Επανεμφάνιση υπερδηλώσεων στη χονδρεμπορική Μάρτιο και Απρίλιο σύμφωνα με νέα ανάλυση της ΕΒΙΚΕΝ
Η πρόσφατη μελέτη για λογαριασμό της ΕΒΙΚΕΝ, με επίκεντρο τον Λογαριασμό Προσαύξησης του ΑΔΜΗΕ, και ειδικότερα τον ΛΠ3, ο οποίος αφορά το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης, ανέδειξε ενδείξεις συστηματικών στρεβλώσεων στη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως έχει επανειλημένα αναφερθεί από την ΕΒΙΚΕΝ, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το συνολικό κόστος του λογαριασμού αυτού αναμένεται να ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ εντός του 2025, με τα 500 εκατ. ευρώ να αφορούν αποκλειστικά το κόστος του λεγόμενου redispatching, δηλαδή της αναγκαστικής ανακατανομής μονάδων παραγωγής από τον ΑΔΜΗΕ, σε σχέση με την αρχική κατανομή που προκύπτει από το χρηματιστήριο ενέργειας.
Ένα από τα βασικά ευρήματα της μελέτης αφορά την περίοδο Ιουνίου – Νοεμβρίου 2024, όπου καταγράφηκαν σημαντικές συστηματικές υπερδηλώσεις φορτίου από προμηθευτές, της τάξης των 100 έως 250 GWh κάθε μήνα. Η ΕΒΙΚΕΝ έχει ήδη καταθέσει αίτημα προς τη ΡΑΕ για αυστηροποίηση των χρεώσεων μη συμμόρφωσης που επιβάλλονται στους εκπροσώπους φορτίου που προβαίνουν σε τέτοιες υπερδηλώσεις. Σύμφωνα με την ένωση των βιομηχανικών καταναλωτών, τα υφιστάμενα πρόστιμα δεν επαρκούν για να λειτουργήσουν αποτρεπτικά.
Παράλληλα, η ΕΒΙΚΕΝ καλεί τη ΡΑΕ να διερευνήσει εις βάθος τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων, τόσο συνολικά όσο και κατά χρονικά διαστήματα μέσα στην ημέρα, καθώς υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι υπερδηλώσεις επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες ώρες – κυρίως τις μεσημεριανές – με στόχο την τεχνητή αύξηση του δηλωμένου φορτίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η τεχνητή αύξηση μπορεί να φτάνει έως και τα 800 MW, αλλοιώνοντας την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Αν οι υπερδηλώσεις αυτές προέρχονται κυρίως από καθετοποιημένους προμηθευτές – δηλαδή εταιρείες που διαθέτουν και μονάδες παραγωγής και εμπορία ρεύματος – τότε εγείρονται εύλογες υπόνοιες για στρατηγικές πρακτικές που αποσκοπούν στη χειραγώγηση των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δηλώσεις φορτίου παύουν να αντανακλούν την πραγματική κατανάλωση και μετατρέπονται σε εργαλείο επηρεασμού των ισορροπιών της αγοράς.
Συνέχισε την ανάλυση
Η ΕΒΙΚΕΝ συνέχισε την ανάλυσή της για την περίοδο Δεκεμβρίου 2024 – Απριλίου 2025, αξιοποιώντας τις εβδομαδιαίες αναφορές του ΑΔΜΗΕ, στις οποίες καταγράφονται οι θετικές και αρνητικές αποκλίσεις μεταξύ δηλωμένου και πραγματικού φορτίου, καθώς και των ΑΠΕ. Θετική απόκλιση στο φορτίο σημαίνει υπερδήλωση, ενώ αρνητική στα ΑΠΕ σημαίνει υπερεκτίμηση της παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές.
Κατά τη χειμερινή περίοδο Δεκέμβριος – Φεβρουάριος, δεν καταγράφηκαν σημαντικές υπερδηλώσεις. Αυτό αποδίδεται στην ιδιαίτερα αυξημένη χρήση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή – η οποία αυξήθηκε κατά 100% – λόγω της διαρκούς ζήτησης για εξαγωγές στα Βαλκάνια. Οι εξαγωγές αυτές διατήρησαν τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά σε υψηλά επίπεδα, εξαλείφοντας τα κίνητρα για τεχνητές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, από τον Μάρτιο και τον Απρίλιο 2025, η εικόνα αλλάζει: με την υποχώρηση της ζήτησης για εξαγωγές και την εμφάνιση εισαγωγών (ιδίως κατά τις μεσημεριανές ώρες, λόγω αρνητικών τιμών στη Βουλγαρία), οι υπερδηλώσεις φορτίου κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους. Από τις αναφορές του ΑΔΜΗΕ προκύπτει ότι οι υπερδηλώσεις είναι στοχευμένες τις ώρες που η παραγωγή από ΑΠΕ κορυφώνεται, επιδιώκοντας να απορροφήσουν τεχνητά την πλεονάζουσα προσφορά και να αποτρέψουν την κατάρρευση των τιμών, που διαφορετικά θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμα και σε αρνητικά επίπεδα.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη διαφάνεια και την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς. Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι τέτοιου είδους πρακτικές, αν δεν ελεγχθούν άμεσα και αυστηρά, όχι μόνο επιβαρύνουν τους καταναλωτές με υπέρογκα κόστη μέσω του ΛΠ3, αλλά και υπονομεύουν τη λειτουργία της αγοράς με στρεβλώσεις που πλήττουν τον υγιή ανταγωνισμό και τη μετάβαση σε μια δίκαιη και βιώσιμη ενεργειακή οικονομία.