«Πωλητήριο» βάζουν μικροί παραγωγοί φωτοβολταϊκών υπό το βάρος των περικοπών – Στα 780 χιλιάδες ευρώ/MW η μέση τιμή – Τα «Feed in Premium» στο στόχαστρο

«Πωλητήριο» βάζουν μικροί παραγωγοί φωτοβολταϊκών υπό το βάρος των περικοπών – Στα 780 χιλιάδες ευρώ/MW η μέση τιμή – Τα «Feed in Premium» στο στόχαστρο

«Πωλητήριο» βάζουν μικροί παραγωγοί φωτοβολταϊκών υπό το βάρος των περικοπών – Στα 780 χιλιάδες ευρώ/MW η μέση τιμή – Τα «Feed in Premium» στο στόχαστρο

Μια νέα δευτερογενή αγορά στον κλάδο των φωτοβολταϊκών έχουν πυροδοτήσει οι περικοπές «πράσινης» ενέργειας με μια σειρά παραγωγούς, όπως αναφέρουν παράγοντες του κλάδου, να επιλέγουν την πώληση και έξοδο από την αγορά υπό το βάρος του αυξανόμενου ρίσκου.

Ειδικότερα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, το ενδιαφέρον εστιάζει στα έργα «Feed in Premium» με τους παραγωγούς να υπόκεινται σε σημαντικές απώλειες εσόδων υπό το βάρος των περικοπών αλλά και των μηδενικών και αρνητικών τιμών.

Μάλιστα, η κατάσταση, όπως έχει γράψει το energypress, βαίνει επί τα χείρω με τους μεμονωμένους παραγωγούς να αδυνατούν να διαχειριστούν με επιτυχία τα σχετικά ρίσκα και δη την αβεβαιότητα που προκύπτει ως προς τα έσοδα του πάρκου και τα οποία με την σειρά τους αποτελούν εγγύηση για την δανειοδότηση που έχουν λάβει.

Οι εν λόγω περιπτώσεις αφορούν κύρια μικρούς επενδυτές με φωτοβολταϊκά πάρκα ισχύος 500 kW έως 1 MW (συμπεριλαμβάνοντας και τις ενεργειακές κοινότητες) και τα οποία έχουν βρεθεί στις κεραίες εταιρειών που επιδιώκουν να διαμορφώσουν χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ στην Ελλάδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για κάποιες από αυτές, οι εν λόγω επιχειρηματικές κινήσεις συνιστούν και την μοναδική προοπτική για να κατοχυρώσουν σε άμεσο ορίζοντα μια «μετρήσιμη» θέση στην ελληνική αγορά, καθώς τα νέα έργα έχουν ουσιαστικά «παγώσει» υπό το βάρος του περιορισμένου διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου.

Κατά συνέπεια, οι εν λόγω εταιρείες που δείχνουν να ενδιαφέρονται και να εμπλέκονται σε τέτοια deals, έχουν αναπτύξει ένα χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ τα προηγούμενα χρόνια, το οποίο, ωστόσο, στερείται ωρίμανσης με την συντριπτική πλειοψηφία των έργων να έχουν κολλήσει στην «ουρά» του ΑΔΜΗΕ για την λήψη Οριστικών Προσφορών Σύνδεσης χωρίς κάποια καθαρή ορατότητα πότε θα ξεκολλήσουν. Επομένως, οι εξαγορές αναδεικνύονται σε εναλλακτική, ώστε στο μεσοδιάστημα και μέχρι να εκκινήσουν ξανά τα «μολύβια» των ΟΠΣ, οι εν λόγω εταιρείες (εγχώριες και ξένες) να έχουν διαμορφώσει ένα κρίσιμο portfolio που τουλάχιστον θα τους κρατήσει «μέσα στο παιχνίδι».

Το «παιχνίδι» γίνεται δυσκολότερο

Επιπρόσθετα, ο λόγος γίνεται για τα μικρά έργα, καθώς από την μια υπάρχει η ανησυχία στο μέτωπο των παραγωγών, όπως προαναφέρθηκε, που τους ωθεί να εξετάσουν την προοπτική της πώλησης και αφετέρου το μέγεθος των αγοραστών δεν επιτρέπει αγορές μεγάλων πάρκων που ούτως ή άλλως σπανίζουν τέτοια έργα προς πώληση στην αγορά.

Αξίζει να σημειωθεί, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς με γνώση του θέματος, ότι η απόφαση για την πώληση του πάρκου προκύπτει και σε συνέχεια της αξιολόγησης του διαφορετικού τοπίου στην αγορά συνολικά.

Η διαχείριση και συμμετοχή των έργων στην αγορά έχει αλλάξει σημαντικά με τους παραγωγούς να υποχρεώνονται σε πρόσθετα κόστη και ρίσκα για να διασφαλίσουν μια θέση στο «ταμπλό» του Χρηματιστηρίου Ενέργειας με τα ζητήματα να επεκτείνονται μέχρι την συντήρηση του πάρκου.

Αν και επιμέρους ζήτημα ωστόσο ενδεικτικό είναι το ζήτημα με τις ασφαλιστικές εταιρείες που πλέον και αυτές προσαρμόζουν τα συμβόλαιά τους στα δεδομένα της αγοράς, καθιστώντας πιο σύνθετη την όλη διαδικασία και μεγαλύτερες επισφάλειες, τουλάχιστον για ένα «απρόσεκτο» επενδυτή-παραγωγό χωρίς πρότερη και σημαντική εμπειρία.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια προβλέπουν κάθε πιθανό ενδεχόμενο με τον παραγωγό να πρέπει να «εξειδικεύεται πλέον σε πολλά πράγματα» όπως ανέφερε σχετικά στέλεχος της αγοράς, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί σε όλα τα ενδεχόμενα και να διατηρήσει σε θετικό πρόσημο την επένδυσή του. Το σκηνικό συμπληρώνουν προφανώς οι τράπεζες, όπου αν και δεν έχουν ακόμη προκύψει «κόκκινα δάνεια» εντούτοις προβληματίζονται για τις απώλειες εσόδων, αναζητώντας πρόσθετους τρόπους αντιστάθμισης των κινδύνων που προκύπτουν.

Γιατί αγοράζουν

Από την πλευρά των επενδυτών και πέρα των όσων αναφέρθηκαν περί ανάπτυξης χαρτοφυλακίου, η αγορά εν λειτουργία φωτοβολταϊκών πάρκων με καθεστώς «Feed in premium» διασφαλίζει μια ορισμένη ορατότητα εσόδων με την τεχνογνωσία και εμπειρία που έχουν αποκομίσει, να τους επιτρέπει να διαχειριστούν με επιτυχία τα όποια ρίσκα προκύπτουν σε όλο το μήκος και το πλάτος της αλυσίδας αξίας.

Να σημειωθεί ότι πρόκειται για έργα κατά κύριο λόγο της τελευταίας πενταετίας με ορίζοντα ακόμη μια 15ετία σε σύμβαση με τον ΔΑΠΕΕΠ και τις βασικές εκτιμήσεις να προσδιορίζουν το IRR στα επίπεδα του 7% με το καλύτερο σενάριο να τοποθετεί τον εσωτερικό συντελεστή απόδοσης στο 10%.

Υπό αυτά τα δεδομένα, η απόσβεση της επένδυσης γίνεται σε βάθος δεκαετίας με τον αγοραστή να διασφαλίζει μια ορισμένη κρίσιμη ορατότητα που του επιτρέπει να κινηθεί προς ανάπτυξη του υπόλοιπου χαρτοφυλακίου του στην ελληνική αγορά. Οι τιμές πώλησης διαμορφώνονται στα 780 χιλιάδες ευρώ ανά Μεγαβάτ, έχοντας γνωρίσει μια μικρή υποχώρηση από τις 830 χιλιάδες ευρώ ανά μεγαβάτ που καταγράφονταν πριν μερικούς μήνες.

Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, η εν λόγω αγορά αναμένεται να συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες, λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα των περικοπών και άρα της απώλειας εσόδων παραμένει και διογκώνεται μέχρι τουλάχιστον να λειτουργήσουν οι πρώτες μπαταρίες στο ηλεκτρικό σύστημα.   

Ενδεικτικά να αναφέρουμε, όπως έχει γράψει το energypress, ότι το πρόβλημα των περικοπών αναμένεται να μεταφραστεί σε απώλεια εσόδων της τάξης του 10-15% στα φωτοβολταϊκά με όλες τις βασικές εκτιμήσεις να θέλουν την περικοπτόμενη ενέργεια να σημειώνει νέα ρεκόρ κατά την φετινή χρονιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM