Αβεβαιότητες, μεγάλες ανατροπές και αυξημένο ρίσκο
Η πορεία της ενεργειακής αγοράς το 2021 προσδιορίσθηκε από δύο παράγοντες.
Την επιδείνωση της πανδημίας με την εμφάνιση του δεύτερου κύματος, στο πρώτο τρίμηνο του 2021, και την ενεργειακή κρίση, που από τον Σεπτέμβριο πλήττει την Ευρώπη και αναμφίβολα έχει επηρεάσει και την ελληνική αγορά.
Μετά από ένα ιδιαίτερα προβληματικό α΄ τρίμηνο, όπου η αγορά στα καύσιμα κίνησης υποχώρησε 16%, η εικόνα σταδιακά βελτιώθηκε, και από τον Μάιο ουσιαστικά βρίσκει τις ισορροπίες της και επανακτά τη δυναμική της.
Σε αυτό συνετέλεσαν η αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που κινείται σε ένα ποσοστό της τάξης του 7%, η επανεκκίνηση της αγοράς μετά την έναρξη των εμβολιασμών στη χώρα μας και η θετικότερη -του αναμενόμενου- πορεία του τουρισμού.
Η έξαρση της πανδημίας τον Οκτώβριο, σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση που συνδέθηκε με εξαιρετικά υψηλές αυξήσεις των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και των καυσίμων, δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και στη ρευστότητα της αγοράς, με αποτέλεσμα να εμφανισθούν τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, κάποια μικρά έστω, ανησυχητικά «σημάδια αναστροφής» του θετικού κλίματος.
Η αγορά το 2021 αναμένεται να κλείσει στο -3%, κυρίως λόγω της μεγάλης πτώσης των πωλήσεων θέρμανσης στο α΄ τετράμηνο.
Είναι βέβαιο ότι διανύουμε μια περίοδο αβεβαιότητος, μεγάλων ανατροπών και αυξημένου ρίσκου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το να προσπαθεί κάποιος να προβλέψει την πορεία της αγοράς, είναι «άτοπο». Είναι ασφαλέστερο να προχωράμε και να είμαστε έτοιμοι για αλλαγή πορείας.
Μετά από δύο χρόνια πτώσης της αγοράς κατά -8% το 2020 και -3% το 2021, λόγω Covid-19, οι προοπτικές της αγοράς καυσίμων για το 2022 είναι σαφώς θετικές. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην πρόβλεψη για ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 8%, στην αύξηση των ιδιωτικών, αλλά και των δημοσίων επενδύσεων, οι οποίες είχαν «παγώσει» το β΄ εξάμηνο του 2021, στον περιορισμό των επιπτώσεων της πανδημίας με την δημιουργία «τείχους ανοσίας» στον πληθυσμό στις αρχές του 2022, υπό την προϋπόθεση ότι θα αυξηθεί ο αριθμός των εμβολιασμένων, και σε μια -ρεαλιστικά αναμενόμενη- εξαιρετική τουριστική περίοδο.
Απειλές για την οικονομία, το 2022, αποτελούν το ενεργειακό κόστος, ο πληθωρισμός και η πανδημία.
Η ενεργειακή κρίση, η οποία κυρίως, λόγω των πολύ αυξημένων τιμών στο ηλεκτρικό ρεύμα και στο φυσικό αέριο, θα επηρεάσει την αγορά τουλάχιστον μέχρι το α΄ τρίμηνο. Συχνά οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων αποτελούσαν «αγκάθι» για την οικονομία, σήμερα όμως έχουμε φθάσει σε μια ακραία έκφανση, η οποία όμως αναμένεται να τερματισθεί και η αγορά να ομαλοποιηθεί.
Ο πληθωρισμός που σήμερα κινείται κοντά στα επίπεδα του 5%, θα επιδεινώσει την ήδη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκονται τα ελληνικά νοικοκυριά, αλλά εκτιμάται πως είναι παροδικό και δε θα έχει διάρκεια.
Τέλος, είναι βέβαιο πως δεν έχουμε τελειώσει με την πανδημία, «δεν έχουμε βγει στο ξέφωτο» και θα απαιτηθεί από όλους υπομονή για αρκετό χρόνο.
Σε ό,τι αφορά τον κλάδο για το 2022, και κυρίως για το «ΑΥΡΙΟ» και την πορεία προς το 2030, θα υπάρξουν κίνδυνοι, αλλά συγχρόνως ισχυρές σημαντικές προκλήσεις, και οι ευκαιρίες οι οποίες προκύπτουν από το Σχέδιο της Ε.Ε. για την «πράσινη μετάβαση». Η Χώρα μας έχει θέσει ένα σαφώς φιλόδοξο στόχο, ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί. Προϋπόθεση όμως, είναι να αξιολογηθούν σωστά οι υποδομές που υπάρχουν και εκείνες που πρέπει να δημιουργηθούν, οι επενδύσεις που πρέπει να γίνουν, καθώς και η δημοσιονομική δυνατότητα της Χώρας να υλοποιήσει τις επενδύσεις αυτές. Κυρίως όμως, απαιτείται συνεργασία, συναίνεση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και ιδιαίτερα με το σύνολο του Ενεργειακού Κλάδου.
Η ενεργειακή μετάβαση δικαίως αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς, καθώς δε συνιστά απλά μια στρατηγική των επιχειρήσεων του Κλάδου, αλλά προς την κατεύθυνση αυτή συντάσσεται ένα ευρύτατο μέτωπο της οικονομίας και της κοινωνίας.
Ένας σημαντικός αριθμός από τις Εταιρίες Εμπορίας Πετρελαιοειδών βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής μετάβασης και στηρίζουν πλήρως τη στροφή προς την «πράσινη ενέργεια» με ένα πιο ανθεκτικό μείγμα ενέργειας και με μεγαλύτερο μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Όμως, η ανάληψη σημαντικών και τολμηρών πολιτικών δράσεων είναι αναπόφευκτο να δημιουργήσει μια μεγαλύτερη αβεβαιότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που ο Κλάδος έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά ζητήματα που αφορούν την βιωσιμότητά του. Ζητήματα όπως το θέμα της παραβατικότητος της αγοράς, όπου απειλείται το «σήμερα» του Κλάδου, αλλά και η ανασυγκρότησή του και οι αναγκαίες προετοιμασίες για την «επόμενη ημέρα», σε ό,τι αφορά την ενεργειακή μετεξέλιξή του.
Ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κλιματική ουδετερότητα αποτελεί αναμφίβολα προτεραιότητα και απαιτεί συνεχείς και ξεκάθαρες δράσεις από όλους τους φορείς. Όμως, αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί η συναντίληψη των στρατηγικών προτεραιοτήτων των ενεργειακών εταιριών και η ύπαρξη ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου που θα πρέπει να διαμορφωθεί και με την συμμετοχή του Κλάδου.
Συγχρόνως, πρέπει να γίνει κατανοητό πως η μετάβαση αυτή έρχεται με ένα υψηλό κόστος για την αγορά και τον καταναλωτή, αλλά και με κινδύνους στρέβλωσης, οι οποίοι πρέπει να ελεγχθούν.
Στη διαδρομή προς τον στόχο του 2055, η δέσμη των μέτρων πρέπει να διέπεται από κανόνες.
Κανόνες που δεν θα επιτρέπουν αποκλίσεις, αλλά συγχρόνως θα λαμβάνουν υπόψη τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, τις υποδομές και το κόστος των επενδύσεων που απαιτούνται.
Κανόνες που θα λαμβάνουν υπόψη και τη βιωσιμότητα του Κλάδου.
Είναι κρίσιμες οι αποφάσεις που αφορούν το νέο Κλιματικό Νόμο, την εμπορία των ρύπων στις μεταφορές, τις οδηγίες για την ενεργειακή αποδοτικότητα, τη φορολόγηση των ενεργειακών προϊόντων και τις οδηγίες για το RED II.
Ο Κλάδος θα προχωρήσει σε επενδύσεις που αφορούν την ενεργειακή εξοικονόμηση, συγχρόνως με επενδύσεις που αφορούν την ενεργειακή μετεξέλιξή του. Είναι υποχρεωμένος να ενισχύσει και να προσαρμόσει τις υποδομές του για νέα καύσιμα και νέα ενεργειακά προϊόντα, προκειμένου να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι ενεργειακοί και κλιματικοί στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και της ελληνικής Πολιτείας.
Συνεπώς, η Πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει το απαραίτητο πλαίσιο για την ενίσχυση και χρηματοδότηση του Κλάδου.
Οι Εταιρίες Εμπορίας Πετρελαιοειδών δεν αποτελούν έναν φοροεισπρακτικό μηχανισμό του Κράτους. Ούτε φυσικά πρόκειται να «εξαφανισθούν» μαζί με τα ορυκτά καύσιμα.
Οι εταιρίες του Κλάδου αποτελούν τον απαραίτητο φορέα διάθεσης των νέων, χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, καυσίμων στους καταναλωτές. Αποτελούν μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος.
Στο άμεσο μέλλον ο Κλάδος, διαθέτοντας σήμερα όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις θα είναι ο φορέας, ο οποίος θα διευκολύνει και θα υλοποιήσει την «πράσινη μετάβαση», αξιοποιώντας το δίκτυο και διαμορφώνοντας το ενεργειακό μείγμα των καυσίμων που προσφέρουν.
Έχει ήδη καταθέσει τις προτάσεις του για τον νέο Κλιματικό Νόμο, με στόχο την επίτευξη του εθνικού στόχου, χωρίς την υπέρμετρη επιβάρυνση του καταναλωτή και χωρίς τον κίνδυνο απώλειας της ανταγωνιστικότητος της ελληνικής βιομηχανίας.
Η Πολιτεία οφείλει να αντιληφθεί, αποδεχόμενη τον ρόλο του ΣΕΕΠΕ σαν ενεργειακό της σύμβουλο, ότι οι Εταιρίες είναι σύμμαχοι και σύμβουλοι στον δρόμο προς ένα κοινό βιώσιμο μέλλον.
Ο κ. Γιάννης Αληγιζάκης είναι πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ (Σύνδεσμος Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος)
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες ενόψει του 2022.