Η κρίση εφοδιασμού δίνει «πόντους» στα έργα ενεργειακών υποδομών - Νέες σκέψεις για Ρεβυθούσα, Καβάλα και FSRU
Ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας θέτει πλέον το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας τη δημιουργία υποδομών στον τομέα της αποθήκευσης αερίου, στο πλαίσιο του συνολικού στρατηγικού σχεδιασμού για την ενεργειακή αγορά.
Η σπουδή που φαίνεται πλέον να επικρατεί είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της εν εξελίξει κρίσης εφοδιασμού της ενεργειακής αγοράς (κυρίως στον τομέα του αερίου), η οποία ανέδειξε, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αποθήκευσης αερίου, ενός καυσίμου που θεωρείται βέβαιο ότι θα αποτελεί βασικό «παίχτη» του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας, όσο και αν ο λιγνίτης θα συνεχίσει να παίζει τον βαρύνοντα ρόλο του.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιτελείς του ΥΠΕΝ μελετούν ήδη όλα τα σχετιζόμενα έργα προκειμένου να διαπιστωθεί το σημείο στο οποίο βρίσκονται και να διερευνηθούν οι δυνατότητες για την υλοποίηση ή επιτάχυνσή τους. Ειδικότερα, συγκεντρώνονται στοιχεία για:
· την ολοκλήρωση κατασκευής της αναβάθμισης της Ρεβυθούσας
· το σχέδιο δημιουργίας υπόγειας αποθήκης αερίου στον κόλπο της Καβάλας
· τον πλωτό τερματικό σταθμό υγροποιημένου αερίου (FSRU) της Αλεξανδρούπολης
· την ιδέα που έχει εσχάτως κατατεθεί για αγκυροβόληση πλοίου LNG στη Ρεβυθούσα ώστε να αυξηθεί η δυνατότητα αποθήκευσης
Αναβάθμιση Ρεβυθούσας
Στο ΥΠΕΝ θεωρούν ότι η καθυστέρηση στην κατασκευή της 3ης δεξαμενής LNG στη Ρεβυθούσα (έργο που έχει αναθέσει ο ΔΕΣΦΑ) είναι καθοριστική και εν πολλοίς αδικαιολόγητη. Ως γνωστόν επρόκειτο να παραδοθεί, μετά από αρκετές αναβολές, στο τέλος του 2016, αλλά παρόλα αυτά οι προβλέψεις τώρα κάνουν λόγο για μεγάλες επιπλέον καθυστερήσεις. Με την 3η δεξαμενή η χωρητικότητα του τερματικού σταθμού αυξάνεται από τα 130.000 στα 225.000 κυβικά μέτρα, με παράλληλη αναβάθμιση των λιμενικών υποδομών ώστε να ελλιμενίζονται μεγαλύτερης χωρητικότητας πλοία (180.000 κ.μ. υγροποιημένου αερίου, έναντι των 135.000 κ.μ. που είναι το σημερινό όριο).
Σύμφωνα με μελέτη σκοπιμότητας που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΔΕΣΦΑ το έργο θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους του αερίου για τους χρήστες σε ποσοστό 1,2%. Το έργο συνοπτικά θα οδηγήσει σε 80% αύξηση του χρόνου που η Ρεβυθούσα θα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του εθνικού συστήματος αερίου σε συνθήκες κρίσης (χωρίς δηλαδή καθόλου αέριο από τους αγωγούς) φτάνοντας μέχρι τις 7 ημέρες. Επίσης θα οδηγήσει σε ενίσχυση του ανταγωνισμού καθώς θα αυξήσει στις 28 από τις 18 που ισχύει σήμερα, τις ημέρες που μπορεί ένας χρήστης να αποθηκεύσει αέριο στη Ρεβυθούσα.
Υπόγεια αποθήκη Καβάλας
Με άλλο μάτι, σαφώς ευνοϊκότερο, βλέπουν πλέον στο ΥΠΕΝ την υπόθεση της μετατροπής του εξαντλημένου κοιτάσματος φυσικού αερίου στον κόλπο της Καβάλας, σε υπόγεια αποθήκη αερίου. Έχει ζητήσει μάλιστα να επανενταχθεί και πάλι το project στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ε.Ε. (PCI).
Αρμόδια στελέχη εκτιμούν ότι θα υπάρξουν κινήσεις ώστε η υπόθεση της υπόγειας αποθήκης να ξεμπλοκάρει από το ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο με τη σειρά του δεν δείχνει ιδιαίτερο ζήλο για την αξιοποίηση του χώρου που έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία του.
Πληροφορίες του energypress αναφέρουν ότι η Ομάδα Εργασίας που είχε συσταθεί στο ΥΠΕΝ για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων αξιοποίησης της Υπόγειας Αποθήκης Φυσικού Αερίου «Νότια Καβάλα» πρόκειται να εισηγηθεί να προχωρήσουν οι διαδικασίες αξιοποίησης ακόμα και αν κάτι τέτοιο σημαίνει ότι θα τεθεί θέμα για «επιστροφή» της αρμοδιότητας και της ευθύνης από το ΤΑΙΠΕΔ στην κυβέρνηση. Οι πρώτες εκτιμήσεις μάλιστα αναφέρουν ότι παρότι η αρχική μελέτη ανέβαζε σε 400 εκατ.ευρώ το κόστος κατασκευής, υπό τις σημερινές συνθήκες το κόστος θα είναι περίπου το μισό, πράγμα που κάνει πιο εύκολη τη βιωσιμότητα της επένδυσης.
Η επιχειρηματολογία στηρίζεται, τόσο στο ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού, όσο και στο ότι μια υπόγεια αποθήκη θα μπορούσε να συμβάλλει στην ενίσχυση του ενεργειακού γεωπολιτικού ρόλου της χώρας μας και να ενταχθεί στην ευρύτερη προσπάθεια ανάδειξής της σε ενεργειακό κόμβο. Στα κριτήρια της Ομάδας Εργασίας προφανώς περιλαμβάνονται οι ανάγκες αποθήκευσης που φαίνεται ότι θα δημιουργηθούν στην ευρύτερη περιοχή μετά την πλήρη ανάπτυξη των κοιτασμάτων του Ισραήλ και της Κύπρου. Επίσης η προοπτική λειτουργίας του αγωγού ΤΑΡ το 2020 που αναβαθμίζει το ρόλο μιας υπόγειας αποθήκης φυσικού αερίου, όπως αυτή της Καβάλας, καθώς στη διαδρομή του αγωγού δεν υπάρχει σε λειτουργία άλλη αποθήκη. Στις δε γειτονικές με την Ελλάδα χώρες, η μόνη αποθήκη φυσικού αερίου σε λειτουργία, είναι αυτή του Σίρεν στη Βουλγαρία, με περιορισμένες όμως δυνατότητες αποθήκευσης και παροχής αερίου στο σύστημα.
Αντίστοιχα, λόγοι ασφάλειας εφοδιασμού είναι αυτοί που κάνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιδιώκει τη δημιουργία τέτοιων χώρων, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι το έργο είχε αρχικώς ενταχθεί στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ε.Ε. (PCI) για να απενταχθεί πέρυσι, στο βαθμό που η υπόθεση δεν είχε κάποια θετική εξέλιξη.
Υπενθυμίζεται ότι το κοίτασμα της Νότιας Καβάλας συνεχίζει να ελέγχει η Energean Oil, η ελληνική εταιρεία που εκμεταλλεύεται τα κοιτάσματα της περιοχής, και η οποία επανειλημμένα έχει προτείνει την αξιοποίησή της από την ίδια, μέσω της μετατροπής της σημερινής άδειας εκμετάλλευσης σε άδεια αποθήκευσης φυσικού αερίου, κάτι που επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία.
FSRU Αλεξανδρούπολης
Το έργο είναι βεβαίως ιδιωτικό και εξαρτάται απολύτως από την πορεία και την πρόοδο του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB. Αποτελεί ωστόσο στρατηγική επιλογή του ΥΠΕΝ για λόγους που σχετίζονται, αφενός μεν με την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας μας, αφετέρου με το ρόλο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει ως ενεργειακός κόμβος διαμεταφοράς.
Το έργο αποτελείται από μία υπεράκτια πλωτή μονάδα παραλαβής, αποθήκευσης και αεριοποίησης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου και από ένα σύστημα υποθαλάσσιου και χερσαίου αγωγού. Το ΑΣΦΑ Αλεξανδρούπολης έχει επίσης τη δυνατότητα να συνδεθεί και να τροφοδοτεί με φυσικό αέριο και άλλα συστήματα μεταφοράς φυσικού αερίου που προγραμματίζεται να αναπτυχθούν στο μέλλον όπως ο TAP.
Το ΑΣΦΑ Αλεξανδρούπολης αποσκοπεί στη δημιουργία μίας τέταρτης πύλης εισαγωγής φυσικού αερίου στη χώρα μας, δυναμικότητας παροχής έως 700.000 κυβικών μέτρων ανά ώρα ή 6,1 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως και αποθηκευτικής ικανότητας έως 170.000 κυβικών μέτρων υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η εμπορική λειτουργία του έργου, αν ληφθεί σύντομα η οριστική επιχειρηματική απόφαση κατασκευής, αναμένεται το 2019.
Αγκυροβολημένο πλοίο LNG στη Ρεβυθούσα
Η λύση του να «δέσει» σε μόνιμη βάση ένα πλοίο μεταφοράς LNG στις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας, χωρητικότητας, για παράδειγμα, 120.000 κυβικών μέτρων, και να χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος, «έπεσε» στο τραπέζι από παράγοντες του κλάδου με αφορμή την τρέχουσα κρίση εφοδιασμού.
Πρόκειται για «φθηνή» λύση (επιπέδου 10 με 15 εκατ. ευρώ) με πεπερασμένη βεβαίως απόδοση, με το πλεονέκτημα ωστόσο ότι είναι άμεσης υλοποίησης.
Το ΥΠΕΝ εξετάζει και αυτή τη λύση, τουλάχιστον σε επίπεδο σεναρίου εργασίας, παρότι εκτιμάται ότι το βάρος θα πέσει στα πιο «σταθερά» έργα υποδομών.