Μανταλένα Πίου: Πρεμιέρα με... «σύννεφα» για το χρηματιστήριο ρύπων
Σε μία περίοδο που τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ρύπων περνούν τη χειρότερη ίσως καμπή της μικρής ιστορίας τους, στην Ελλάδα έγινε την Πέμπτη στο Χρηματιστήριο Αθηνών η επίσημη πρεμιέρα της δημοπρασίας δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Αυτή τη φορά, το υπουργείο Περιβάλλοντος- Ενέργειας, το οποίο διαθέτει τα δικαιώματα, κατάφερε να πουλήσει στο σύνολο, 1.100.000 δικαιώματα, ενώ στην ανεπίσημη «πρώτη» της 15ης Ιουνίου είχε πουλήσει μόλις 6.000 δικαιώματα από το 1.000.000 της αρχικής προσφοράς. Οι τιμές της περασμένης Πέμπτης όμως, τα 12,70 ευρώ ανά δικαίωμα ήταν πολύ χαμηλότερα από τα 16,1 ευρώ ανά δικαίωμα της 15ης Ιουνίου. Η πτώση δεν είχε να κάνει με την αρνητική συγκυρία στο εσωτερικό της χώρας, αλλά με την κατάρρευση της ευρωπαϊκής αγοράς ρύπων την περασμένη εβδομάδα.
Η ανακοίνωση της Κομισιόν ότι σκοπεύει να εκδώσει οδηγία με την οποία να κάνει υποχρεωτικό για τα κράτη-μέλη το στόχο για εξοικονόμηση ενέργειας 20% ως το 2020 (ενώ σήμερα ο στόχος αυτός είναι μη δεσμευτικός) κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στην ήδη «αρνητική» αγορά οδηγώντας τη Δευτέρα τις τιμές στο χαμηλό των 11,71 ευρώ από τα 17 ευρώ στις αρχές Μαΐου.
Για τις αγορές, η υποχρεωτική εξοικονόμηση ενέργειας χωρίς ανάλογη μείωση των δωρεάν δικαιωμάτων ρύπων που αντιστοιχούν σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ζήτησης δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, με αποτέλεσμα την υπερπροσφορά και τη συμπίεση των τιμών στα χρηματιστήρια.
Μηχανισμοί
Τα δικαιώματα εκπομπής ρύπων είναι ένας από τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί η Ευρώπη, στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο και της πολιτικής των Βρυξελλών για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Οι εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και οι ρυπογόνες βιομηχανίες υποχρεώνονται να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, όταν λόγω της δραστηριότητάς τους, ξεπερνούν ένα ορισμένο πλαφόν ρύπων.
Ταυτόχρονα στα κράτη-μέλη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκχωρήσει έναν αριθμό δωρεάν δικαιωμάτων, ανάλογο με τις αιτιολογημένες εκπομπές CO2.
Το ΥΠΕΚΑ επιδιώκει να πουλήσει 10 εκατομμύρια αδιάθετα δικαιώματα της περιόδου 2008-2012, για να χρηματοδοτήσει τα ελλείμματα που συσσώρευσε ο ΔΕΣΜΗΕ από τα ποσά που πληρώνει τους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και δεν καλύπτονται από το τέλος υπέρ ΑΠΕ.
Το 2013 το καθεστώς γίνεται πιο αυστηρό. Καταργούνται τα δωρεάν δικαιώματα που μέχρι ένα πλαφόν ισχύουν σήμερα για τις εταιρείες ηλεκτρισμού, εξέλιξη που θα επιβαρύνει ιδιαίτερα τη ΔΕΗ η οποία στο 50% της παραγωγής της χρησιμοποιεί το πιο «βρόμικο» καύσιμο, το λιγνίτη. Τα δε δικαιώματα των χωρών-μελών θα τα διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία θα τα δημοπρατεί και θα δίνει τα έσοδα που αναλογούν σε κάθε χώρα. Η κρίση της περασμένης εβδομάδας στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ρύπων έδειξε ότι αμφισβητείται η βούληση ή η δυνατότητα των Βρυξελλών να δημιουργήσουν ισχυρές αγορές ρύπων. Υπάρχει άλλωστε και το προηγούμενο των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου η αγορά έκλεισε μετά από λίγες εβδομάδες λειτουργίας ελλείψει συναλλαγών και ενδιαφέροντος, όπως και ο γενικότερος σκεπτικισμός για την κλιματική αλλαγή και το κόστος της προσαρμογής σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση.
«Εργαλεία»
Ο κ. Joe Delbeke γενικός διευθυντής της διεύθυνσης Κλιματικής Δράσης της Ε.Ε. έσπευσε να καθησυχάσει τις αγορές δηλώνοντας πως η εμπορία των ρύπων διατηρεί τον κεντρικό της ρόλο για την πολιτική των Βρυξελλών, ότι θα χρειαστούν και άλλα «εργαλεία» για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και ότι η νέα οδηγία θα χρειαστεί αρκετά χρόνια ακόμα μέχρι να ψηφιστεί και να περάσει στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών-μελών.
Οι αμφιβολίες όμως παραμένουν. Από τη μία, το ισχυρό λόμπι των κατασκευαστών και των βιομηχανιών που παράγουν φιλοπεριβαλλοντικά υλικά πιέζουν για την άμεση υιοθέτηση του δεσμευτικού στόχου της εξοικονόμησης ενέργειας κατά 20% ως το 2020.
Πυρηνικά
Από την άλλη, υπάρχει ο παράγων Γερμανία στη μετα-Φουκοσίμα εποχή. Το Βερολίνο, εγκλωβισμένο στην «πράσινη» ρητορική μπορεί να δήλωσε ότι αναστέλλει τα σχέδια για την πυρηνική ενέργεια, όμως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα στηρίξει τη μελλοντική ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας (και οικονομίας) στον ακριβό και ανεπαρκή «πράσινο» ηλεκτρισμό των ΑΠΕ και στο ρωσικό φυσικό αέριο.
Μία στροφή των Γερμανών προς το λιθάνθρακα, με το ειδικό βάρος του Βερολίνου στις ευρωπαϊκές πολιτικές, θα μπορούσε να σημάνει πολλά τόσο για το εμπόριο των ρύπων όσο και για τα δικαιώματα εκπομπής CO2 των εταιρειών παραγωγής ηλεκτρισμού.
Χώρες της Ανατολικής Ευρώπης
Ζητούν εξαιρέσεις και μεταβατική περίοδο
Αρκετές χώρες της πρώην ανατολικής Ευρώπης, ιδιαίτερα αυτές που χρησιμοποιούν άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, έχουν ζητήσει από την Ε.Ε. και έχουν πετύχει εξαιρέσεις και μεταβατική περίοδο στην εφαρμογή της σκληρής οδηγίας του 2013, που καταργεί τα δωρεάν δικαιώματα ρύπων στην ηλεκτροπαραγωγή. Η Πολωνία μάλιστα, η οποία στηρίζει στο κάρβουνο την ηλεκτρική της παραγωγή σε ποσοστό κοντά στο 90%, πέτυχε σημαντικές εξαιρέσεις και έχει από τους υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης στην Ε.Ε.
Σε ευρωπαϊκούς κύκλους έχουν ήδη εκφραστεί αμφιβολίες για το κατά πόσον οι Βρυξέλλες θα εμμείνουν στην αυστηρή εφαρμογή της οδηγίας μετά το 2013. Ευρωβουλευτές έχουν θέσει θέμα μήπως θα μπορούσε και η Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης να εξαιρεθεί από την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, καθώς τα δικαιώματα ρύπων θα εκτοξεύσουν στα ύψη το κόστος ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ. Η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος δεν είχε συζητήσει το ζήτημα.
Το πρόβλημα, όμως, του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει. Η απόφαση να μην αυξηθούν οι μονάδες λιγνίτη, που είναι και το μόνο εγχώριο καύσιμο, ίσως τελικά να στοιχίσει πολύ περισσότερα στην ελληνική οικονομία, καθώς θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναπτύξει την όποια βιομηχανική, γεωργική ή άλλη παραγωγή και να ανταγωνιστεί τις γειτονικές της χώρες, όταν θα έχει το υψηλότερο κόστος ενέργειας στη ΝA Ευρώπη.
(Ημερησία του Σαββάτου, 2/7/2011)