Οι καθυστερήσεις και η αβεβαιότητα «παγώνουν» την αγορά των αιολικών παρότι υπάρχουν «έτοιμες» επενδύσεις
Σε απόλυτη αμφιθυμία βρίσκονται, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του energypress, οι ξένες και ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της αιολικής ενέργειας στη χώρα μας: Από τη μία βλέπουν ότι, υπό προϋποθέσεις, την επόμενη περίοδο θα μπορούσε να εκδηλωθεί ένα νέο επενδυτικό κύμα, καθώς καταγράφεται μια αλλαγή κλίματος για την ελληνική οικονομία, υπάρχουν ώριμα και «καλά» έργα και έχει αρχίσει να βελτιώνεται, έστω και δειλά, η δυνατότητα πρόσβασης στα τραπεζικά κεφάλαια.
Από την άλλη φοβούνται ότι αν δεν επισπευσθούν οι διαδικασίες για το νέο θεσμικό πλαίσιο και αν δεν υπάρξουν από την πολιτεία αποφασιστικές κινήσεις και μια σαφής εκδήλωση θετικής στάσης προς τις επενδύσεις, όχι μόνον δεν θα εκδηλωθεί επενδυτικό κύμα, αλλά αντίθετα η χώρα κινδυνεύει να μπει σε μια νεκρή περίοδο κατά την οποία δεν θα προχωρά ούτε καν η προετοιμασία νέων έργων, αυτό που στην επιχειρηματική γλώσσα ονομάζουν ανάπτυξη και ωρίμανση των projects.
Και όλα αυτά τη στιγμή που η χώρα μας έχει μείνει πολύ πίσω στην προσέγγιση των εθνικών στόχων για διείσδυση της αιολικής (αλλά και συνολικά της «πράσινης») ενέργειας μέχρι το 2020, αλλά και οι ευκαιρίες για να εγκαταστήσουν οι εταιρείες αιολικά πάρκα σε ξένες αγορές είναι πλέον πολλές.
Το γεγονός ότι δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμα το Σχέδιο Νόμου για τη στήριξη των ΑΠΕ αποτελεί από μόνο του παράγοντα ανησυχίας για τους αιολικούς επενδυτές, αλλά και λόγο για να σταματήσει κάθε δραστηριότητα.
Αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται επί της ουσίας σύστημα στήριξης και βέβαια δεν υπογράφονται νέες συμβάσεις πώλησης. Η αγορά καταλαβαίνει ότι πολύτιμος χρόνος χάθηκε κατά το παρελθόν, ωστόσο, ανεξάρτητα από τις ευθύνες, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Η αγορά παραμένει στο κενό.
Το δεύτερο στοιχείο ανησυχίας σχετίζεται με όσα περιλαμβάνει το σχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως δόθηκε σε αρχική διαβούλευση τον Μάρτιο, αλλά και με βάση διαρροές που έχουν υπάρξει για την τελική του μορφή.
Τι θα γίνει με τους διαγωνισμούς
Το ανησυχητικό συγκεκριμένα, είναι πρώτα απ΄όλα ότι δεν καθίσταται σαφές αν για τα αιολικά θα ισχύει ή όχι η διαγωνιστική διαδικασία μέσω της οποίας θα εγκαθίσταται συγκεκριμένη ισχύς και θα διαμορφώνεται η τιμή απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας. Αντίθετα η απόφαση αυτή μετατίθεται για το μέλλον και εναποτίθεται στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) η οποία «έχει την ευθύνη υποβολής προς το Υπουργείο μέχρι και την 31η Οκτωβρίου 2016 αιτιολογημένης γνώμης για το αν θα επεκταθεί η διαδικασία των μειοδοτικών διαγωνισμών στις διάφορες τεχνολογίες Α.Π.Ε.». Στη συνέχεια θα πρέπει, στη βάση της γνωμοδότησης της ΡΑΕ, να εκδοθεί η αντίστοιχη Υπουργική Απόφαση, κάποια στιγμή μέσα στο 2017.
