Μπαράζ συσκέψεων κυβέρνησης και βιομηχανίας για το ενεργειακό κόστος - Τα εναλλακτικά σενάρια στη συνάντηση Τσάφου - ΣΕΒ και η Διυπουργική υπό τον Χατζηδάκη
(upd: 18:30) Σύσκεψη υπό την προεδρία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, πραγματοποιήθηκε σήμερα, με τη συμμετοχή των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη, Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου, Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου, καθώς και των υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνου Πετραλιά και Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκου Τσάφου.
Από την πλευρά της βιομηχανίας στη σύσκεψη μετείχε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, αντιπροσωπεία του Συνδέσμου, καθώς και η πρόεδρος του ΣΒΕ, Λουκία Σαράντη.
Είναι η δεύτερη κατά σειρά σύσκεψη η οποία πραγματοποιείται με θέμα τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΥΠΕΝ, έγινε εκ νέου ανταλλαγή απόψεων για το θέμα αυτό και η κυβέρνηση επιφυλάχθηκε να μελετήσει περαιτέρω το ζήτημα, πριν προβεί στις όποιες σχετικές πρωτοβουλίες.
Στο πρωινό του ρεπορτάζ το energypress έγραφε:
Κορυφώνεται το μπαράζ συσκέψεων για τα μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, με πυκνές ζυμώσεις, πολλά σενάρια και έναν αγώνα δρόμου σε εξέλιξη για να «κλειδώσει» η τελική λύση, η οποία επιδιώκεται να ανακοινωθεί την Τρίτη από τον Πρωθυπουργό στη Γ.Συνέλευση του ΣΕΒ.
Τη σκυτάλη μετά τη χθεσινή συνάντηση του Νίκου Τσάφου με τον σύνδεσμο των ενεργοβόρων βιομηχανιών (ΕΒΙΚΕΝ), παίρνει η σημερινή του υφυπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τον ΣΕΒ, και ενώ τα βλέμματα στρέφονται στην αυριανή Διυπουργική, υπό τον Κωστή Χατζηδάκη, όπου και θα φανεί κατά πόσο είναι τελικά εφικτό να βγει «λευκός καπνός» εντός της εβδομάδας.
Τα πάντα είναι ανοικτά ως προς τη τελική λύση και τη περίμετρο των επιχειρήσεων που θα καλύπτει, όπως δείχνει και η χθεσινή προσεκτική αναφορά του Πρωθυπουργού, κατά την ομιλία του στο υπουργικό συμβούλιο, που εξέφρασε την εκτίμηση πως σύντομα θα μπορέσουν να γίνουν συγκεκριμένες εξαγγελίες, καθώς όλα ακόμη δείχνουν ότι μέχρι αυτήν τη στιγμή καμία από τις εναλλακτικές που έχουν πέσει στο τραπέζι - μη εξαιρουμένου του «ιταλικού μοντέλου» - δεν πληρούν τα τέσσερα κριτήρια που έχει θέσει το κυβερνητικό επιτελείο.
Τα μέτρα δηλαδή να μην υπερβαίνουν τις δημοσιονομικές αντοχές της οικονομίας, η «ομπρέλα» στήριξης να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις, όχι μόνο το στενό πυρήνα της βαριάς βιομηχανίας, και φυσικά η λύση να είναι συμβατή με την κοινοτική νομοθεσία, καθώς και με την ενεργειακή στρατηγική της χώρας.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι αναζητείται η «χρυσή τομή», ανάμεσα στις αρχικές προτάσεις της βιομηχανίας και μιας λύσης που δεν «θα χτυπά» σημαντικά στα παραπάνω προαπαιτούμενα, με τον ΣΕΒ να αναμένει τα εναλλακτικά σενάρια που θα του παρουσιάσει σήμερα ο υφυπ. ΠΕΝ, χωρίς να αποκλείεται να κοινοποιήσει με τη σειρά του παραλλαγές του «Industrial Energy Reset», όπως η ονομασία της πρότασης που είχε παρουσιάσει στη Διυπουργική της περασμένης Δευτέρας.
«Κάποια πράγματα ενδεχομένως να προσαρμοστούν σε πιο ρεαλιστικά δεδομένα», όπως ανέφεραν χθες πηγές του Συνδέσμου, αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι μπορεί να υπάρξουν κάποιες αλλαγές σε σχέση με την αρχική εκδοχή του «Industrial Energy Reset».
Τα εναλλακτικά σενάρια και η συνάντηση Τσάφου -ΣΕΒ
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, μια παραλλαγή της αρχικής πρότασης του ΣΕΒ, πάντα με βάση το «ιταλικό μοντέλο», προβλέπει επιδότηση 35 €/ MWh, συμμετοχή των επιλέξιμων βιομηχανιών σε διαγωνισμούς για τη κατασκευή των ΑΠΕ, ενώ βάζει στο παιχνίδι και τις μπαταρίες, χωρίς ωστόσο να αλλάζει η αρχική κοστολόγηση περί των 285 εκατ ευρώ και η δυνατότητα επιδότησης της κατανάλωσης μέχρι και 100%.
Τα νούμερα, τα εναλλακτικά σενάρια και οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά θα τεθούν στη σημερινή, αμιγώς τεχνική, συνάντηση του κ. Τσάφου με τον ΣΕΒ, όπου κάθε πλευρά θα ακούσει τις σκέψεις και τα σενάρια της άλλης, ενόψει και της αυριανής Δυιπουργικής, όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά, από την εξεύρεση μιας «χρυσής τομής», μέχρι και το να μην υπάρξει τελικά προσέγγιση.
Κυβερνητικές πήγες διαμηνύουν εδώ και ημέρες ότι τα μεν 285 εκατ ευρώ το χρόνο (855 εκατ. στη τριετία ή και 1 δισ. στο σενάριο που η επιδότηση καλύπτει το 100% της κατανάλωσης των επιχειρήσεων), υπερβαίνουν τις δημοσιονομικές αντοχές της οικονομίας, το δε, «ιταλικό μοντέλο» δεν είναι σίγουρο ότι ευθυγραμμίζεται με την ελληνική πραγματικότητα και τις ανάγκες της χώρας. Ειδικά στο βασικό σημείο που μιλά για μαζική κατασκευή νέων έργων ΑΠΕ (φωτοβολταικών), όταν στην Ελλάδα επικρατεί υπερπροσφορά για τη συγκεκριμένη τεχνολογία.
Στον αντίποδα βέβαια, το όφελος του «ιταλικού μοντέλου» είναι ότι η διαγωνιστική διαδικασία που έχει επιβάλει η Κομισιόν εξασφαλίζει τους μικρούς της βιομηχανίας, οι οποίοι διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να συνάψουν PPAs ή να επενδύσουν μόνοι τους σε έργα ΑΠΕ.
Ο κίνδυνος της μικρής συμμετοχής στο μοντέλο
Το δεύτερο σημαντικό ερώτημα, αφορά την ίδια τη συνθετότητα του μοντέλου και το κατά πόσο ένα τέτοιο σχήμα στην Ελλάδα θα προσέλκυε το μαζικό ενδιαφέρον των ενεργοβόρων επιχειρήσεων ή τελικά ο αριθμός των συμμετεχόντων θα περιορίζονταν μόνο σε λίγους μεγάλους ομίλους.
Σημειωτέον ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από επιχειρήσεις αρκετά μικρότερου μεγέθους έναντι των ιταλικών και εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το μαζικό βαθμό ανταπόκρισης των εγχώριων στις απαιτήσεις του «Energy Release 2.1», όπως έχει μετονομαστεί το μοντέλο της γείτονος, μετά τις παρεμβάσεις της Κομισιόν.
Έπειτα, σε ένα τόσο ασταθές και ευμετάβλητο ενεργειακό τοπίο, και με τον ηλεκτρικό χώρο κορεσμένο, είναι ένα ερώτημα πόσες επιχειρήσεις θα δεχτούν να δεσμευτούν σε επενδύσεις έργων ΑΠΕ με ορίζοντα 20 ετών.
Στο «ιταλικό μοντέλο», θυμίζουμε ότι οι επιλέξιμες επιχειρήσεις δανείζονται ενέργεια μέσω ενός συμβολαίου επί της διαφοράς δύο κατευθύνσεων (2-way Contract for Difference, CfD) που συνάπτουν με τον ιταλικό Διαχειριστή ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης της Ελλάδας (ΔΑΠΕΕΠ). Μετά τα τρία πρώτα χρόνια, ο ιταλικός κρατικός φορέας θα διεξάγει διαγωνισμούς για τη κατασκευή νέων έργων ΑΠΕ, όπου θα συμμετέχουν οι ωφελούμενες βιομηχανίες. Το 50% της παραγόμενης πράσινης ενέργειας θα καλύπτεται από ένα 2way CfD συμβόλαιο που θα συνάπτεται με τον ιταλικό ΔΑΠΕΕΠ για 20 έτη. Στο τέλος της περιόδου αυτής, θα εκτιμάται αν το 100% του οφέλους που έλαβαν οι επιχειρήσεις κατά τα πρώτα τρία χρόνια έχει επιστραφεί μέσω του δεύτερου CfD, κ.ό.κ.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι είναι πιθανό η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα να περιοριστεί σε ελάχιστες από τις επιχειρήσεις της χώρας που ταλαιπωρούνται από το υψηλό ενεργειακό κόστος, προβληματίζεται στο σενάριο που η αποδοχή αποδειχθεί μικρή, γι' αυτό και αναζητά το μοντέλο που θα προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ρισκάρει την υιοθέτηση ενός μοντέλου που αφενός θα προκαλέσει δημοσιονομικούς τριγμούς, αφετέρου θα εξυπηρετεί μόνο ένα μικρό αριθμό ενεργοβόρων ομίλων, πυροδοτώντας αντιδράσεις ότι «πριμοδοτεί» τους μεγάλους, γεγονός που αντιλαμβάνεται και η βιομηχανία, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την προσπάθεια αναζήτηση μιας συναινετικής λύσης.