Θεόδωρος Τσακίρης: Τι σηματοδοτεί η πτώση των τιμών του πετρελαίου;
Η πρόσφατη μείωση των τιμών του πετρελαίου έως τα $83,78/βαρέλι Brent που καταγράφηκε στις 15 Οκτωβρίου τείνει να δημιουργήσει μια σειρά από παρανοήσεις αναφορικά με τα αίτια της πτώσης και τις επιπτώσεις της στην περαιτέρω δυναμική τιμολόγησης του αργού πετρελαίου. Διατυπώθηκε μάλιστα η άποψη ότι η πτώση των τιμών αποτελεί τμήμα μιας μυστικής συμφωνίας ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Ριάντ με στόχο την αποδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας λόγω των εξελίξεων στην Ουκρανία, ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο αντιπρόεδρος της Rosneft, Mikhail Leontyev, κατηγόρησε (12/10/14) τη Σαουδική Αραβία για πολιτική χειραγώγηση των τιμών.
Συνολικά συγκριτικά με τα τέλη Αυγούστου οι τιμές έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 10 $/βαρέλι, ενώ έχουν απωλέσει περίπου 25% της αξίας τους συγκριτικά με τα μέσα Ιουνίου όταν και κατεγράφη η υψηλότερη για εφέτος τιμή ($115/βαρέλι Brent). Η πτώση είναι σημαντική αλλά όχι δραματική και έχει πολλαπλές εξηγήσεις στις οποίες οι ανωτέρω θεωρίες συνομωσίας δεν έχουν θέση. Το Ριάντ δεν έχει κανένα απολύτως λόγο να συγκρουστεί με τη Μόσχα για χάριν της Ουκρανίας/ΗΠΑ. Μπορεί να συγκρούεται με τη ρωσική πολιτική υποστήριξης του Assad στη Συρία αλλά αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκής αιτία για μια άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία δεδομένων των στενών σχέσεων που η Ρωσία διατηρεί με το Ιράν.
Πέραν αυτού η Σαουδική Αραβία τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2014 αύξανε την παραγωγή πετρελαίου προκειμένου να αντισταθμίσει την ουσιαστική εξαφάνιση της λιβυκής παραγωγής που έως και τον Ιούνιο του 2014 ξεπερνούσε μετά βίας τα 200.000 βαρέλια/ημέρα (β/η). Μόνο μετά την μερική άνοδο της λιβυκής παραγωγής στα περίπου 800.000 β/η (Σεπτέμβριος 2014) μειώθηκε η Σαουδαραβική παραγωγή κατά 400.000 β/η και η μείωση αυτή έλαβε χώρα μόλις στο τρίτο τρίμηνο, όταν δηλαδή κορυφωνόταν η ρωσο-ουκρανική αντιπαράθεση και μάλιστα με σημαντικές απώλειας για την Ουκρανία.
Αυτό που επιλέγει να κάνει άμεσα η Σαουδική Αραβία είναι να κάνει χώρο για την αύξηση της λιβυκής παραγωγής και ν’ αφίσει τις οικονομικές δυναμικές της ελλατωμένης ζήτησης σε Ασία και Ευρώπη να συμπιέσουν αρνητικά. Παράλληλα ωστόσο, το Ριάντ σηματοδοτεί, μέσω διαρροών αλλά και μέσω δηλώσεων του βασικού της συμμάχου εντός ΟΠΕΚ (Κουβέϊτ), ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα εάν οι τιμές διαμορφώνονταν ακόμη και γύρω στα $76/βαρέλι. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι έως την επόμενη συνάντηση του ΟΠΕΚ στις 27 Νοεμβρίου, το Ριάντ δεν πρόκειται να μεταβάλλει τη στάση του.
Τι συνεπάγεται αυτό για τους ανταγωνιστές και τους συμμάχους του Ριάντ;
Η ρωσική οικονομία δεν θα ζημειωθεί ουσιαστικά σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο δεδομένου ότι μεσοσταθμικά οι τιμές του αργού κινήθηκαν πάνω από το όριο των $100/βαρέλι το πρώτο 9μήνο. Ακόμη και το Αμερικανικό Υπουργείο Ενέργειας στην πλέον πρόσφατη μηνιαία ανάλυσή του (07/10/2014) προέβλεψε ότι η μέση τιμή Brent για το 2014 θα διαμορφωθεί στα $104/βαρέλι. Τα 100$/βαρέλι Brent αποτελεί το benchmark του ρωσικού προϋπολογισμού για την πορεία πλεονασματική/ελλειματικής εξέλιξης των κρατικών εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου και τις με αυτό συνδεόμενες τιμές φυσικού αερίου. Το 2013 περίπου το 55% των κρατικών εσόδων της Ρωσίας προήλθαν από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων.
Ωστόσο ενδεχόμενη μείωση των τιμών στα $75-$80/βαρέλι θα μειώσει τα ρωσικά κρατικά έσοδα το 2015 χωρίς αυτό να παράξει μεγάλη ύφεση καθώς θα κινητοποιηθούν τα στρατηγικά αποθέματα του ρωσικού Oil Stabilization Fund για να ισοσκελίσουν πιθανές απώλειας στο δημόσιο πρόγραμμα επενδύσεων αλλά και τα πολύ μεγαλύτερα στρατηγικά συναλλαγματικά αποθέματα της ρωσικής κεντρικής τράπεζας που υπολογίζονται κοντά στα $500 δις. Η ρωσική κεντρική τράπεζα μάλιστα προβλέπει αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης από το 0,4% το 2014 στα 0,9%-1,1% το 2015. Το πρόβλημα πάντως θα σοβαρεύσει για τη Ρωσία εάν οι τιμές μείνουν κοντά στα 75-80$/βαρέλι για 2-4 έτη κάτι που δεν μπορούμε να το προβλέψουμε αυτή τη στιγμή.
Η ζημία θα είναι πολύ σοβαρότερη και πολύ πιο άμεση για χώρες όπως η Βενεζουέλα, το Ιράν και άλλοι υψηλού κόστους παραγωγής όπως η Βραζιλία, αλλά υπάρχει και κάτι πολύ πιο σημαντικό –αν και λιγότερο εμφανές- για τους Σαουδάραβες: η δραστική αύξηση της εγχώριας αμερικανικής παραγωγής που απειλεί να μειώσει τις σαουδαραβικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, το οικονομικό, δηλαδή, υπόβαθρο της ειδικής στρατηγικής σχέσης που ενώνει την Ουάσινγκτον με το Ριάντ από το 1945.
Ήδη από το 2011-2012 οι ΗΠΑ, μέσω της εκμετάλλευσης του σχιστολιθικού τους αερίου –που αποδείχθηκε πολύ πλούσιο σε Natural Gas Liquids- αλλά και της μείωσης του κόστους για τη συνδυαστική χρήση υδραυλικής ρωγμάτωσης & οριζόντιων γεωτρήσεων, έχουν επιτύχει να μειώσουν τις εισαγωγές αργού πίσω στα χαμηλά επίπεδα των μέσων της δεκαετίας του ’80. Εισάγουν πλέον το 30% της τελικής τους κατανάλωσης από το 60% πρίν από 15 έτη, ενώ μέσα στο 2015-2016 ίσως καταστούν αυτάρκεις στις εισαγωγές Light Crudes. Το 2013 και το 2014 οι ΗΠΑ αύξησαν την παραγωγή τους αντίστοιχα κατά 1,244 και 1,476 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα. Η αύξηση αυτή αναλογεί στο 62% της παγκόσμιας αύξησης στην εκτός-ΟΠΕΚ παραγωγή πετρελαίου για το 2013 και στο 71% για το 2014.
Εάν η τάση αυτή συνεχισθεί, οι Σαουραβικές εξαγωγές θα πληγούν σημαντικά κάνοντας το Ριάντ να αμφιβάλλει για τη στρατηγική του χρησιμότητα έναντι της Ουάσινγκτον αλλά και για τη δέσμευση των ΗΠΑ να εγγυηθούν την ασφάλεια της βασιλικής οικογένειας. Εάν ωστόσο οι τιμές πέσουν στα 76$/βάρελι, όπως υπαινήχθηκε ο υπουργός πετρελαίου του Κουβέϊτ, τότε το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής και καναδικής μη-συμβατικής παραγωγής θα παύσει να είναι ανταγωνιστικό.
Όπως άλλωστε δήλωσε (15/10/14) στο Bloomberg ο Harold Hamm, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος μιάς από τις 10 μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής πετρελαίου στις ΗΠΑ, «εμείς δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση η τιμή να πέσει κάτω από τα $75/βαρέλι. Εάν συμβεί θα πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε γεωτρήσεις μόνο εκεί όπου είναι απαραίτητο. Για να συνεχίσουμε να επενδύουμε η τιμή πρέπει να είναι πάνω από 75% ...Οι Σαουδάραβες δεν πρέπει να είναι πλέον οι μόνοι που διαμορφώνουν τις τιμές και οι τιμές πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ $90-$100/βαρέλι».
(Ο Δρ. Θεόδωρος Τσακίρης είναι Επίκουρος Καθηγητής Γεωπολιτικής & Υδρογονανθράκων Πανεπιστημίου Λευκωσίας & Επικεφαλής Ενεργειακού Προγράμματος ΕΛΙΑΜΕΠ)