Yπαγωγή Φωτοβολταϊκών επενδύσεων στον αναπτυξιακό νόμο – Νομικές παράμετροι
1. Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές που δραστηριοποιούνται στην αγορά των φωτοβολταϊκών είναι η υπέρμετρη καθυστέρηση εκδόσεως των αποφάσεων υπαγωγής στον αναπτυξιακό νόμο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Ειδικότερα, αποτελεί ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο η απόφαση υπαγωγής ενός επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του ν. 3299/2004 να εκδίδεται δύο ή και τρία έτη μετά την υποβολή της αίτησης, κατά παράβαση των όσων ορίζονται στον ως άνω νόμο. Εν συνεχεία δε, με μεγάλη καθυστέρηση καταβάλλεται και η αντίστοιχη επιχορήγηση, με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής οικονομικής ζημίας στους επενδυτές.
2. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3299/2004 και συγκεκριμένα στο άρθρο 7α αυτού, η διαδικασία εξέτασης κάθε αίτησης για υπαγωγή μιας επένδυσης στο νόμο αυτό ολοκληρώνεται από την αρμόδια υπηρεσία και την αρμόδια γνωμοδοτική επιτροπή το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, η δε απόφαση υπαγωγής εκδίδεται το αργότερο εντός ενός μηνός από τη γνωμοδότηση της επιτροπής, εντός του οποίου δημοσιεύεται και η περίληψή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Προκειμένου οι αιτήσεις υπαγωγής των επενδυτικών σχεδίων να εισαχθούν στην αρμόδια γνωμοδοτική επιτροπή, αυτά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες με βάση το ύψος τους, που για το σκοπό αυτό ορίζεται στο ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ. Για την κάθε ως άνω κατηγορία επενδυτικών σχεδίων τηρείται απόλυτη σειρά προτεραιότητας με βάση την ημερομηνία που έχουν υποβληθεί οι αιτήσεις αυτές. Το άρθρο 7α ν. 3299/2004 ορίζει, περαιτέρω, ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μπορούν να προτάσσονται στην αρμόδια γνωμοδοτική επιτροπή, κατ’ εξαίρεση της απόλυτης χρονικής σειράς προτεραιότητας, αιτήσεις υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων συγκεκριμένων κατηγοριών ή γεωγραφικών περιοχών, αποκλειστικά λόγω έκτακτων αναγκών εκ φυσικών καταστροφών.
3. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το αργότερο εντός συνολικού χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως υπαγωγής, οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν, βάσει των εκ του νόμου υποχρεώσεών τους, να προβούν στην έκδοση της απόφασης υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3299/2004. Εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δε, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και η δημοσίευση της περίληψης της αντίστοιχης απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επιπλέον, από την ερμηνεία των προαναφερθεισών νομικών διατάξεων συνάγεται ότι η εν λόγω προθεσμία δύναται να παραταθεί μόνο εφόσον συντρέχουν λόγοι έκτακτης ανάγκης, οι οποίοι επιτάσσουν την εξέταση ορισμένων αιτήσεων κατά προτεραιότητα. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, σκοπός του νομοθέτη, προφανώς, δεν είναι η καταστρατήγηση του νόμου με την υπέρμετρη καθυστέρηση της έκδοσης της ως άνω απόφασης υπαγωγής, αλλά η παροχή προτεραιότητας, εντός εύλογου χρονικού πλαισίου, σε ιδιόμορφες, εξαιρετικές περιπτώσεις.
4. Το κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας που δημιουργείται από την ως άνω μη νόμιμη πρακτική υπέρμετρης καθυστέρησης, ενισχύει, περαιτέρω, και η μαζική έκδοση απορριπτικών αποφάσεων επί αιτήσεων υπαγωγής στον ν. 3299/2004 επενδυτικών σχεδίων που αφορούν κατά κύριο λόγο, αλλά όχι αποκλειστικά, την υλοποίηση φ/β σταθμών ισχύος 20KW. Η πλειοψηφία των εν λόγω αποφάσεων, δε, εμπεριέχει ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες, δεδομένου ότι απορρίπτονται αιτήσεις υπαγωγής στον επενδυτικό νόμο 3299/2004 αντίστοιχων επενδυτικών σχεδίων, παρ’ όλο που οι αιτήσεις αυτές πληρούν τα νόμιμα κριτήρια, ενώ στο σώμα των σχετικών αποφάσεων παρατίθεται συνήθως συνοπτική και πανομοιότυπη αιτιολογία, γεγονός που προξενεί εύλογα ερωτηματικά σε σχέση με το κατά πόσο έχει πραγματοποιηθεί ουσιαστική εξέταση και αξιολόγηση των εν λόγω αιτήσεων. Σημειωτέον ότι η πλειοψηφία των εν λόγω επενδυτικών σχεδίων έχει ήδη υλοποιηθεί, πληρώντας τα εκ του νόμου οριζόμενα κριτήρια και ιδίως το ελάχιστο απαιτούμενο ύψος των επενδύσεων. Στην περίπτωση αυτή, καθίσταται απαραίτητη η προσβολή, δια εξειδικευμένων νομικών ενεργειών, της απορριπτικής απόφασης, τόσο ενώπιον της αρμόδιας εκδούσας διοικητικής αρχής όσο και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων εντός αποκλειστικής χρονικής προθεσμίας.
5. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η διαδικασία υπαγωγής στις διατάξεις του εν λόγω αναπτυξιακού νόμου χαρακτηρίζεται συχνά στην πράξη από πολλαπλές νομικές πλημμέλειες από την πλευρά των αρμόδιων φορέων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Έναντι των πλημμελειών αυτών, ο επενδυτής δύναται εντός συγκεκριμένων προθεσμιών να αμυνθεί κάνοντας χρήση των δυνατοτήτων και των μέσων προστασίας που παρέχει ο νόμος για τις περιπτώσεις παραβίασης των κείμενων υποχρεώσεων.
Επιμέλεια στήλης: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)