Συμβάσεις Λειτουργικής Ενίσχυσης και δυνατότητα αναστολής από σταθμούς ΑΠΕ – Εξίσωση με πολλούς αγνώστους
Με την ψήφιση του (όχι και τόσο πρόσφατου πλέον) Ν. 5037/2023 τον περασμένο Μάρτιο και υπό την πίεση των ενεργειακών και οικονομικών συγκυριών της προηγούμενης διετίας, ο νομοθέτης επέλεξε να δώσει στους παραγωγούς ΑΠΕ ένα νέο χρήσιμο εργαλείο. Οι αυστηρές προϋποθέσεις που έθεσε, ωστόσο, για την χρήση του εργαλείου αυτού, περιορίζουν (και ορθώς) το πεδίο εφαρμογής του.
Πρόκειται για τη δυνατότητα που δίνεται πλέον σε κάποιους παραγωγούς να ζητήσουν την αναστολή της σύμβασής τους (εφόσον πρόκειται για Σύμβαση Λειτουργικής Ενίσχυσης) για διάστημα που μπορεί να φτάνει έως και τα δυο έτη (άρ. 12Α παρ. 3Α Ν. 4414/2016). Το δικαίωμα αυτό, όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι παρέχεται από το νόμο με ιδιαίτερη φειδώ. Πράγματι, θα πρέπει η υπό αναστολή σύμβαση με το Διαχειριστή να έχει υπογραφεί το αργότερο έως την 31.12.2023 και, το σημαντικότερο, θα πρέπει η άδεια λειτουργίας του σταθμού (ή η ενεργοποίηση της σύνδεσής του σε περίπτωση Εξαιρούμενου) να είναι πολύ πρόσφατη. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του νόμου, η επίμαχη διετία άρχεται από την έκδοση της άδειας λειτουργίας (ή την ενεργοποίηση σύνδεσης σε περίπτωση Εξαιρούμενου), καθιστώντας έτσι το μέτρο άνευ αντικειμένου για παλαιοτέρους σταθμούς.
Υπενθυμίζεται ότι, με παλαιότερο νόμο, ήδη από το 2016, είχε δοθεί στους παραγωγούς η δυνατότητα να προχωρήσουν σε οριστική λύση των συμβάσεων τους με τον εκάστοτε Διαχειριστή και να εισέλθουν στην αγορά. Η δυνατότητα αυτή που βρίσκει εφαρμογή τόσο στις Συμβάσεις Λειτουργικής Ενίσχυσης (ΣΕΔΠ/ΣΕΣΤ) όσο και στις παλαιότερες Συμβάσεις Πώλησης (ΣΠΗΕ), υπόκειται ασφαλώς σε περιορισμούς οικονομικούς (όπως λ.χ. ο σταθμός να μην έχει λάβει επενδυτική ενίσχυση), αλλά και χρονικούς (δεν θα πρέπει να έχει περάσει διάστημα άνω της τετραετίας από την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού). Τη λύση αυτή, όμως, φαίνεται ότι απέρριψε η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών, επιλέγοντας τη σταθερότητα έναντι των πρόσκαιρα υψηλών τιμών.
Από τη νέα δυνατότητα (της αναστολής), λοιπόν, ευνοούνται οι νέοι παραγωγοί, τα πιο «φρέσκα» έργα, κάτι που ασφαλώς δικαιολογείται αν αναλογιστεί κανείς ότι, αφενός αυτοί δεν έχουν εξασφαλίσει τόσο υψηλές τιμές όσο οι παλαιότεροι παραγωγοί, αφετέρου την τελευταία διετία και ιδίως με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, τα κατασκευαστικά κόστη έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, συνθήκη που έθεσε σε κίνδυνο την ομαλή κατασκευή μεγάλου αριθμού έργων. Είναι βέβαιον ότι ο νομοθέτης συνεκτίμησε τις έκτακτες αυτές περιστάσεις, όταν θέσπισε την πρόσκαιρη δυνατότητα της αναστολής της σύμβασης.
Ανεξαρτήτως πάντως του ποια ανάγκη ήρθε να καλύψει η παρούσα ρύθμιση, ο σημαντικότερος προβληματισμός που ανακύπτει, τουλάχιστον από νομικής πλευράς, είναι η τυχόν προηγούμενη εκχώρηση των συμβάσεων. Οι περισσότεροι παραγωγοί χρηματοδοτούν τα έργα τους δια τραπεζικού δανεισμού. Προς εξασφάλιση των τραπεζών, εκχωρούν προς αυτές τα δικαιώματά τους, που απορρέουν από τις συμβάσεις με τον Διαχειριστή. Στην πράξη, εκχωρούν το μηνιαίο έσοδό τους και ο Διαχειριστής καταβάλλει το τίμημα της σύμβασης απευθείας στην τράπεζα.
Είναι νόμιμη, λοιπόν, η αναστολή μιας σύμβασης, τα δικαιώματα της οποίας έχουν εκχωρηθεί σε τρίτον, χωρίς τη συναίνεση του τρίτου αυτού; Θα δεχθούν οι τράπεζες να απεμπολήσουν ένα βέβαιο έσοδο έναντι των εσόδων από την αγορά, που μπορεί μεν να είναι αυξημένα, πλην όμως παραμένουν αβέβαια; Έτι περαιτέρω, θα δεχθούν να χάσουν την ασφάλεια που προσφέρει ο ΔΑΠΕΕΠ ως αντισυμβαλλόμενος και να εισέλθουν σε ένα σχήμα πληρωμών με μοναδικό οφειλέτη τον ΦοΣΕ του εκάστοτε παραγωγού; Και αν το δεχθούν, υπό ποιες εγγυήσεις; Τα ερωτήματα πολλά και δυσεπίλυτα.
Καλές, λοιπόν, οι προθέσεις του νομοθέτη να βοηθήσει τους παραγωγούς με το εν λόγω - τρόπον τινά έκτακτο - μέτρο, η πρακτική εφαρμογή του όμως καθίσταται εξίσωση με πολλούς αγνώστους.
*Η Αναστασία Ρήγα είναι Δικηγόρος - LLM Αστικού Δικαίου και μέλος Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