕ η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί την κεντρική πρόταση βιώσιμης ανάπτυξης διασυνδέοντας το περιβάλλον, την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, καθώς επίσης την ειρήνη, την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση σε πολλαπλά επίπεδα. Μάλιστα, για την περίοδο 2014-2020 η ΕΕ πρόκειται να διαθέσει 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ με απόλυτη στόχευση την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Παρ' όλα αυτά, με βάση τη Συμφωνία του Παρισιού, οι αναπτυγμένες χώρες έχουν δεσμευτεί να συγκεντρώσουν στο Πράσινο Ταμείο περί τα 100 δισ. για την προσαρμογή, την πρόληψη και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων, ποσό που πρόκειται να ανανεώνεται κάθε χρόνο μετά το 2020, παρότι, μέχρι σήμερα, παρατηρείται μία σχετική απροθυμία για την ενίσχυση του εν λόγω ταμείου από πλευράς της διεθνούς κοινότητας.

«Το υφιστάμενο πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή είναι εξαιρετικά αδύναμο» επισήμανε απ' την πλευρά της η Εμμανουέλα Δούση, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρέπει να σταλεί ένα σαφές μήνυμα για την έκταση και την κατεύθυνση των προσαρμογών, είπε, μέσω των εθνικά καθορισμένων προθέσεων συνεισφοράς, οι οποίες σημειωτέον, είναι στόχοι που θέτει η κάθε χώρα ξεχωριστά σε εθελοντική βάση, γεγονός που έχει οδηγήσει σε πολύ αυστηρή κριτική και αποτελεί, για πολλούς ειδικούς, ένα από τα «αγκάθια» της δίκαιης εφαρμογής της Συμφωνίας. Για την κ. Δούση, τα εκκρεμή ζητήματα είναι ακόμα πολλά: «Απαιτούνται κοινές προδιαγραφές για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων, διαφάνεια, καθορισμός των όρων λειτουργίας των μηχανισμών που προβλέπει η συμφωνία», την ώρα που οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχίζουν να αυξάνονται δραματικά.

Προσέθεσε δε, ότι πλέον έχει διαψευστεί και επιστημονικά η θεωρία ότι η μετάβαση σε μία οικονομία χαμηλών ρύπων είναι ασύμφορη, υπενθυμίζοντας ότι μόνο για την Ελλάδα το κόστος της μη προσαρμογής θα ανέλθει στα 700 δισ. μέχρι το 2100, σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος. Όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών που έχει καταγράψει η χώρα μας, αυτή οφείλεται περισσότερο στην οικονομική ύφεση, παρά στα μέτρα προσαρμογής, όπως είπε, χαρακτηρίζοντας την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ως «ένα μακρύ ταξίδι που μπορεί να βάλει σε έναν κοινό δρόμο τις αναπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες».

«Αν οι εθνικές συνεισφορές μείνουν ως έχουν, μας βάζουν σε μία πορεία 2,7 βαθμών Κελσίου», δήλωσε ο κ. Δημήτρης Ζευγώλης απ' τη γενική διεύθυνση δράσης για το κλίμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προσθέτοντας ότι «αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε ακόμα περισσότερα», κρίνοντας ως πολύ σημαντικό τον πενταετή κύκλο αναθεώρησης. Και για τον κ. Ζευγώλη απαιτείται διαφάνεια, ευθύνη και συμμόρφωση, καθώς επίσης και διεθνής συνεργασία για μεταφορά τεχνογνωσίας. Όπως είπε, οι στόχοι συνολικά δεν είναι επαρκείς. Μία τεχνική, αλλά μεγάλη πρόκληση είναι η δημιουργία κοινών μεθόδων και δεικτών, ενώ βασικό εργαλείο για τη μείωση εκπομπών είναι η διασύνδεση των συστημάτων εμπορίας εκπομπών αερίων άνθρακα, καθώς επίσης και η υποστήριξη σε αυτούς που πλήττονται περισσότερο.

Τέλος, εκ μέρους του Δήμου Αθηναίων η εντεταλμένη δημοτική σύμβουλος για την αστική ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα, Λενιώ Μυριβίλη, επεσήμανε τις πολύ σημαντικές δυνατότητες σε σχέση με τον περιορισμό των αερίων του θερμοκηπίου στα αστικά κέντρα, καθώς οι πόλεις ευθύνονται για το 75% των συνολικών εκπομπών.

Μάλιστα, ειδικά στην Αθήνα, το 70% της ενεργειακής κατανάλωσης της πόλης οφείλεται στο δημόσιο φωτισμό, όπως είπε, αναφέροντας τις πρωτοβουλίες που έχουν αναλάβει μεγάλες πόλεις ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και η ελληνική πρωτεύουσα τόσο για τη διαμόρφωση της συμφωνίας για το κλίμα, όσο και για την πρακτική αντιμετώπιση του φαινομένου.

Ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθούν οι διεθνείς διαπραγματεύσεις και από το αν οι πολιτικές θα ευοδωθούν ή θα καταλήξουν μεσοπρόθεσμα σε άλλο ένα ναυάγιο, όλα ξεκινούν και καταλήγουν στον πολίτη και τη συνείδησή του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κάθε κάτοικος του πλανητικού αυτού χωριού θα κληθεί στην καθημερινότητά του να γίνει η αλλαγή που επιθυμεί να δει στον κόσμο ή/και να προετοιμαστεί για τα χειρότερα, καθώς έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ την «Ώρα μηδέν» για την κλιματική αλλαγή.

(Έθνος)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM