Η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας οφείλει να είναι προτεραιότητα στους στόχους του νέου ενεργειακού σχεδιασμού
του Αντώνη Κοντολέοντος

Η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας οφείλει να είναι προτεραιότητα στους στόχους του νέου ενεργειακού σχεδιασμού

10 06 2016 | 09:44

Έξι χρόνια συμπληρώθηκαν από την κορύφωση της ελληνικής κρίσης, η οποία ανέδειξε τα σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, που προϋπήρχαν κρυμμένα κάτω από το χαλί της τεχνητής ευμάρειας του εύκολου δανεισμού. Στα χρόνια αυτά, εάν μπορούμε να κρατήσουμε κάτι, είναι τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχθηκαν οι τελευταίοι θύλακες του εθνικού παραγωγικού ιστού, οι τελευταίες ενεργοβόρες βιομηχανίες που κλήθηκαν να λειτουργήσουν υπό συνθήκες ραγδαίας πτώσης της εγχώριας ζήτησης, την ίδια στιγμή που καθοριστικοί συντελεστές του κόστους παραγωγής, με πρώτο και κύριο το κόστος ενέργειας ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Και όλα αυτά ενώ τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος στέρησαν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση ακόμη και σε υγιείς επιχειρήσεις με προοπτικές.

Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν και ενώ τα τελευταία χρόνια κουραστήκαμε να μετράμε τα βιομηχανικά φουγάρα που σβήνουν, είναι ανεπίτρεπτο να συζητούμε ακόμη για τα μέτρα και τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και της ενεργειακής φορολογίας.

Ενδεικτική του προβλήματος είναι η πρόσφατη μελέτη της Deloitte (Benchmarking study of electricity prices between Belgium and neighboring countries, March 2015) η οποία έφερε στο φώς το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας που επιβαρύνει τη  βιομηχανία στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών. Η ελληνική βιομηχανία σε κάποιες περιπτώσεις όπως η Γερμανία επιβαρύνεται με διπλάσιο κόστος.

Η μελέτη είναι εξίσου αποκαλυπτική τόσο ως προς το ανταγωνιστικό τμήμα(κόστος ενέργειας) όσο και ως προς τις ρυθμιστικές χρεώσεις και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΦΚ), οι οποίες για τη ελληνική βιομηχανία είναι τριπλάσιες από τις τιμές που πληρώνουν οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές της. Παρανομούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ; 

Προφανώς όχι. Απλά εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία (ίδε κατευθυντήριες οδηγίες για κρατικές ενισχύσεις, οδηγίες που απαλλάσσουν συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους από τον ΕΦΚ), όπως μπορεί άμεσα και η ελληνική κυβέρνηση να κάνει. Κάτι που επίμονα τώρα 2 χρόνια ζητούν οι ελληνικές βιομηχανίες με συγκεκριμένες κοστολογημένες προτάσεις. Δεν ζητούν τίποτα παραπάνω από το εφαρμοστεί και στη χώρα μας η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Πολιτική βούληση και αντικρουόμενα συμφέροντα

Αντί για μέτρα ελάφρυνσης, τελικά εκείνο που εισέπραξε η βιομηχανία ήταν επιβαρύνσεις. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι που οφείλεται αυτή η διαχρονική έλλειψη πολιτικής βούλησης;  Η απάντηση είναι απλή. Στην απροθυμία των κυβερνήσεων να προχωρήσουν σε ρηξικέλευθες τομές στην αγορά ενέργειας. Όμως όπως λέει η παροιμία “χωρίς να σπάσεις αυγά δε γίνεται ομελέτα”. Και όλοι παραδέχονται ότι στην ελληνική αγορά υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα των κάθε λογής παραγωγών ενέργειας, που έχουν μάθει να επιβιώνουν με εγγυημένα έσοδα. Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να παραδεχθούμε και ένα άλλο πρόβλημα. Οι προτεραιότητες του μνημονίου στρέφονται αποκλειστικά προς μία κατεύθυνση, δηλαδή στο πως θα αποσπαστεί ένα τμήμα της αγοράς από τη ΔΕΗ, με μεταφορά του κόστους στον καταναλωτή. Αντίθετα δεν προβλέπονται μεταβατικά μέτρα στην κατεύθυνση της δημιουργίας πραγματικά ανταγωνιστικής αγοράς στο πρότυπο των ευρωπαϊκών (διμερή συμβόλαια με φυσική παράδοση εκτός της σημερινής υποχρεωτικής αγοράς) που θα μειώσει το ανταγωνιστικό κομμάτι της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία.

Αξιοποίηση εθνικών πόρων

Ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει το ανταγωνιστικό κομμάτι είναι το ενεργειακό μείγμα. Το θέμα είναι σύνθετο και δεν περιορίζεται μόνο στο κόστος, αλλά έχει ευρύτερη εθνική σημασία. Δυστυχώς, παρά τη σημασία του θέματος, μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει μια ειλικρινής, ουσιαστική και ορθολογική συζήτηση, η οποία θα λάβη υπόψη της ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, την αξιοποίηση των εγχώριων πόρων αλλά και τις οικονομικά βέλτιστες διαθέσιμες επιλογές.

Γι αυτό και θεωρούμε πολύ απλοϊκό αλλά και εθνικά επιζήμιο να επιχειρείται να εξοστρακιστεί ο λιγνίτης από το ενεργειακό μείγμα προκειμένου να πάρει πλέον τη θέση του το φυσικό αέριο. Αντιλαμβανόμαστε ασφαλώς και συμφωνούμε με τον εθνικό και ευρωπαϊκό στόχο της μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα και της σταδιακής μετάβασης προς «πράσινες» μορφές ενέργειας, χωρίς όμως να υπονομεύεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και ειδικότερα της βιομηχανίας και χωρίς δυσβάστακτες αυξήσεις του κόστους ενέργειας για τον καταναλωτή, ιδιαίτερα στις σημερινές δύσκολες συνθήκες.

Είναι γεγονός ότι η σημερινή λειτουργία των λιγνιτωρυχείων και των περισσότερων λιγνιτικών σταθμών απέχει πολύ από το να θεωρείται ορθή και αποδοτική. Αλλά δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής λιγνιτικής παραγωγής είναι μη αναστρέψιμο. Με δεδομένη την κοινοτική περιβαλλοντική υποχρέωση για σταδιακή απόσυρση πεπαλαιωμένων και ρυπογόνων  λιγνιτικών μονάδων έως το 2020 -που μεταφράζεται στη διατήρηση μόνο των 5 μονάδων του Άγιου Δημητρίου, της Μελίτης και της Μεγαλόπολης -θεωρούμε επιβεβλημένη την άμεση προώθηση της κατασκευής  των νέων σταθμών της Πτολεμαΐδας 5 και της Φλώρινας, αλλά και τη λειτουργία των ορυχείων της Βεύης. Οι  εκσυγχρονισμένες αλλά και οι νέες μονάδες θα έχουν σημαντικά μειωμένο αποτύπωμα άνθρακα κατά περίπου 35-40%  αλλά και βελτιωμένο βαθμό απόδοσης,  από 23% σε 43%. Μιλάμε για σύγχρονες ευέλικτες μονάδες βάσης, με υψηλή συμβολή  στην οικονομία και στο ΑΕΠ της χώρας, αλλά  και  στην προστασία και αύξηση της απασχόλησης,  και μάλιστα σε περιοχές που μαστίζονται από  υψηλή ανεργία.

Δεν  θα πρέπει ένα  εισαγόμενο καύσιμο  να εμφανίζεται ως βασική πρώτη ύλη στο ενεργειακό μείγμα, όταν εθνικός αλλά και κεντρικός ευρωπαϊκός στόχος είναι ο διαρκής περιορισμός της ενεργειακής εξάρτησης από εισαγωγές. 

Η  ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και συνολικά της οικονομίας  πλήττεται  όταν στηρίζεται  στο κόστος μιας μονάδας βάσης με εισαγόμενο καύσιμο.  Η ανάπτυξη της χώρας τη δεκαετία του 60  βασίστηκε στα Υ/Η και στον λιγνίτη. Ασφαλώς οι συνθήκες έχουν αλλάξει αλλά σε καμιά περίπτωση αυτό δεν σημαίνει ότι απεμπολούνται οι εγχώριοι ενεργειακοί πόροι αντί να αξιοποιούνται στο μέγιστο και βέλτιστο βαθμό.

Και μόνο από την άποψη της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού το ποσοστό του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα δεν μπορεί να μειωθεί  κάτω από 30%. Ήδη στα τελευταία 3 χρόνια η μείωση της λιγνιτικής παραγωγής ξεπέρασε το 35% ,ως αποτέλεσμα της προσφυγής στα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε βάρος της ΔΕΗ, λόγω δεσπόζουσας θέσης και της απόφασης που της επέβαλε να πουλήσει/  διαθέσει ένα μεγάλο ποσοστό λιγνιτικής παραγωγής.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι προσπάθειες που έγιναν στο παρελθόν και συνεχίζονται ακόμη και τώρα, για να περιοριστεί η  δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ, αύξησαν τα κόστη και απέβησαν σε βάρος των καταναλωτών γιατί ακριβώς συνοδεύτηκαν με επιδοτήσεις και παρέπεμψαν στις καλένδες τη δημιουργία μιας πραγματικά ανταγωνιστικής αγοράς.

Η μόνη ορθή κι εθνικά επωφελής επιλογή είναι ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, που θα ενισχύει την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, αξιοποιώντας πλήρως τους εγχώριους πόρους,  επιτρέποντας σε διαφορετικές τεχνολογίες να εξελίσσονται και να ανταγωνίζονται  στην αγορά, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και βεβαίως το σεβασμό των κλιματικών και ενεργειακών στόχων της Ένωσης. Αυτή άλλωστε είναι και η γενικότερη  ευρωπαϊκή κατεύθυνση, όπως περιγράφεται και στο πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου, για την Ενεργειακή Ένωση: "Το διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα των κρατών-μελών, βασισμένο στους εγχώριους πόρους που διαθέτει το καθένα, αλλά και τις γεωγραφικές, περιβαλλοντικές παραμέτρους, τις  ενεργειακές ανάγκες και φυσικά τα κόστη…. αποτελεί περιουσιακό στοιχείο για την Ένωση συνολικά , αφού ενισχύει  την αντοχή της σε διακοπές/προβλήματα ενεργειακού εφοδιασμού, και οδηγεί στις  πλέον συμφέρουσες επιλογές από πλευράς κόστους”.

Στο μέτρο λοιπόν που η χώρα προσβλέπει στην ανασυγκρότηση της οικονομίας της και την επιστροφή σε ρυθμούς ανάπτυξης, θα πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την εξωστρεφή βιομηχανική παραγωγή που παράγει σημαντικές υπεραξίες για τη χώρα. Βιομηχανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς  ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος. Η ώρα της αλήθειας ήρθε. Και πρέπει να αποφασίσουμε χωρίς κραυγές, λαϊκισμούς και έχοντας γνώση των συνεπειών εάν θέλουμε το αύριο της χώρας να περιλαμβάνει τη βιομηχανία.  Και εάν η απάντηση στο δίλημμα είναι προφανής, τότε είμαστε υποχρεωμένοι τώρα να δράσουμε.  Για μια νέα ελληνική βιομηχανική αναγέννηση...

* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι μέλος Δ.Σ. της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM