Σε αδρανοποίηση οδεύει ο μηχανισμός για τα λιγνιτικά «πακέτα» της ΔΕΗ – Αξιολόγηση από την Κομισιόν και σταθερά μηδενικό ενδιαφέρον από την αγορά
Στην αξιολόγηση των ως τώρα δεδομένων του μηχανισμού για το antitrust προχωρά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την σχετική διαδικασία, όπως αναφέρουν πληροφορίες του energypress, να έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και πραγματοποιείται στα πλαίσια των προβλέψεων του κανονισμού.
Αν και ο έλεγχος της Κομισιόν αφορά την τυπική λειτουργία του μηχανισμού, χωρίς να έχει το «mandate» να κάνει κριτική, ωστόσο, μπορεί να φωτογραφίσει, όπως αναφέρουν πηγές με γνώση της διαδικασίας, «κενά» και «αδιέξοδα» στην αρχιτεκτονική του μηχανισμού. «Κατά την διαδικασία του ελέγχου μπορεί να αναδειχθεί κάτι, να φανεί ότι δεν λειτουργεί σωστά ο μηχανισμός και επομένως να υπάρξει κάποια αλλαγή», αναφέρθηκε χαρακτηριστικά.
Όπως έχει γράψει το energypress, ένα σημαντικό μέρος των «πακέτων» λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής που διατέθηκαν το 2022 για το 2023 έχουν παραμείνει αδιάθετα, καθιστώντας τον μηχανισμό «κενό γράμμα». Ερωτηματικό παραμένει αν αυτή η εξέλιξη αποτελεί απόρροια των έκτακτων συνθηκών της ενεργειακής κρίσης ή/και της αναποτελεσματικότητας του μηχανισμού.
Σε κάθε περίπτωση, γίνεται λόγος για «πολλές λειτουργικές δυσκολίες» του μηχανισμού ενώ σημειώνεται ως «θεμελιώδες λάθος» το γεγονός ότι τα εν λόγω πακέτα, αν και υποτίθεται προορίζονται για τους Έλληνες προμηθευτές και παραγωγούς, διατίθενται στο EEX (κυρίως) και στο ΕΝΕΧ, όπου δεν συμμετέχει το σύνολο των παικτών της ελληνικής αγοράς. Εξ’ ορισμού, δηλαδή, η διάθεση των λιγνιτικών πακέτων γίνεται με τρόπο που το πιθανότερο σενάριο είναι να καταλήξουν σε «ξένα χέρια» εκτός ελληνικής αγοράς.
Επιπρόσθετα, η επιβολή του πλαφόν στη χονδρική ακυρώνει στην ουσία «το γράμμα της αντιστάθμισης», αναιρεί το κίνητρο, ώστε ένας παραγωγός ή ένας προμηθευτής να προχωρήσει σε ενέργειες hedging. Πρόσθετος παράγοντας που μπορεί να εξηγήσει περαιτέρω την «αδιαφορία» της ελληνικής αγοράς για τα λιγνιτικά «πακέτα» της ΔΕΗ είναι η αβεβαιότητα της περιόδου, όπου οι τιμές υποχωρούν, χωρίς ωστόσο, κανείς να μπορεί να προβλέψει αν θα υποχωρήσουν κι άλλο. Στο ενδεχόμενο μεγαλύτερης υποχώρησης, η όποια ενέργεια αντιστάθμισης μπορεί να αποβεί επιζήμια και μάλιστα σε μια περίοδο που η στενότητα σε όρους ρευστότητας χαρακτηρίζει σχεδόν το σύνολο της αγοράς. Συν τοις άλλοις, η ελληνική αγορά δεν είναι πολύ εξοικειωμένη με τέτοιες πρακτικές κι επομένως η «forward» αγορά συνεχίζει να αποτελεί κάτι που αρκετοί «παίκτες» της αγοράς μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτήν.
Υπενθυμίζεται ότι για την πρόσβαση τρίτων σε παραγωγή των λιγνιτικών μονάδων, η επιχείρηση πρέπει να διαθέτει «πακέτα» ηλεκτρικής ενέργειας τριμηνιαίας διάρκειας, που αντιστοιχούν σε ένα μερίδιο της λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής του αντίστοιχου τριμήνου του προηγούμενου έτους. Οι ποσότητες προς παραχώρηση για το 2023 ισούνται με το 40% των λιγνιτικών μεγαβατώρων του αντίστοιχου τριμήνου του τρέχοντος έτους, δηλαδή του 2022.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, όπως έχει γράψει το energypress, ότι σε εκκρεμότητα παραμένει το αίτημα της Ελλάδας στην Κομισιόν για κατάργηση του remedy, ενώ ταυτόχρονα συσσωρεύονται πλέον οι λόγοι για αλλαγές. Τα αποτελέσματα του ελέγχου, οι εν εξελίξει διαβουλεύσεις επί του ελληνικού αιτήματος καθώς και η ανεπιτυχής διάθεση των λιγνιτικών πακέτων για το 2023 ενδέχεται να οδηγήσουν σε απόσυρση του μέτρου ή σε σημαντικές τροποποιήσεις.