Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Το αποπροσανατολιστικό δίλημμα “υπέρ ή κατά του Μνημονίου”

Η, κατά πολλούς, υφεσιακή διελκυστίνδα, στην οποία υποβάλλεται όχι μόνο η Ελλάδα αλλά και εκτεταμένο κομμάτι των χωρών της Ευρωζώνης δια της ακολουθούμενης “μνημονιακής συνταγής", συνιστά απόρροια της κυριαρχούσας, δυστυχώς, σήμερα, εν τέλει πολιτικής με οικονομολογικό περίβλημα, θέασης της εντονότατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που βιώνουν ολοένα και περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης ως μιας κατά βάση δημοσιονομικής φύσεως κρίσης που πλήττει κάποια "απείθαρχα" κράτη μέλη που συγκροτούν "ειδικές” (με προεξάρχουσα την "απολύτως ειδική" περίπτωση της Ελλάδας) και μάλιστα αποκομμένες μεταξύ τους περιπτώσεις, με την έννοια ότι δεν διαβλέπεται η συστημική συνάφεια της κρίσης.

Στο εύλογο μάλλον ερώτημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί πώς άραγε οι "προβληματικές" περιπτώσεις τυχαίνει όλες (εννοείται μέχρι νεοτέρας, καθότι είναι σαφές ότι η κρίση ενδέχεται να εξαπλωθεί προϊόντος του χρόνου και στα κράτη μέλη που συγκροτούν τον μέχρι σήμερα ”σκληρό” κεντροευρωπαϊκό πυρήνα) να βρίσκονται (με εξαίρεση την όντως ειδική περίπτωση της Ιρλανδίας) στη νότια περιφέρεια της ευρωζώνης, η κυρίαρχη αυτή ανάλυση των πραγμάτων δεν παρέχει κάποια πειστική απάντηση. Ενδεχομένως το "βολικό" σενάριο “των μεμονωμένων απειθάρχων ειδικών περιπτώσεων” δεν επιτρέπεται να "συσκοτίζεται" με τέτοια "ενοχλητικά" ερωτήματα. Όπως και να έχει πάντως, μπορεί κανείς βάσιμα να αναρωτηθεί μήπως η παραπάνω διατυπωθείσα απορία παραπέμπει στον υπαινιγμό μιας, πέραν (ή και παραλλήλως) των όποιων εθνικών ιδιαιτεροτήτων των "προβληματικών" χωρών, υφιστάμενης δομικής δυσλειτουργίας της ευρωζώνης ως "εμπροσθοβαρούς" νομισματικής ένωσης με σχεδόν μόνιμους και "μοιραίους" νικητές και ηττημένους.

Αν όμως υφίσταται μια τέτοια δομική, συστημική διάσταση του προβλήματος, τότε είναι σαφές ότι, χωρίς μια συγκροτημένη προσπάθεια κεντρικής πολιτικής εναρμόνισης της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε ενωσιακό επίπεδο, δεν συγκροτείται αποτελεσματική προσπάθεια επίλυσής του.

Από την άλλη πλευρά, στο πλαίσιο μιας νηφάλιας θεώρησης της εθνικής μας κατάστασης και της κρίσης που ως χώρα βιώνουμε, πρέπει επίσης να υπογραμμισθεί ότι οι οποιεσδήποτε προηγηθείσες κριτικές αναφορές δεν πρέπει να οδηγούν στη συσκότιση των δικών μας ευθυνών αλλά και της συνολικής αποτυχίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος να συγκροτήσει ένα στοιχειωδώς λειτουργικό σύγχρονο κράτος προς όφελος των Ελλήνων πολιτών και να δομήσει τους όρους μιας παραγωγικής αναδιάρθρωσης πέρα από κίβδηλες λογικές δανειοδίαιτης ευμάρειας και παρασιτικού καταναλωτισμού. Κατ΄αυτή την έννοια, δεν είναι ανακριβείς (αν και ενίοτε πολιτικά υστερόβουλες, καθότι η ύπαρξη του προβλήματος δεν νομιμοποιεί την “όποια” λύση) οι απόψεις, οι οποίες υποστηρίζουν ότι ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας, “το πρόβλημα δεν είναι το “Μνημόνιο””, αλλά τα ίδια τα δομικά και διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, του ελληνικού πολιτικού συστήματος, της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης κλπ.

