Γιατί το ΥΠΕΝ «απέρριψε» τις ενστάσεις των emitters στο νομοσχέδιο για το CCS – Δυσκολία διαμόρφωσης «κοινής γραμμής» από την αγορά

Γιατί το ΥΠΕΝ «απέρριψε» τις ενστάσεις των emitters στο νομοσχέδιο για το CCS – Δυσκολία διαμόρφωσης «κοινής γραμμής» από την αγορά

Γιατί το ΥΠΕΝ «απέρριψε» τις ενστάσεις των emitters στο νομοσχέδιο για το CCS – Δυσκολία διαμόρφωσης «κοινής γραμμής» από την αγορά

Την πρόθεση να υπάρξει ισότιμη μεταχείριση χωρίς διακρίσεις και αδιαφανή σημεία σε συνδυασμό με την δυσκολία της αγοράς να χαράξει μια «κοινή γραμμή» καθόρισαν, όπως αναφέρουν πηγές του energypress, τις τελικές αποφάσεις του ΥΠΕΝ σχετικά με το νομοσχέδιο για την δέσμευση, χρήση και αποθήκευση άνθρακα (CCUS) το οποίο, ως γνωστόν, βρίσκεται υπό συζήτηση στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής.

Υπενθυμίζεται ότι η αγορά είχε υποβάλει συγκεκριμένες παρατηρήσεις επί του αρχικού draft, εστιάζοντας κύρια στο προτεινόμενο «διπλό σχήμα» για την κατανομή της δυναμικότητας του Πρίνου με το ένα σκέλος να καθορίζεται ρυθμιστικά και το άλλο μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών. Από την πλευρά της η αγορά υποστήριξε ότι το εν λόγω μοντέλο αντιβαίνει με την ευρωπαϊκή πρακτική ενώ ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρές στρεβλώσεις σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα με επιπτώσεις τόσο στην πρόθεση δέσμευσης και αποθήκευσης των εκπομπών όσο και στο κομμάτι των τιμών.

Το εν λόγω θέμα όπως και μια σειρά άλλα θέματα που τέθηκαν τόσο στα πλαίσια της δημόσιας διαβούλευσης όσο και σε προγενέστερη συνάντηση της αγοράς με τον Υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νικόλαο Τσάφο, εξετάστηκαν από το ΥΠΕΝ, χωρίς ωστόσο να καταλήξουν σε τροποποιήσεις του αρχικού κειμένου (δείτε εδώ και εδώ), εν απουσία και συγκεκριμένων προτάσεων από την αγορά.

Αξίζει να σημειωθεί, όπως διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές, ότι η πρόθεση του Υπουργείου ήταν εξαρχής να διασφαλιστεί μια μίνιμουμ πρόσβαση στην υποδομή για το σύνολο των emitters, δεδομένου κιόλας ότι η χωρητικότητα του Πρίνου υπολείπεται σημαντικά των πραγματικών αναγκών για αποθήκευση με βάση τις υφιστάμενες ποσότητες εκπομπών των εγχώριων παικτών. Η εν λόγω συνθήκη, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, διασφαλίζεται με το ρυθμιζόμενο σκέλος, αφήνοντας εν συνεχεία στους «νόμους της αγοράς» να αποφασίσει ποιος θα επωφεληθεί της υπόλοιπης δυναμικότητας.

Η δυσκολία διαμόρφωσης ενός άλλου μοντέλου που θα προσέγγιζε περισσότερο το «σκεπτικό» της αγοράς έγκειται στην δυσκολία να υπάρξουν ενιαία κριτήρια, κοινά αποδεκτά από όλους τους συμμετέχοντες, με βάση τα οποία θα καθοριζόταν ένα ενιαίο μοντέλο κατανομής της δυναμικότητας. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το ΥΠΕΝ επέλεξε, όπως προαναφέρθηκε, να πάει «safe», θέλοντας να αποφύγει «δυσάρεστες» καταστάσεις στο μέλλον που θα εκκινούσαν από την απροσδιοριστία των κριτηρίων και θα κατέληγαν να κλονίσουν εν τη γενέσει του το όλο εγχείρημα του CCS.

Ένα πρόσθετο κριτήριο που ώθησε το ΥΠΕΝ να διατηρήσει το «διπλό μοντέλο» με την ασφαλή επιλογή του ρυθμιζόμενου σκέλους αφορά τις δηλώσεις των emitters με άλλους να ζητούν δέσμευση δυναμικότητας μεγαλύτερη από τις συνολικές εκπομπές τους και άλλοι μικρότερη χωρητικότητα από την ποσότητα των εκπομπών, δημιουργώντας «ασάφειες» στην όλη διαδικασία που με την σειρά τους ανοίγουν το δρόμο σε νέα προβλήματα επί της διαχείρισης δυναμικότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ΥΠΕΝ επέλεξε να διατηρήσει το διπλό μοντέλο, θέλοντας να διασφαλίσει ότι η αποθήκη του Πρίνου θα αποτελέσει μια πρώτη καλή βάση για την ανάπτυξη και εξέλιξη της αγοράς δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CO2), χωρίς, ταυτόχρονα, να τίθενται σε κίνδυνο οι στόχοι απανθρακοποίησης που με την σειρά τους «περνάνε» και εξαρτώνται και από το κατά πόσο τελικά θα "δουλέψει" γρήγορα και αποτελεσματικά η υπόθεση «δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα» στην Ελλάδα.   

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM