Τσάφος: Η Ελλάδα είναι πλέον σημαντικός εξαγωγέας ρεύματος - Κομβικός ο ενεργειακός ρόλος της στη ΝΑ Ευρώπη
Τη ριζική αλλαγή του ενεργειακού χάρτη της Ελλάδας την τελευταία επταετία, με αιχμή τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τις νέες υποδομές και την ενίσχυση του εξαγωγικού χαρακτήρα της χώρας ανέδειξε ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο Hellenic Growth Agora, στο πλαίσιο της 90ης ΔΕΘ.
Ανοίγοντας την πρώτη συζήτηση, με θέμα «Ενέργεια και Κρίσιμες Υποδομές», ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι «Η Ελλάδα έχει αλλάξει πίστα», επισημαίνοντας ότι το 2019 η χώρα εισήγαγε περίπου το 18% των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια, ενώ σήμερα έχει εξελιχθεί σε σημαντικό εξαγωγέα ρεύματος και βρίσκεται μεταξύ των πρωτοπόρων χωρών στη διείσδυση των ΑΠΕ.
Σε ό,τι αφορά στις άμεσες προτεραιότητες στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής ο κ. Τσάφος αναφέρθηκε στην ολοκλήρωση των διασυνδέσεων των νησιών, με τα Δωδεκάνησα και το Βόρειο Αιγαίο να ακολουθούν μετά την Κρήτη, καθώς και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων. Κομβικό ρόλο στην επόμενη φάση, σύμφωνα με τον υφυπουργό, θα έχει η αποθήκευση ενέργειας, ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί ακόμη μεγαλύτερη παραγωγή από ΑΠΕ.
Παράλληλα, έδωσε έμφαση στον αναβαθμισμένο ενεργειακό ρόλο της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Όπως ανέφερε, πλέον υπάρχει ανάγκη τροφοδοσίας της ευρύτερης περιοχής με φυσικό αέριο από εναλλακτικές πηγές, με την Ελλάδα να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» αυτής της προσπάθειας. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τις έρευνες για πιθανά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου.
Αναφερόμενος, τέλος, στις τιμές, ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι, παρά τα δύο διαδοχικά ενεργειακά σοκ και την αύξηση των διεθνών τιμών, η Ελλάδα έχει σήμερα από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, με τους οικιακούς καταναλωτές να πληρώνουν ρεύμα κατά 18% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο νέο μοντέλο αξιοποίησης που ακολουθεί πλέον το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο καθώς και στις μεγάλες προκλήσεις μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, αναφέρθηκε ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος του Εθνικού Αναπτυξιακού Ταμείου, Παναγιώτης Σταμπουλίδης.
Ως κεντρικό στόχο για το μέλλον έθεσε την επιστροφή της υπεραξίας του χαρτοφυλακίου του Εθνικού Αναπτυξιακού Ταμείου στην κοινωνία και τους πολίτες, μέσα από την αναβάθμιση των ίδιων των assets.
«Σκοπός μας είναι να ενισχύσουμε περαιτέρω το χαρτοφυλάκιό μας μέσα από σημαντικές παραχωρήσεις που σχεδιάζουμε για το μέλλον», ανέφερε, φέρνοντας ως παράδειγμα την εν εξελίξει αξιοποίηση του λιμένος Λαυρίου, αλλά και τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών.
Προσδιορίζοντας τον στόχο της επόμενης ημέρας από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, εστίασε στην αξιοποίηση των πόρων του Modernization Fund και του Decarbonization Fund, που είναι συνδεδεμένοι με τα ομόλογα των ρύπων.
Ειδικότερα, για το Modernization Fund τόνισε την ανάγκη τα grants να κατευθύνονται κυρίως σε παραγωγικές μονάδες, οι οποίες κρατάνε τις θέσεις εργασίας και δημιουργούν νέες. Ενώ, ως προς τη μεγάλη πρόκληση του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, στο οποίο η Ελλάδα πήρε πρώτη έγκριση για τον εθνικό σχεδιασμό, τουλάχιστον στην πρώτη φάση, προκειμένου να ενισχυθούν με πάνω από 4 δισ. ευρώ δημόσιες υποδομές, όπως συγκοινωνίες, κοινωνικές κατοικίες, φοιτητικές εστίες.
Σχετικά με τo εμβληματικό έργο ανάπλασης της ΔΕΘ-HELEXPO, ο κ. Σταμπουλίδης αναφέρθηκε στο έντονο ενδιαφέρον που δείχνει η κατασκευαστική αγορά και εκτίμησε ότι θα υπάρξουν πολλοί υποψήφιοι.
Στις ιστορικές επιδόσεις του αεροδρομίου της Αθήνας και στους στόχους του μεγάλου επενδυτικού προγράμματος, που βρίσκεται σε εξέλιξη, αναφέρθηκε ο Γιώργος Καλλιμασιάς, Διευθύνων Σύμβουλος του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. «Καταφέραμε να κάνουμε το αεροδρόμιο της Αθήνας τον 8ο πιο διασυνδεδεμένο κόμβο στην Ευρώπη και το 2ο πιο διασυνδεδεμένο αεροδρόμιο στην κατηγορία 25 ως 40 εκατ. επιβατών», σημείωσε, αποδίδοντας σε μεγάλο βαθμό αυτή την αλλαγή στην επιτυχημένη πορεία του τουρισμού στη χώρα και στην Αθήνα ειδικότερα.
«Είμαστε μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο επενδυτικό σχέδιο για να αναβαθμίσουμε σημαντικά την εμπειρία των επιβατών». Εστίασε, ειδικότερα, στο υπό κατασκευή πολυώροφο πάρκινγκ, τον νέο χώρο στάθμευσης αεροσκαφών, που θα ολοκληρωθεί του χρόνου και το νέο VIP Terminal.
Ο κ. Καλλιμασιάς ανέφερε πως η χρηματοδότηση των έργων της επέκτασης έχει εξασφαλιστεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ στάθηκε και στην πρόσφατη έκδοση του ομολόγου των 500 εκατ. ευρώ, που έδειξε τη δυνατότητα του ΔΑΑ να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές.
Τα βασικά εμπόδια που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα, αλλά και τις σημαντικές προοπτικές που ανοίγονται στον τομέα των υποδομών και της ενέργειας, ανέδειξε από την πλευρά του ο Θεόδωρος Τζούρος, Chief Corporate & Investment Banking της Τράπεζας Πειραιώς.
Όπως επισήμανε, τα μεγάλα έργα χαρακτηρίζονται από υψηλό κόστος, μακρύ χρόνο κατασκευής και ορίζοντα απόδοσης που μπορεί να φτάσει τα 15 έως 20 χρόνια. Ως σημαντικότερο πρόβλημα για τους επενδυτές ανέφερε την πολυπλοκότητα των αδειοδοτικών διαδικασιών, ενώ εξίσου κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης. Επικαλούμενος σχετικά στοιχεία, ανέφερε ότι για την τελεσιδικία σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις απαιτούνται στην Ελλάδα περίπου 630 ημέρες, έναντι περίπου 100 ημερών στην Ευρώπη, με τις καθυστερήσεις στην εξέταση ενστάσεων να επηρεάζουν άμεσα τα χρονοδιαγράμματα των επενδύσεων.
Σε επενδύσεις ύψους 1,5 δισ. ευρώ, που ουσιαστικά διπλασιάζουν τις υποδομές που έχουν κατασκευαστεί μέχρι σήμερα, προχωρά ο ΔΕΣΦΑ, όπως ανέφερε ο Chief Strategy and Development Officer, Μιχάλης Θωμαδάκης, υπογραμμίζοντας τον αναβαθμισμένο ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Όπως σημείωσε, μέσα σε μόλις πέντε χρόνια η δυνατότητα του ελληνικού συστήματος να εξάγει φυσικό αέριο προς τα Βαλκάνια έχει τριπλασιαστεί ή και τετραπλασιαστεί.
Αναφερόμενος στις νέες επενδύσεις του ΔΕΣΠΑ, ο κ. Θωμαδάκης υπογράμμισε ότι οι νέοι αγωγοί σχεδιάζονται, ώστε μελλοντικά να μπορούν να μεταφέρουν βιομεθάνιο, αλλά και υδρογόνο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, εκτιμώντας ότι η ανάπτυξη της συγκεκριμένης αγοράς μπορεί να κινητοποιήσει νέες επενδύσεις 4 έως 5 δισ. ευρώ.
Τόνισε επίσης ότι οι υποδομές φυσικού αερίου θα πρέπει να είναι σε θέση να αυξάνουν την αξία για την κοινωνία, να ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια και να προσελκύουν ξένες επενδύσεις στη χώρα, υπενθυμίζοντας ότι ο ΔΕΣΦΑ αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες ξένες επενδύσεις.