Όπως και να έχει, είναι εσφαλμένη η επιχειρηματολογική διολίσθηση σε μια σχηματική διερώτηση και τοποθέτηση “υπέρ ή κατά του Μνημονίου”. Το εν λόγω δίλημμα είναι τόσο υπεραπλουστευτικό που όχι μόνο δεν επιδέχεται μεθοδολογικά συγκροτημένης και συνεκτικής επιστημονικής προσέγγισης, αλλά και ως διατύπωση αποπροσανατολίζει από την ουσία του θέματος συγχέοντας δύο διαφορετικά μεταξύ τους επίπεδα ανάλυσης: το ευρωπαϊκό (μετα-εθνικό) και το ελληνικό (εθνικό). Λ.χ. η όποια συγκροτημένη κριτική κατά του “Μνημονίου”, όσο καίρια κι αν δύναται (ή και οφείλει) να είναι, δομείται κατά κύριο λόγο σε σχέση με τη βασική θέση ότι ως συλλογιστική αλλά και ως περιεχόμενο συνιστά μια έκπτωση (κυριολεκτικά εκ του εκ-πίπτω) από τη λογική της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και, σε συγκεκριμένα του σημεία, από το κανονιστικό αξιακό πλαίσιο που διέπει το ίδιο το ενωσιακό δίκαιο: Συνιστά, με άλλα λόγια, ένδειξη ελλείπουσας πολιτικής και θεσμικής ωρίμανσης της Ένωσης.

Η εν λόγω κριτική προσέγγιση στην αμιγώς εγχώρια, ελληνική της διάσταση, δεν πρέπει ούτε κατά διάνοια να παρερμηνεύεται ως έμμεση υπεράσπιση των δομών που παρήγαγαν τα θεσμικά, κοινωνικά και, εν τέλει, οικονομικά αδιέξοδα της χώρας μας. Κατ’ αυτή την έννοια η όποια κριτική της “μνημονιακής πολιτικής” δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει από την ανάγκη άμεσης αλλά και ριζικής παραγωγικής, διοικητικής και θεσμικής ανασυγκρότησης της χώρας, μια ανάγκη που σίγουρα δεν συνέπεσε χρονικά, αλλά σαφώς προϋπήρξε, ούτε, επομένως, συνδέεται αιτιωδώς με τη θέσπιση/επιβολή του Μνημονίου. “Το σπίτι” μας είναι σαφές ότι πρέπει να αποφασίσουμε αν και πώς θέλουμε να το επανοικοδομήσουμε, τούτη τη δουλειά δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να την κάνουν άλλοι για μας. Και τούτο διότι η συναφής μας απόφαση και προσπάθεια είναι και εθνικά υποτιμητικό να παρουσιάζεται ως απόρροια και συνάρτηση έξωθεν απειλών και παραινέσεων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η “αντιμνημονιακή” ρητορία δεν μπορεί να αξιοποιείται ως βολικό άλλοθι που κατ΄αποτέλεσμα εθελοτυφλεί μπρος στην εθνική μας “ασθένεια” και αντλεί πολιτική ισχύ και από όσες κοινωνικές και πληθυσμιακές ομάδες, κατά βάθος και παρά τις όποιες φραστικές “επικαλύψεις” επιθυμούν τη διαιώνιση ενός δανειοδίαιτου αντιπαραγωγικού πελατειακού κομματικού συστήματος και νοοτροπιών που οδήγησαν τη χώρα εδώ που σήμερα βρίσκεται. Έτσι λοιπόν, η “αντιμνημονιακή” κριτική δεν απαλλάσσει στο επίπεδο του εγχώριου υπεύθυνου πολιτικού και επιστημονικού λόγου (αυτή η υποχρέωση αφορά προφανώς κατά μείζονα λόγο πολιτικές και κομματικές δυνάμεις που αρθρώνουν κυβερνητικές αξιώσεις) από την ευθύνη συγκρότησης συγκεκριμένου μοντέλου αναπτυξιακής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας και ρεαλιστικού πλάνου υλοποίησης του εν λόγω μοντέλου, προφανώς λαμβάνοντας υπόψη τους υφιστάμενους εγχώριους και διεθνείς κοινωνικοπολιτικούς και οικονομικούς συσχετισμούς. Οποιαδήποτε άλλη βολική προσήλωση στο σχήμα “μνημονιακή κριτική χωρίς συγκεκριμένη αντιπρόταση” ουσιαστικά αποπολιτικοποιεί και αποϊδεολογικοποιεί τη θέαση της εθνικής μας κρίσης και κατ’ αυτή την έννοια δεν πρέπει να εκπλήττει το γεγονός ότι συνιστά τόπο “συνεύρεσης” εξόχως ανομοιογενών ιδεολογικά πολιτικών και κομματικών φορέων.

Εξάλλου, ακόμη και η περίφημη διακήρυξη περί της ανάγκης για άμεση και ριζική “επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου”, η οποία υποστηρίζεται από σχεδόν το σύνολο πλέον των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων, συνιστά κενή συνθηματολογία αν δεν συνοδεύεται από σαφές πλάνο και στοιχειοθετημένη άποψη σε σχέση με το ποιοί είναι ακριβώς οι άξονες της αιτούμενης “επαναδιαπραγμάτευσης”. Τούτο προϋποθέτει σαφή ρεαλιστικό σχεδιασμό αναφορικά με τις συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές τομές που θα βοηθήσουν το πλαδαρό και αποσαρθωμένο εθνικό μας θεσμικό και παραγωγικό οικοδόμημα να ανακάμψει αλλά και συγκεκριμενοποίηση των βασικών μας εθνικών ιεραρχήσεων και προτεραιοτήτων. Αν κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, είναι σχεδόν ανέφικτη η συστράτευση σ΄ ένα, βραχυπόθεσμα σίγουρα επώδυνο, μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ενός λαού που είχε σε μεγάλο βαθμό εθιστεί να διαβιεί στη φενάκη των “εύκολων λύσεων“ και της δανειοδίαιτης ευμάρειας. Θα μπορέσουν άραγε οι κομματικές ελίτ ενός πολιτικού συστήματος που δεν είχαν εκπαιδευθεί να σχεδιάζουν και να υλοποιούν μεθοδικά μεταρρυθμιστικές πολιτικές, δεν είχαν μάθει να πείθουν επιχειρηματολογώντας αλλά συνθηματολογώντας και κατά κανόνα αδυνατούσαν να διαπαιδαγωγήσουν και, με το προσωπικό τους παράδειγμα, να πείσουν για την ανάγκη μιας άλλης, ριζικά διαφορετικής πορείας της χώρας; Αυτό θεωρώ ότι είναι ένα από τα κομβικά ερωτήματα που θα καθορίσουν, εκτός των άλλων, και τη θέση της χώρας στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και την επανάκτηση της εθνικής μας κυριαρχίας, η οποία είναι αυτονόητο ότι περιστέλλεται όταν ένα κράτος δεν μπορεί να στηριχθεί στις δυνάμεις του και περιέρχεται σε κατάσταση άμεσης οικονομικής εξάρτησης για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του.

Dr. Antonis Metaxas (PhD, Berlin)
Managing Partner, Chair of European Law, University of Athens

(ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 9/06/2011)



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα