Το «πράσινο φως» της Κομισιόν και η μεγάλη ανισορροπία: Τι σημαίνει το νέο σχήμα στήριξης ΑΠΕ για τα μικρά φωτοβολταϊκά
του Νίκου Πανόπουλου

Το «πράσινο φως» της Κομισιόν και η μεγάλη ανισορροπία: Τι σημαίνει το νέο σχήμα στήριξης ΑΠΕ για τα μικρά φωτοβολταϊκά

17 08 2026 | 08:37

Το «πράσινο φως» που φαίνεται να δίνει εντός 2026 η Κομισιόν στο νέο ελληνικό σχήμα στήριξης ΑΠΕ δεν είναι απλά ένα ακόμη τεχνικό βήμα στην αδειοδοτική αλυσίδα. Είναι η επισφράγιση μιας αλλαγής φιλοσοφίας που, αν διαβαστεί προσεκτικά, αποκαλύπτει μια βαθιά ανισορροπία ανάμεσα στους παλαιότερους και τους νέους παραγωγούς ΑΠΕ.

Τι προτείνει η κυβέρνηση. Το σχήμα προβλέπει δημοπράτηση συνολικής ισχύος 4,5 GW, εκ των οποίων έως 3 GW κατευθύνονται σε αιολικά έργα μέσω ταρίφας — δείχνοντας ξεκάθαρα πού βρίσκεται το πολιτικό βάρος. Πέρα από την ισχύ, η ουσιαστική καινοτομία είναι θεσμική: η πάγια λογική «όροι σύνδεσης → ηλεκτρικός χώρος → διαγωνισμός → ενίσχυση» αντιστρέφεται σε «διαγωνισμός → επιλογή βιώσιμου έργου → εγγυημένο έσοδο + ηλεκτρικός χώρος». Ο ηλεκτρικός χώρος, το πιο σπάνιο αγαθό του συστήματος, δεν είναι πλέον προϋπόθεση εισόδου αλλά έπαθλο νίκης.

Το παράδοξο για τα μικρά ΦΒ. Το νέο καθεστώς δεν σχεδιάστηκε για να λύσει το πρόβλημα των υφιστάμενων μικρών ΦΒ, αλλά για να κατευθύνει νέο κεφάλαιο εκεί όπου το σύστημα το χρειάζεται, θέτοντας ως προαπαιτούμενο για τα νέα έργα την αποθήκευση. Τα υφιστάμενα ΦΒ έχουν ήδη επενδεδυμένο κεφάλαιο και σύνδεση, αλλά υφίστανται περικοπές, μηδενικές/αρνητικές τιμές και πλήρη market risk, χωρίς καμία νέα αποζημίωση. Τα νέα έργα, αντίθετα, αποκτούν storage, εγγυημένο έσοδο μέσω CfD και μειωμένο ρίσκο εξαρχής.

Η πολιτική αντίφαση. Το κράτος αναγνωρίζει έμμεσα ότι το μοντέλο χωρίς επαρκή αποθήκευση δημιουργεί πρόβλημα βιωσιμότητας — και για τα νέα έργα απαντά με CfD και εγγυημένο έσοδο. Για τα παλαιά, το ίδιο πρόβλημα παραμένει άλυτο, χωρίς σύνδεση με το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 για την αποζημίωση περικοπών. Η αντίφαση γίνεται πιο δυσανάλογη αν δούμε ότι το ίδιο το ΥΠΕΝ έχει ήδη υποβάλει στη DG Comp το νέο καθεστώς CfD για ΑΠΕ και behind-the-meter αποθήκευση μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών της ΡΑΑΕΥ — σχήμα που ευνοεί κυρίως αιολικά έργα μεγάλων παικτών, όχι μικροεπενδυτές. Ο ίδιος ο υφυπουργός κ. Τσάφος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι καμία επένδυση δεν πρέπει να απαλλάσσεται από το επιχειρηματικό ρίσκο, επικαλούμενος την ανάγκη να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος με τις υψηλές αποδόσεις των ΦΒ που πληρώνει ο καταναλωτής. Αν, όμως, για τους μεγάλους επενδυτές του 2030 κρίνεται εύλογη η μείωση επιχειρηματικού ρίσκου μέσω κρατικού μηχανισμού CfD, δεν εξηγείται πειστικά γιατί η διασφάλιση βιωσιμότητας των μικροπαραγωγών το 2026 αντιμετωπίζεται ως αντίθετη στην «υγιή επιχειρηματικότητα». Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι απλά ποιος πληρώνει το κόστος των περικοπών, αλλά πώς ένα καθεστώς στήριξης που αποτυγχάνει να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα και το εύλογο κέρδος —τον βασικό σκοπό ύπαρξής του— μπορεί ακόμη να παρουσιάζεται ως επαρκής απάντηση στο επιχειρηματικό ρίσκο των παραγωγών.

Η συγκέντρωση της αγοράς. Υπάρχει και μια τρίτη, λιγότερο συζητημένη διάσταση: οι καθετοποιημένοι ή ευρύτεροι ενεργειακοί όμιλοι δεν εξαρτώνται μονοδιάστατα από τη βιωσιμότητα ενός μεμονωμένου ΦΒ σταθμού, καθώς έχουν άμεση πρόσβαση στα έσοδα της προμήθειας, δηλαδή στην τσέπη του καταναλωτή. Αυτό τους δίνει και κερδοφορία και πιστοληπτική επάρκεια να εξαγοράζουν σταθμούς μικρομεσαίων παραγωγών που πιέζονται οικονομικά. Οι μη καθετοποιημένοι μικροπαραγωγοί, αντίθετα, στηρίζονται αποκλειστικά σε ένα ελεγχόμενο και προβλέψιμο —αλλά, όπως δείχνει η πράξη, ανεπαρκές— έσοδο στήριξης, χωρίς καμία άλλη διαφυγή. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς διασφαλίζεται ο ανταγωνισμός προς όφελος του καταναλωτή, όταν εξαφανίζονται οι μικροεπενδυτές ελεγχόμενου κόστους και μεγενθύνεται η θέση των καθετοποιημένων ομίλων. Το ίδιο ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και για το νέο σχήμα: σε έναν διαγωνισμό όπου η οικονομική επάρκεια και η τεχνική/νομική υποστήριξη μετράνε, ποιος έχει πραγματικά πλεονέκτημα να τον κερδίσει — ο μικροεπενδυτής ή ο ήδη καθετοποιημένος όμιλος;

Το ερώτημα της διαφάνειας. Όταν η πρόσβαση στον ηλεκτρικό χώρο δεν προκύπτει από αντικειμενικά τεχνικά κριτήρια αλλά από «επιλογή του πιο βιώσιμου έργου» σε διαγωνισμό, μετατοπίζεται σημαντικός βαθμός διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση που αξιολογεί — και εν προκειμένω στο ΥΠΕΝ, που διατηρεί καθοριστικό ρόλο τόσο στον σχεδιασμό των όρων όσο και στην τελική έγκριση των αιτήσεων. Αυτό δεν είναι πρόβλημα αυτό καθαυτό· γίνεται πρόβλημα όταν τα κριτήρια αξιολόγησης δεν είναι εξαρχής πλήρως δημόσια, μετρήσιμα και ελέγξιμα. Η ελληνική εμπειρία με διαδοχικές γενιές αδειοδότησης ΑΠΕ δεν δικαιώνει πάντα την εμπιστοσύνη σε τέτοιους μηχανισμούς: η ασάφεια ανοίγει περιθώρια για πρακτικές που θυμίζουν παλιότερες, γνωστές παθογένειες του ελληνικού κράτους, όπου η πρόσβαση σε σπάνιους πόρους καθορίζεται λιγότερο από αντικειμενικά κριτήρια και περισσότερο από εγγύτητα σε κέντρα απόφασης. Η δημοσίευση κριτηρίων, μεθοδολογίας βαθμολόγησης και πρακτικών αξιολόγησης, πλήρως και εκ των προτέρων, είναι η μόνη εγγύηση ώστε η «βιωσιμότητα» ενός έργου να επαληθεύεται από κάθε ενδιαφερόμενο και όχι να εξαρτάται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Από «πόσα GW» σε «ποια ΑΠΕ, πού, πώς». Το ερώτημα της πολιτικής μετατοπίζεται από το πόσα GW μπορούμε να εγκαταστήσουμε σε ποια ΑΠΕ, πού, με ποια σχέση με το δίκτυο και με ποιο μοντέλο εσόδων — μια αντικειμενικά ωριμότερη προσέγγιση σχεδιασμού. Ωριμότητα στον σχεδιασμό των νέων έργων, όμως, δεν σημαίνει αυτόματα δικαιοσύνη απέναντι στους υφιστάμενους παραγωγούς: το κράτος είναι έτοιμο να προσφέρει στα νέα έργα 25ετή ενίσχυση, CfD και εγγυημένη πρόσβαση, ενώ οι παλαιοί παραγωγοί αντιμετωπίζουν περικοπές και πλήρη έκθεση στην αγορά. Αυτή η διαφορά μεταχείρισης είναι, κατά την εκτίμησή μας, το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα του νέου σχήματος.

Ένα επιχείρημα για μεταβατική ρύθμιση. Το νέο πρόγραμμα μπορεί, παραδόξως, να αποδειχθεί το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ μιας ειδικής μεταβατικής ρύθμισης για τα υφιστάμενα μικρά ΦΒ — όχι με τη λογική «θέλουμε την ίδια ταρίφα», αλλά με στέρεη βάση: η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει πλέον, μέσα από τον σχεδιασμό του, ότι η έκθεση των ΑΠΕ στο ακραίο market risk δεν είναι βιώσιμη, και γι’ αυτό δημιουργεί μακροχρόνιο μηχανισμό εγγυημένου εσόδου για τα νέα έργα. Δεν είναι, συνεπώς, λογικό οι παλαιότερες επενδύσεις —που έγιναν με την ενθάρρυνση του ίδιου του κράτους— να παραμείνουν χωρίς κανέναν μηχανισμό προστασίας απέναντι στις νέες συστημικές στρεβλώσεις που το ίδιο το κράτος σήμερα αναγνωρίζει και επιχειρεί να διορθώσει, μόνο για όσους έρχονται τώρα.

Νίκος Πανόπουλος

Αναλυτής της ενεργειακής αγοράς

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM