Πυκνώνουν τα σημάδια για αλλαγή του ενεργειακού τοπίου στην Ευρώπη - Εκτιμήσεις για βουτιά στην τιμή του αερίου και ενίσχυση του ρόλου του - Σενάρια επαναξιολόγησης των πράσινων πολιτικών
Τα "σινιάλα" για αλλαγή του ενεργειακού τοπίου στην Ευρώπη και πιθανή επαναξιολόγηση των πράσινων πολιτικών αυξάνονται.
Το δείχνει η πίεση αντισυστημικών (αλλά και όχι) πολιτικών δυνάμεων, μερίδας των πολιτών, της βιομηχανίας, αλλά και κυβερνήσεων, προς τη νέα Κομισιόν να αναθεωρήσει τις πράσινες πολιτικές της και να μειώσει το "λογαριασμό" που αυτές συνεπάγονται. Σίγουρα η έλευση του Ντ. Τραμπ, που ορκίζεται σήμερα ως ο νέος 47ος Πρόεδρος των ΗΠΑ «απελευθερώνει» κι άλλες τέτοιες φωνές.
Την ίδια στιγμή πυκνώνουν τα σενάρια ότι σε περίπτωση που λήξει ο πόλεμος στην Ουκρανία, θα αλλάξει άρδην η αγορά του φυσικού αέριου, οι ρωσικοί όγκοι θα ξαναμπούν δυναμικά στις αγορές και μαζί με άλλες εξελίξεις που θα αυξήσουν τη παγκόσμια προσφορά (από ΗΠΑ και Κατάρ), η τιμή του θα κατρακυλήσει από τα σημερινά επίπεδα των 45- 50 ευρώ / MWh, ακόμη και στα 10 ευρώ. Εδώ φυσικά προυπόθεση είναι να ευοδωθούν τα σχέδια για τερματισμό του πολέμου, μια πολυπαραγοντική εξίσωση, καθόλου εύκολη, που πέραν των πολλών σεναρίων, δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη.
Στο άλλο κεφάλαιο, αυτό της πράσινης μετάβασης, είναι εμφανή τα σημάδια ότι οξύνεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ένα debate. Τις πιέσεις για αλλαγή του τοπίου δεν ασκούν μόνο τα ακραία ευρωπαϊκά κόμματα, όπως το AFD, αλλά ακόμη και τα συστημικά, όπως οι Χριστιανοδημοκράτες του Μέρτς, φαβορί για την Καγκελαρία στις κάλπες της 23ης Φεβρουαρίου, που καλούν ευθέως τις Βρυξέλλες να βάλουν την οικονομία μπροστά από το κλίμα. Το κόμμα της Μέρκελ που ασπάστηκε πρώτη απ’ όλους τη φιλοσοφία της «πράσινης ενέργειας» και μιας οικονομίας μηδενικών εκπομπών άνθρακα, δείχνει να παίρνει σαφείς αποστάσεις από την πρώην καγκελάριο.
«Τα τελευταία χρόνια συμφωνήσαμε για το ποιόν ενεργειακό πόρο πρέπει να καταργήσουμε, δηλαδή τον άνθρακα και την πυρηνική ενέργεια. Εφόσον όμως δεν βρήκαμε αντικαταστάτη, είναι εκτός συζήτησης να καταργήσουμε αυτά που έχουν απομείνει. Εάν συνεχίσουμε σ’ αυτή τη γραμμή, θα θέσουμε σε τεράστιο κίνδυνο τη Γερμανία ως βιομηχανικό προορισμό, κάτι που δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε», είπε προ ημερών ο Μέρτς (https://www.politico.eu/article/germany-next-chancellor-friedrich-merz-vows-put-economy-before-climate-elections/), από το Μπόχουμ, το κέντρο της κοιλάδας της Ρουρ, όπου κάποτε χτυπούσε η καρδιά της γερμανικής βιομηχανίας.
Το φαβορί για την Καγκελαρία που προηγείται με 31% στις δημοσκοπήσεις έναντι του δεύτερου AFD (21% POLITICO Poll of Polls — German polls, trends and election news for Germany), επανήλθε με χθεσινή του συνέντευξη στο t-online (Friedrich Merz will sofort 50 neue Gaskraftwerke bauen), κατηγορώντας την προηγούμενη κυβέρνηση Σολτς ότι «ήταν σοβαρό στρατηγικό της λάθος να κλείσει τους τελευταίους πυρηνικούς σταθμούς που εγγυώνται αδιάλειπτη παραγωγή ενέργειας» και προαναγγέλοντας τη δημιουργία 50 νέων μονάδων με καύσιμο το φυσικό αέριο, εφόσον κερδίσει τις εκλογές.
Τα μηνύματα της κοινής γνώμης
Τα όσα λέει ο Μερτς δεν αντανακλούν μόνο τις φωνές της γερμανικής βιομηχανίας που βλέπει τον κίνδυνο να χάσει μέσα στο 2025 κι άλλη ανταγωνιστικότητα, λόγω και του υψηλού ενεργειακού κόστους, έχοντας πάψει να είναι ο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός του παρελθόντος.
Σε μελέτη του ινστιτούτου CSA που έγινε για λογαριασμό της εταιρείας Engie και δημοσιεύθηκε στη Handelsbatt, το 39% των γερμανών πολιτών θεωρούν ότι η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί απειλή για την αγοραστική τους δύναμη (https://www.engie.com/sites/default/files/assets/documents/2024-04/Engie%20x%20CSA%20-%20Transition%20%C3%A9nerg%C3%A9tique%202024%20-%20R%C3%A9sultats%20VA.pdf) . Τα ποσοστά αυτά φτάνουν το 48% στο Βέλγιο, το 44% στη Γαλλία και το 41% στην Ολλανδία.
Σε άλλη μελέτη που έγινε στη Γερμανία, το 90% δηλώνει υπέρ της πράσινης μετάβασης, ωστόσο στο δεύτερο ερώτημα, «κατά πόσο είστε διατεθειμένοι να δώσετε γι’ αυτήν το 30% του μισθού σας», η απάντηση είναι κατά 80% «όχι».
Τι στάση θα τηρήσει η νέα Κομισιόν
Το ερώτημα εδώ είναι τι στάση θα τηρήσει η νέα Κομισιόν, τόσο εφόσον ο Μερτς κερδίσει στις εκλογές του Φλεβάρη, όσο και αν η εκλογή Τραμπ δημιουργήσει ένα τσουνάμι ενίσχυσης των ομοϊδεατών του στην Ευρώπη. Τυχόν αλλαγή πλεύσης στη Γερμανία και στήριξης της ενεργειακής της πολιτικής, π.χ. στον λιθάνθρακα και το φυσικό αέριο, είναι βέβαιο ότι θα επιφέρει ντόμινο εξελίξεων στη Γηραιά Ηπειρο.
Ειδικά όταν η Επιτροπή έχει θέσει ως πρώτη της από εδώ και πέρα προτεραιότητα, την εξεύρεση 500 δισ. ευρώ για αμυντικές δαπάνες και προμήθειες όπλων μέσω της σύστασης ενός κοινού ευρωπαϊκού ταμείου. Στο πλαίσιο αυτό, εν μέσω της σύγκρουσης στην Ουκρανία, της έλευσης Τραμπ και της ανάγκης ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων των χωρών του «μπλοκ», εξετάζει να ανακατευθύνει πολλά δισεκατομμύρια ευρώ από τον προϋπολογισμό στην άμυνα και την ασφάλεια, μέσω μεγαλύτερης ευελιξίας στα κεφάλαια του Ταμείου Συνοχής, όπως είχαν αποκαλύψει τον Δεκέμβριο οι FT (https://www.ft.com/content/169816b5-39e9-4f05-ae84-43ef8e277c76). Οι εκτιμήσεις είναι ότι από κάπου θα χρειαστεί να κόψει.
Αν και οι κινήσεις των Βρυξελλών και του νέου Δανού Επιτρόπου, Νταν Γιόργκενσεν, μένει να φανούν, ίσως να έχει τη σημασία του ότι σε αντίθεση με το 2019, όπου η πράσινη μετάβαση αποτελούσε τη νούμερο ένα προτεραιότητα για την τότε Κομισιόν, τώρα δεν βρίσκεται ούτε μέσα στις 10 πρώτες κατευθυντήριες γραμμές της νέας Επιτροπής, όπως τις ανακοίνωσε τον περασμένο Ιούλιο η Πρόεδρος Φον ντερ Λάινεν (https://commission.europa.eu/document/download/e6cd4328-673c-4e7a-8683-f63ffb2cf648_en?filename=Political%20Guidelines%202024-2029_EN.pdf ). Στην πρώτη δεκάδα κυριαρχούν ένα νέο σχέδιο για την ευημερία και την οικονομική ανταγωνιστικότητα της ΕΕ, η ευρωπαική άμυνα, η κοινωνική συνοχή, η προστασία της Δημοκρατίας, η αύξηση του γεωπολιτικού βάρους της ΕΕ, η προετοιμασία για το κοινό «μπλοκ» του μέλλοντος, κ.ό.κ.
Τα σενάρια για τις πράσινες πολιτικές και το αέριο
Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, την πίεση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για μικρότερες επιβαρύνσεις, τη στάση των δύο πρώτων στις δημοσκοπήσεις μεγαλύτερων γερμανικών κομμάτων, την έλευση του Τραμπ και την πίεση να μπει τέλος στον πόλεμο της Ουκρανίας, μαζί με τη νέα προτεραιότητα της Κομισιόν που λέγεται άμυνα, πυκνώνουν τα σενάρια για αλλαγές στο ενεργειακό τοπίο της ΕΕ.
* Καταρχήν γύρω από τις πράσινες πολιτικές, όπου σύμφωνα με κάποια σενάρια, μπορεί τα χρονοδιαγράμματα, οι δεσμεύσεις για αυστηρότερα όρια εκπομπών CO2, η επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών σε κτίρια και μεταφορές, και γενικά οι στόχοι του 2030 να χαλαρώσουν ή να μετατεθούν χρονικά. Τυχόν αλλαγές γύρω από τις εκπομπές CO2, το βασικό εργαλείο πολιτικής της Κομισιόν με το οποίο στηρίζει την πράσινη μετάβαση, ασφαλώς θα ανακατέψουν τη τράπουλα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι φθηνότερες σήμερα τεχνολογίες μπορεί να γίνουν ακριβότερες και τα ακριβότερα καύσιμα, φθηνότερα. Αυτό με τη σειρά του θα έχει αναμφίβολα επιπτώσεις στις πράσινες επενδύσεις, οι οποίες θα αρχίσουν να φρενάρουν.
* Κατά δεύτερον, τυχόν λήξη του πολέμου στην Ουκρανία, σε ένα εύλογο διάστημα, θα απελευθερώσει την τιμή του φυσικού αέριου από το γεωπολιτικό κίνδυνο από τον οποίο είναι απόλυτα εξαρτημένο. Αν σε 6, 8 ή 9 μήνες τερματιστεί ο πόλεμος, η αγορά θα "πλημμυρίσει" με φυσικό αέριο και μαζί με τις νέες παρτίδες από ΗΠΑ και Καταρ, η τιμή του μπορεί να πέσει ακόμη και κάτω από τα 10 ευρώ/ μεγαβατώρα, εκτιμούν πηγές της αγοράς. «Δεδομένου ότι ο Τραμπ πρόκειται να δώσει νέες άδειες, και σε μια διετία οι ΗΠΑ, το Κατάρ και η Αυστραλία μπορεί να έχουν διπλασιάσει τη παραγωγή τους, αν ανοίξει και η Ρωσία, τότε ο πλανήτης θα «πνιγεί» στο φυσικό αέριο», λένε οι ίδιες πηγές.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Στη περίπτωση της Ελλάδας, κάποια πρώτα μηνύματα ότι η κυβέρνηση τραβά το πόδι από το «γκάζι» της πράσινης μετάβασης έχουν ήδη διαφανεί ήδη μέσα στο 2024, (https://energypress.gr/news/tromazei-ti-kybernisi-epipleon-kostos-apo-tis-prasines-eyropaikes-politikes-apaitoyntai), χωρίς ωστόσο να έχει αλλάξει η μεγάλη εικόνα.
Η πρώτη φορά που η κυβέρνηση, από τους πιο πιστούς οπαδούς της πράσινης ευρωπαϊκής ατζέντας, υποστήριξε με σαφή τρόπο ότι πρέπει να γίνουμε πιο ρεαλιστές, ήταν τον Απρίλιο του 2024. Τότε που είπε «όχι» στην κοινοτική πρόταση, η ΕΕ να παράγει το 2040, λιγότερες κατά 90% εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με εκείνες του 1990. Ακολούθησε η μείωση του στόχου του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα για τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν μέχρι το 2030, που μειώθηκε στα 94 δισ (και πάλι ψηλός), έναντι των αρχικών 200 δισ. του draft και φυσικά οι περυσινές εξαγγελίες Σκυλακάκη για το οριστικό τέλος των επιδοτήσεων σε νέα έργα ΑΠΕ και μπαταρίες.
Την ανάγκη να περιορίσουμε τα κόστη έστειλε πρόσφατα και ο Πρωθυπουργός. Η αναφορά Μητσοτάκη στη πρόσφατη επιστολή του προς την Φον Ντερ Λάινεν ότι «πρέπει να περιορίσουμε το κόστος που προκύπτει από την υπερρύθμιση των εκπομπών ρύπων», καθώς «..μόνο έτσι θα επιτύχουμε μια μετάβαση το κόστος της οποίας θα μπορούν να αποδεχθούν οι πολίτες μας και οι επιχειρήσεις μας να αντέξουν οικονομικά..», αποτυπώνει ένα παρόμοιο κλίμα.
Αν και η κυβέρνηση δείχνει να τηρεί ήδη αποστάσεις από αυτό που ορισμένοι αποκαλούν "μαξιμαλισμό της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας να θέτει ολοένα και πιο υπερφιλόδοξους πράσινους στόχους αμφίβολης υλοποίησης, μαζί με τις τεράστιες δαπάνες που αυτοί συνεπάγονται", το βέβαιο είναι ότι τον τόνο των από εδώ και πέρα εξελίξεων στην ΕΕ θα τον δώσουν οι γερμανικές εκλογές και φυσικά ο αντίκτυπος της Προεδρίας Τραμπ.