Η φιλοδοξία έναντι της πραγματικότητας: Η ΕΕ θα μείνει πίσω στους στόχους του 2030, όσο υστερεί στην «πράσινη» τεχνολογία – Rystad Energy
Αρκετά πίσω από τους στόχους της μετάβασης κινδυνεύει να μείνει η ΕΕ, όσον αφορά τις ΑΠΕ, την ανάπτυξη της «πράσινης» τεχνολογίας και τις επενδύσεις στην εγχώρια αλυσίδα εφοδιασμού, σύμφωνα με τα μοντέλα που αναπτύσσει η Rystad Energy.
Χαρακτηριστικά, οι επενδύσεις του μπλοκ για το 2023 στις «καθαρές» τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των ΑΠΕ, των έργων CCUS, του υδρογόνου, των μπαταριών και των πυρηνικών, ανήλθαν σε 125 δισ. δολάρια. Την ίδια περίοδο η Κίνα δαπάνησε 390 δισ. δολάρια στους αντίστοιχους τομείς. Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ υστερούσαν της ΕΕ, επενδύοντας 86 δισ. δολάρια πέρυσι, ωστόσο ο νόμος IRA αναμένεται να δώσει μεγάλη ώθηση, την ίδια στιγμή που οι δαπάνες της ΕΕ θα μείνουν στάσιμες τα επόμενα χρόνια. Έτσι, έως το 2030εκτιμάται ότι οι ΗΠΑ θα «προλάβουν» την Ευρώπη.
Όπως είναι γνωστό, η ΕΕ μέσω του Net-Zero Industry Act (NZIA), σκοπεύει να μειώσει τις εκπομπές κατά 92% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990 έως το 2040 και να επιτύχει το καθαρό μηδέν έως το 2050. Σε κατεύθυνση απάντησης στον αμερικανικό νόμο, η ΕΕ θέτει στόχους για να ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανία της. Ωστόσο, το τοπίο των επενδύσεων στον τομέα της «καθαρής» τεχνολογίας στην ΕΕ είναι μια αντιφατική υπόθεση φιλοδοξίας και πραγματικότητας.
Σύμφωνα με τη Rystad, οι επερχόμενες εκλογές, καθώς και η νέα θητεία της Κομισιόν πρόκειται να παίξουν κομβικό ρόλο στις πολιτικές για το κλίμα, τα επόμενα χρόνια.
Ειδικότερα, ο NZIA περιγράφει τους στόχους παραγωγής και τα ρυθμιστικά πλαίσια για την επιτάχυνση της ανάπτυξης και εμπορικής αξιοποίησης των «καθαρών» τεχνολογιών, εντούτοις μόνο ο τομέας των μπαταριών φαίνεται πραγματικά υποσχόμενος. Ακόμα και έτσι όμως, αρκετοί επενδυτές δείχνουν να προτιμούν την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αναζητώντας μια πιο ανταγωνιστική αγορά.
Πέραν των μπαταριών, σε ότι αφορά την ανάπτυξη της τεχνολογίας CCUS, εκτιμάται ότι, ενώ οι τεχνολογίες δέσμευσης στις πηγές των εκπομπών έχουν ωριμάσει, η ανάπτυξη υποδομών έγχυσης και αποθήκευσης δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό. Έτσι, η τεχνολογία των «καταβοθρών» διοξειδίου του άνθρακα, θα υπολείπεται του σχετικού στόχου κατά 60% έως το 2030.
Ομοίως, παρά τις σημαντικές επενδύσεις και τη στήριξη της πολιτικής, οι ηλεκτρολύτες υδρογόνου δεν ανταποκρίνονται στους φιλόδοξους στόχους. Συγκεκριμένα, στον πρόσφατο διαγωνισμό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Υδρογόνου, μόλις 1,5 GW έλαβε στήριξη, τη στιγμή που ο στόχος για το τέλος της δεκαετίας είναι τα 100 GW. Επί του παρόντος το pipeline των έργων υπολείπεται κατά 45%, με την καθυστέρηση να οφείλεται μεταξύ άλλων στις τεχνολογικές προκλήσεις, το υψηλό αρχικό κόστος και την αργή ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών.
Θετικά δείγματα στις ΑΠΕ, αλλά με την απαιτούμενη στήριξη
Ταυτόχρονα, η ΕΕ έχει αναθεωρήσει τους στόχους της για τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά. Με βάση την επικαιροποιημένη οδηγία για τις ΑΠΕ (RED III), η οποία ψηφίστηκε τον Οκτώβριο του 2023, στοχεύει να παράγει το 42,5% της συνολικής καταναλισκόμενης ενέργειας από ΑΠΕ έως το 2030. Και δεν απέχει πολύ από αυτόν τον στόχο.
Με βάση τα υφιστάμενα και τα αναμενόμενα έργα, η ΕΕ αναμένεται να διαθέτει περίπου 975 γιγαβάτ συνδυασμένης ηλιακής και αιολικής ισχύος, λίγο λιγότερα από τα 1.050 GW που χρειάζεται έως το τέλος της δεκαετίας.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη Rystad Energy, έγκειται στο ότι η Ευρώπη έχει χάσει μεγάλο μέρος της μεταποιητικής της δραστηριότητας από τον κινεζικό και αμερικανικό ανταγωνισμό και η δημιουργία μιας ανθεκτικής αλυσίδας εφοδιασμού αποδεικνύεται πρόκληση. Έτσι, καθώς περισσότερες εταιρείες εγκαταλείπουν την ευρωπαϊκή αγορά, μεγαλώνει η εξάρτησή της από ξένες αγορές.
Συνεπώς, η επιτυχία της στην επίτευξη των ενεργειακών και κλιματικών στόχων θα εξαρτηθεί από τη συνεχή πολιτική και οικονομική στήριξη των τεχνολογιών ΑΠΕ.