Η περαιτέρω καθυστέρηση στην ψήφιση και εφαρμογή του Σχεδίου (ακόμα και αν πράγματι βγεί σύντομα σε διαβούλευση, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα επιτευχθεί η ψήφισή του από τη Βουλή έως τις αρχές Ιουλίου όπως φιλοδοξεί ο κ. Βερροιόπουλος), πιθανότατα θα οδηγήσει σε μετακίνηση προς τα πίσω των παραπάνω προθεσμιών και προβλέψεων. Και τούτο διότι, παρά τις διαβεβαιώσεις του ΥΠΕΝ υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα μέχρι να λειτουργήσει το νέο πλαίσιο, καθώς πρέπει να καταλήξει το υπουργείο στις τελικές προτάσεις του, να υπάρξει διαβούλευση, να ενσωματωθούν τυχόν παρατηρήσεις και στη συνέχεια να σταλεί το σχέδιο για τελική έγκριση από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ε.Ε., έτσι ώστε στη συνέχεια να πάει στη Βουλή προς ψήφιση. Απρόβλεπτες καθυστερήσεις μπορεί να υπάρξουν και από την DG Comp που την περίοδο αυτή "βλέπει" σχέδια και άλλων χωρών, αλλά και από την ελληνική Βουλή της οποίας ο νομοθετικός φόρτος είναι απρόβλεπτος αυτή τη στιγμή.
Αυτό σημαίνει ότι θα μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα παραμείνει «νεκρή» η αγορά των αιολικών. Άγνωστο είναι επίσης εάν στο μεσοδιάστημα, από την εφαρμογή του νέου νόμου μέχρι την πραγματοποίηση του πρώτου διαγωνισμού, θα επιτραπεί να υπογραφούν συμβάσεις με το διοικητικά οριζόμενο premium. Αν όχι, το "νεκρό" χρονικό διάστημα θα γίνει ακόμα μεγαλύτερο.
Και τούτο παρά το γεγονός ότι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι δηλώνουν έτοιμοι να προχωρήσουν σε επενδύσεις εάν ξεκαθαρίσει το τοπίο και υπάρξει ένα ευέλικτο και λειτουργικό πλαίσιο.
Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, παράγοντες του χώρου που συνομίλησαν με το energypress υποστηρίζουν ότι δεν είναι καν αρκετό να αποφασίσει (ει δυνατόν σύντομα) το ΥΠΕΝ για το αν θα γίνουν διαγωνισμοί για τα αιολικά. Χρειάζεται επιπλέον να υπάρξει ένα «πρόγραμμα διαγωνισμών», δηλαδή ένας οδικός χάρτης που να αναφέρει την ισχύ που θέλει η κυβέρνηση να εγκατασταθεί μέσω διαγωνισμών σε ένα βάθος χρόνου, για παράδειγμα μέχρι το 2020. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά:
«Για να συμμετάσχει μια εταιρεία σε διαγωνισμό πρέπει να έχει έργα σε υψηλό επίπεδο ωριμότητας. Για να γίνει όμως αυτό απαιτούνται αρκετά μεγάλα κόστη για μετρήσεις, αδειοδοτήσεις, μελέτες σχεδιασμού, μελέτες εφαρμογής κ.λπ. Για να αναλάβει αυτά τα κόστη μια εταιρεία πρέπει να γνωρίζει ποιο θα είναι το τοπίο τα επόμενα χρόνια. Πολλώ μάλλον όταν μιλάμε και για ξένους ομίλους που έχουν να αποφασίσουν σε ποια χώρα θα κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους».
Στην περίπτωση που δεν είναι «καθαρός» ο ορίζοντας, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν θα υπάρχουν διαδικασίες ανάπτυξης νέων έργων, με ότι αυτό συνεπάγεται, αναφέρουν οι συνομιλητές του energypress, περιγράφοντας «τον αγώνα που δίνουν τα εν Ελλάδι στελέχη των πολυεθνικών του χώρου για να πείσουν τις μητρικές εταιρείες να διαθέσουν κονδύλια για την ανάπτυξη και εν συνεχεία την κατασκευή αιολικών έργων στην Ελλάδα».
Δύσκολο επενδυτικό περιβάλλον
Ούτως ή άλλως το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται οι επικεφαλής των εταιρειών να αποφασίσουν πιθανές αιολικές επενδύσεις στη χώρα μας είναι ένα αντικειμενικά «δύσκολο» περιβάλλον και οι τιμές απορρόφησης του ρεύματος είναι πλέον «ψαλιδισμένες», τη στιγμή κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι πολλές οι ξένες αγορές που είναι έτοιμες να υποδεχθούν αντίστοιχα projects. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά παλαιότερο σημείωμα της ΕΛΕΤΑΕΝ:
α) έχουμε την γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας γεγονός που έχει αυξήσει κατακόρυφα τα περιθώρια κινδύνου (country risk, risk premiums) και συνακόλουθα τόσο το κόστος δανεισμού όσο και το κόστος κεφαλαίου.
β) η υλοποίηση των νέων επενδύσεων σε ένα λιγότερο προστατευμένο περιβάλλον αυξάνει το ρίσκο και άρα το κόστος κεφαλαίου. Το ρίσκο και το κόστος γίνονται ακόμα μεγαλύτερα εξ αιτίας της αβεβαιότητας στη λεπτομέρειά των ακριβών κανόνων της αγοράς εντός της οποίας τελικά θα κληθούν να λειτουργήσουν μετά από λίγα χρόνια τα αιολικά πάρκα που θα υλοποιηθούν από το 2016 και μετά.
γ) υπήρξε μεγάλη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων γενικά (αύξηση συντελεστών, αύξηση προκαταβολής φόρου κλπ.) και των επιχειρήσεων Α.Π.Ε. ειδικότερα (π.χ. τέλος διακοψιμότητας).
δ) εφαρμόζονται πολύ δυσμενείς διατάξεις για τους παραγωγούς Α.Π.Ε. όπως είναι η υποχρέωση εγγυοδοσίας (από την αρχή του 2015) σε μια περίοδο όπου οι τράπεζες έκλεισαν και επιβλήθηκαν έλεγχοι κεφαλαίου ή η νέα επιβάρυνση μέσω του τέλους διακράτησης αδειών παραγωγής. Όλα αυτά αυξάνουν το κόστος ανάπτυξης το οποίο πρέπει να ανακτηθεί από τις υλοποιούμενες επενδύσεις.
ε) υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μελλοντικών –άγνωστων - περικοπών παραγωγής λόγω της διείσδυσης που πρέπει να επιτευχθεί και η εξ ανάγκης υλοποίηση αιολικών πάρκων σε περιοχές με λιγότερο ικανοποιητικό αιολικό δυναμικό.
στ) έχει αυξηθεί το κόστος των αιολικών επενδύσεων λόγω της υποχρεωτικής υλοποίησης πιο δύσκολων έργων σε απομακρυσμένες περιοχές χωρίς υποδομές και δίκτυα, αφού οι ευκολότερες περιοχές έχουν ήδη καλυφθεί.
Ευνοϊκές συνθήκες για τα «παλιά» έργα
Από την άλλη πλευρά τα στελέχη του ΥΠΕΝ φαίνεται ότι ποντάρουν στην επενδυτική δραστηριότητα που θα υπάρξει για την κατασκευή των «παλιών» έργων, δηλαδή εκείνων που είναι ήδη πλήρως αδειοδοτημένα και είχαν προλάβει να υπογράψουν και συμβάσεις πώλησης ρεύματος με τον ΛΑΓΗΕ πριν να σταματήσει παντελώς η διαδικασία αυτή. Για την συγκεκριμένη ειδική κατηγορία έργων, με το νέο πλαίσιο προβλέπεται ότι διατηρούν τις ευκαιρίες του παλαιού μοντέλου Feed in Tariff εφ’ όσον κατασκευαστούν και συνδεθούν μέχρι και τον Μάρτιο του 2018.
Τα έργα αυτής της κατηγορίας υπολογίζεται ότι έχουν συνολική ισχύ περί τα 1200 MW, ωστόσο, όταν τελικά ψηφιστεί η συγκεκριμένη ρύθμιση, θεωρείται ότι δεν θα καταφέρουν να κατασκευαστούν περισσότερα από 300 - 400 MW.