«Μικρό καλάθι» κρατάει η αγορά στις προτάσεις ΥΠΕΝ στη Κομισιόν για τις υψηλές τιμές ενέργειας – Το πρόβλημα έγκειται στην αξιοποίηση της ΤΕΑ ως «benchmark» στα τιμολόγια λιανικής
Επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητα των προτάσεων που υπέβαλαν οι τρεις Υπουργοί Ενέργειας Ελλάδας-Βουλγαρίας και Ρουμανίας στη Κομισιόν διατηρεί η αγορά, με πηγές να μεταφέρουν ότι το πραγματικό ερώτημα παραμένει και αφορά την «παγκόσμιας πρωτοτυπίας», όπως την χαρακτηρίζουν, σύνδεση των τιμολογίων λιανικής με την χονδρεμπορική αγορά, με την ΤΕΑ να καταλήγει «benchmark» για τα «πράσινα» και τα «κίτρινα» τιμολόγια που σημειωτέον, συνιστούν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αγοράς.
Υπενθυμίζεται ότι με πρωτοβουλία του Έλληνα Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Θόδωρου Σκυλακάκη απεστάλη (27/9) κοινή επιστολή προς την Επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ, Kadri Simson, η οποία συνυπογράφεται από τον Υπουργό Ενέργειας της Ρουμανίας, Sebastian – Ioan Burduja και τον Υπουργό Ενέργειας της Βουλγαρίας, Vladimir Malinov. Οι τρεις Υπουργοί προτείνουν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση της απότομης ανόδου των τιμών στις χονδρεμπορικές αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, που παρατηρήθηκε το περασμένο καλοκαίρι και κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου.
Ειδικότερα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, η spot αγορά εκ φύσεως έχει χαρακτηριστικά μεταβλητότητας (volatility), πράγμα που από μόνο του δεν θα πρέπει να θεωρείται καταδικαστέο, ούτε συνεπάγεται την «αποτυχία» του target model.
Το ζητούμενο, όπως επισημαίνουν, είναι να εξετάσουμε γιατί υπάρχει και πως έχει διαμορφωθεί τόσο στενή συνάφεια ανάμεσα στην χονδρεμπορική αγορά και τις λιανικές τιμές ρεύματος, φτάνοντας, μάλιστα στο σημείο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, «ο τελικός καταναλωτής να πρέπει να παρακολουθεί μήνα προς μήνα την χονδρεμπορική αγορά για να επιλέξει τιμολόγιο».
Αντιθέτως, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη της προθεσμιακής αγοράς καθώς και σε πρακτικές hedging από μεριάς προμηθευτών που σήμερα περιορίζουν, θέλοντας και μη, τον ρόλο τους σε μια λογιστική αποτύπωση των διακυμάνσεων της χονδρεμπορικής αγοράς στα τιμολόγια λιανικής.
«Οι χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας υπάρχουν ως μέσο απόκτησης ενός αγαθού, χωρίς, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν το μόνο πεδίο αγοροπωλησίας του εν λόγω προϊόντος», αναφέρει χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς, για να συμπληρώσει ότι θα πρέπει να αναπτυχθούν και να αξιοποιηθούν κι άλλα εργαλεία όπως είναι η μακροπρόθεσμη αγορά και τα διμερή συμβόλαια που σήμερα δεν υπάρχουν στην ελληνική αγορά.
Η απόλυτη εξάρτηση του «καλαθιού προμήθειας» από την spot αγορά που δεδομένα θα υπόκειται σε αυξομειώσεις λόγω παροδικών και συγκυριακών τρίτων παραγόντων, επιβαρύνει πρόσθετα τα τιμολόγια λιανικής, εξαφανίζοντας την όποια σταθερότητα μπορεί να υπάρξει με τα υφιστάμενα εργαλεία της αγοράς που θα επέτρεπαν την διάδοση σταθερών τιμολογίων στους καταναλωτές.
Ενδεικτικά, ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Προμηθευτών Ενέργειας, Μίλτος Ασλάνογλου σημειώνει, μεταξύ άλλων, σε πρόσφατο άρθρο του στο energypress ότι το θέμα έχει τεθεί «και έχει ήδη απαντηθεί στην πράξη στις περισσότερες αγορές, όπου το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας συναλλάσσεται μέσω μακροχρόνιων διμερών συμφωνιών, είτε με την μορφή προθεσμιακών προϊόντων είτε Συμφωνιών Αγοράς Ενέργειας (PPAs) είτε συμβάσεων επί διαφορών (CfDs), και ένα μόνο μέρος της ενέργειας προέρχεται από την ημερήσια χονδρεμπορική αγορά (spot). Με την προσέγγιση αυτή η μεταβλητότητα της χονδρεμπορικής και το ύψος των τιμών επηρεάζει σε μικρό βαθμό τη διαμόρφωση των τρεχουσών τιμολογίων προμήθειας, τα οποία συνήθως είναι σταθερά».
Συμπληρώνει ακόμη ότι «προφανώς η διακύμανση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά δίνει σήματα, βραχυχρόνια και μακροχρόνια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στη διαμόρφωση των τιμών των διμερών συμφωνιών, όπου όμως η μεταβλητότητα έχει εξομαλυνθεί. Συνεπώς το βασικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς είναι η μη ύπαρξη διμερών συμφωνιών και ιδίως η απουσία μιας λειτουργούσας αγοράς προθεσμιακών προϊόντων με ρευστότητα και αυξημένη συμμετοχή, η οποία θα επέτρεπε την αποτελεσματική διαχείριση της μεταβλητότητας των τιμών».