Στην Επιτροπή Ανταγωνισμού στέλνει η ΡΑΕ τα ναυτιλιακά καύσιμα
Έλλειψη επαρκών στοιχείων για τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται από τα διυλιστήρια το κόστος τήρησης των στρατηγικών αποθεμάτων ασφαλείας επικαλείται η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και στέλνει στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, προς περεταίρω διερεύνηση, υπόθεση ναυτιλιακών καυσίμων της οποίας επιλήφθηκε.
Πρόκειται για αναφορές που είχε κάνει προς της ΡΑΕ τον Σεπτέμβριο του 2010 και το Μάρτιο του 2011 η ακτοπλοϊκή εταιρεία ATTICA GROUP, για τις οποίες έβγαλε απόφαση η Αρχή. Σύμφωνα με τις καταγγελίες της εταιρείας, τα ΕΛΠΕ αποτελούν το μοναδικό προμηθευτή ναυτιλιακού καυσίμου χαμηλού θείου για τις ακτοπλοϊκές εταιρείες, καύσιμο το οποίο οι εταιρείες αυτές είναι υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν σύμφωνα με την Κοινοτική νομοθεσία. Κατά την ATTICA GROUP, αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά των ΕΛ.ΠΕ. «η συνεχής αύξηση των τιμών περιθωρίων κέρδους (premia) χωρίς αιτιολόγηση».
Τα ίδια επιχειρήματα επικαλείτο και ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) σε επιστολή του προς τη ΡΑΕ τον Ιανουάριο του 2012.
Οι καταγγελίες ωστόσο δεν επιβεβαιώθηκαν, καθώς, όπως αναφέρεται στην απόφαση της ΡΑΕ:
- Τα ΕΛ.ΠΕ. δεν αποτελούν το μοναδικό προμηθευτή ναυτιλιακού καυσίμου χαμηλού θείου στην ελληνική αγορά, παρότι το μερίδιο αγοράς τους είναι υψηλό και στις τρεις υποκατηγορίες (δηλαδή στο πετρέλαιο χαμηλού θείου, το μαζούτ χαμηλού θείου, και το μαζούτ υψηλού θείου), για όλα τα έτη που εξετάστηκαν (2008, 2009 και 2010). Το μερίδιο αγοράς κυμαίνεται, ανάλογα με τον τύπο καυσίμου, από 60% έως 95%.
- Σε ότι αφορά την εξέλιξη του ύψους της προσαύξησης (premia), κατά την εξεταζόμενη περίοδο, προκύπτει ότι η προσαύξηση αυτή μεταβλήθηκε και ανοδικά, αλλά και καθοδικά.
Όπως, όμως, σημειώνει η απόφαση της ΡΑΕ, με βάση τα στοιχεία που εξέτασε η Αρχή, προκύπτει ότι η μεταβολή στην προσαύξηση, και για τους τρεις τύπους καυσίμου, οφείλεται στη μεταβολή του μεταβλητού κόστους τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, δεδομένου ότι τόσο το εμπορικό περιθώριο κέρδους, όσο και το σταθερό κόστος τήρησης των αποθεμάτων, παρέμειναν πρακτικά αμετάβλητα κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η διερεύνηση των κοστολογικών στοιχείων που δηλώνουν τα διυλιστήρια όσον αφορά την τήρηση στρατηγικών αποθεμάτων, δεν είναι απολύτως εφικτή, καθώς τα στρατηγικά αποθέματα (αυτά δηλαδή που είναι υποχρεωμένα να κρατούν τα διυλιστήρια στις αποθήκες τους με βάση το νόμο) τηρούνται μαζί με τα λειτουργικά αποθέματα, αυτά δηλαδή που έχει η επιχείρηση για την εμπορική δραστηριότητά της και για την κάλυψη των αναγκών των πελατών της.
Πρόκειται για το γνωστό θέμα για την αντιμετώπιση του οποίου έχει προταθεί η λύση της δημιουργίας κεντρικού φορέα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας. Τα ΕΛΠΕ μάλιστα έχουν υποστηρίξει τη λύση αυτή που εφαρμόζεται σε 20 άλλες χώρες της Ε.Ε. Υποστηρίζουν ωστόσο ότι «η χρέωση για την τήρηση αποθεμάτων ασφαλείας γίνεται με τρόπο λεπτομερή και απολύτως διαφανή σε επίπεδα συγκρίσιμα, αν όχι χαμηλότερα, από αυτά που χρεώνουν πολλοί λειτουργούντες ευρωπαϊκοί φορείς τήρησης αποθεμάτων». Σημειώνουν μάλιστα ότι, ανεξάρτητα από το ποιος τηρεί τα αποθέματα ασφαλείας (φορέας ή εισαγωγείς), το κόστος τήρησής τους μετακυλίεται τελικά στον καταναλωτή.
Σε κάθε περίπτωση, η ΡΑΕ, λόγω των υψηλών μεριδίων των ΕΛ.ΠΕ. στη συγκεκριμένη αγορά ναυτιλιακών καυσίμων, και μη μπορώντας η ίδια να προχωρήσει σε περεταίρω κοστολογικούς ελέγχους, παρέπεμψε το θέμα στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, «για περαιτέρω διερεύνηση πιθανής κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, λόγω ενδεχόμενης υπερτιμολόγησης, καθώς η ανάλυση αυτή εκφεύγει των αρμοδιοτήτων της» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην απόφαση.