Στα όρια της λογικής: Η τελευταία μεγάλη μπλόφα του κ. Ερντογάν στο Συριακό;

Στα όρια της λογικής: Η τελευταία μεγάλη μπλόφα του κ. Ερντογάν στο Συριακό;

Στα όρια της λογικής: Η τελευταία μεγάλη μπλόφα του κ. Ερντογάν στο Συριακό;
22 02 2016 | 08:07

Η έναρξη συστηματικών βομβαρδισμών από την πλευρά του τουρκικού πυροβολικού εναντίον θέσεων των Κούρδων μαχητών της Συρίας (YPG) στις 13 Φεβρουαρίου, σε συνδυασμό με την απόπειρα της Άγκυρας να χρησιμοποιήσει την τρομοκρατική επίθεση της 17ης Φεβρουαρίου για να νομιμοποιήσει το ενδεχόμενο χερσαίας επέμβασής της βορείως του Χαλεπίου, έχουν ανεβάσει απότομα το θερμόμετρο της Συριακής κρίσης. Τα τουρκικά πλήγματα που δεν φαίνεται να έχουν ανακόψει το στρατηγικό στόχο της από βορά περικύκλωσης του Χαλεπίου από τις φιλο-Ασαντικές δυνάμεις και τους peshmerga του YPG, παρεμηνεύθηκαν από πολλούς ως μια ακόμη επίδειξη τουρκικής ισχύος. Στην πραγματικότητα οι κρότοι των πυρών του πυροβολικού δεν μπορούν να κατασιγάσουν την εκωφαντική αποτυχία της Συριακής στρατηγικής του τούρκου προέδρου μετα το τραγικό του λάθος να καταρρίψει το ρωσικό Su-24.

            Παρά τις λεονταριστικές δηλώσεις της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας ότι θα επέμβει στρατιωτικά ακόμη και σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, των οποίων τη στήριξη προσπαθεί ανεπιτυχώς να επιστρατεύσει σε περίπτωση που χτυπηθούν τουρκικές δυνάμεις εντός συριακού εδάφους, η Τουρκία έρχεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της στρατηγικής της μυωπίας. Πέραν από τον προφανή εντυπωσιασμό η τουρκική αντίδραση στο κίνδυνο να περικυκλωθεί το Χαλέπι -και μάλιστα από κουρδικές δυνάμεις- είναι δυσανάλογη του στρατηγικού κινδύνου που κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τον αντιασαντικό συνασπισμό αλλά και τα ίδια τα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας, καθώς θα δημιουργήσουν έναν ασφαλή διάδρομο επικοινωνίας του δυτικότατου κουρδικού θύλακα του Afrin με την αιχμή του δόρατος των κυβερνητικών δυνάμεων στο μέτωπο του Χαλεπίου από την Deir Jamal και την Tall Rifaat στα ανατολικά έως το βασικό κέντρο ανεφοδιασμού που βρίσκεται στα δυτικά στην αεροπορική βάση του Kuweires.

            Πρίν από την έναρξη της τελευταίας φάσης προώθησης των κυβερνητικών δυνάμεων ο κουρδικός θύλακας στο Afrin ήταν εντελώς περικυκλωμένος από την τουρκική μεθόριο στο βορά και τα δυτικά, τις τουρκομανικές και αντιασαντικές δυνάμεις που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας Idlib στα Νoτιοανατολικά και τα Ανατολικά προς την κατεύθυνση του Χαλεπίου και τη Συριακή Al-Qaeda (Jabat al-Nusra) στα Νοτιοδυτικά, που πλέον τείνει να αναδειχθεί ως η ισχυτότερη αντιπολιτευτική ομάδα στο εσωτερικό του Χαλεπικού μετώπου. Η προώθηση των δυνάμεων του Άσαντ σπάει αυτήν την απομόνωση και σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή προέκταση του ελέγχου του YPG εις βάρος του ISIS κατα μήκος σχεδόν του συνόλου της υπολοιπόμενης τουρκοσυριακής μεθορίου μετά τη νίκη τους στη μάχη του Κομπανί (Νοέμβριος 2014-Μάρτιος 2015), δίνουν σάρκα και οστά σε έναν από τους χειρότερους τουρκικούς εφιάλτες: τη δημιουργία μιας de facto ανεξάρτησης τουρκο-κουρδικής μεθορίου από τη Μεσόγειο Θάλασσα έως την Τουρκο-Ιρανική μεθόριο. Το μόνο που παρεμβάλλεται πλέον μεταξύ του Afrin και των ανατολικών περιοχών της Rojava, όπως ιστορικά ονομάζεται η περιοχή του Συριακού Κουρδιστάν είναι μια πολύ στενή λωρίδα γής που ελέγχεται από ένα μείγμα τουρκομάνων και λοιπών αντιασαντικών δυνάμεων και της εναπομείνουσας παρουσίας του ISIS. Η Ασαντική στρατηγική μετά την περικύκλωση του Χαλεπίου θα είναι να χτυπήσει από κοινού με το YPG το επίκεντρο της ισχύος του ISIS στη Συρία που εντοπίζεται στην al-Raqqa έστι ώστε να υποχρεώσει το ISIS να αποσύρει τις δυνάμεις του από την τουρκο-συριακή μεθόριο αφίνοντας την περιοχή ανοικτή στο YPG.

 

 
 

 

 

 

            Εως και την 30η Σεπτεμβρίου 2015, όταν και ξεκίνησε η ρωσική στρατιωτική επέμβαση, η Άγκυρα θεωρούσε ότι θα μπορούσε με ευκολία να εμποδίσει την ένωση των κούρδων του Afrin είτε με τις δυνάμεις του Άσαντ είτε με τους ομοεθνείς τους. Ακόμη και έως την 24η Νοεμβρίου 2015 η Μόσχα ήταν επικεντρωμένη κυρίως εναντίον των δυνάμεων της αντι-ασαντικής αντιπολίτευσης και της Συριακής Al-Qaeda και δεν είχε κάνει σχεδόν τίποτε για να συνδράμει επιχειρησιακά το YPG. Μετά την πτώση του Su-24 η Μόσχα υπήρξε η πρώτη χώρα που παρήχε στο YPG ένα βαθμό “διπλωματικής” αναγνώρισης επιτρέποντας του να ανοίξει (10/02/2016) γραφείο πολιτικής αντιπροσώπευσής του στη Μόσχα, ενώ μπορεί να προχωρήσει στην κατασκευή δεύτερης αεροπορικής βάσης στον ανατολικό άκρο της Rojava πλησίον της περιφερειακής πρωτεύουσας του Qamishli. Πλέον η ρωσική αεροπορία υποστηρίζει επιχειρησιακά και τις δυνάμεις του YPG κατά τρόπο εμφανή και συστηματικό τόσο κατά του ISIS όσο και στο μέτωπο του Χαλεπίου κάτι που θα επαναληφθεί και στην επερχόμενη εντός του 2016 επίθεση στην Al-Raqqa.

            Η τουρκική απρονοησία άλλαξε άρδην την επιχειρησιακή τακτική της ρωσικής αεροπορίας στη Συρία σε καταλυτικό βαθμό και έδωσε στη Μόσχα ένα αναπάντεχο στρατηγικό δώρο: την πρόφαση να εγκαταστήσει στην περιοχή το υποστρατηγικό αντιβαλλιστικό/αντιαεροπορικό σύστημα S-400 Triumph η εμβέλεια των ραντάρ του οποίου φτάνουν τα 600χλμ. Έκτοτε όπως κατέστησε σαφές ο ρώσος πρόεδρος κάθε αεροπορική επιδρομή των ρωσικών βομβαρδιστικών θα συνοδεύεται από ανάλογο αριθμό μαχητικών αεροσκαφών που θα καθιστούν αδιανόητη μια νέα εμπλοκή, ενώ η όλη επιχείρηση θα προστατεύεται σε επίπεδο αεράμυνας από το S-400 Triumph που μπορεί να καταστρέψει τον οποιοδήποτε εχθρικό στόχο σε απόσταση 400χλμ. Στην ουσία ο ίδιος ο κ.Ερντογάν αχρήστευσε τη χρήση της τουρκικής αεροπορίας στο Συριακό μέτωπο καθώς είναι νομίζω εμφανές ότι ενδεχόμενος αεροπορικός βομβαρδισμός κουρδικών ή ασαντικών θέσεων εντός Συρίας ή οποιαδήποτε άλλη τουρκική στρατιωτική περιπέτεια θα απαντηθεί στον αέρα από τη Ρωσία και στο έδαφος από το Ιράν. Ο Ερντογάν πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει αυτήν την επικινδυνότητα και για αυτόν ακριβώς το λόγο προσπαθεί να εμπλέξει μέσω της δημιουργίας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Συρία τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και τους περιφερειακούς συμμάχους της Ουάσινγκτον στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρήσε κάτι τέτοιο.

            Η κατάρριψη του Su-24 τον Νοέμβριο του 2015 και η προσπάθεια της Άγκυρας να προκαλέσει αμερικανική αεροπορική επίθεση κατά του Άσαντ λόγω της υποτιθέμενης χρήσης χημικών όπλων από την πλευρά του καθεστώτος τον Μάρτιο-Απρίλιο 2013 κατά την μάχη της πόλης Ghouta, αποτέλεσαν τις δύο πιο κραυγαλέες απόπειρες εμπλοκής των Αμερικανών. Η τρίτη απόπειρα θα είναι η προσπάθεια σύνδεσης του YPG με την τρομοκρατική επίθεση της 17ης Φεβρουαρίου 2016 αλλά ασχέτως του εάν θα καταφέρει να πείσει την Ουάσινγκτον, η Τουρκία δεν υπάρχει περίπτωση να πείσει το ΝΑΤΟ να την υπερασπισθεί εκτός της ζώνης επιχειρήσεων της Ατλαντικής Συμμαχίας. Το άρθρο 5, η λεγόμενη συλλογική ρήτρα ασφαλείας του ΝΑΤΟ μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που απειληθεί η εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους-μέλους λόγω εξωτερικής επίθεσης.

            Τώρα εάν ο Ερντογάν θα επιχειρήσει να επικαλεσθεί την 17η Φεβρουαρίου 2016 με τον ίδιο τρόπο που επικαλέσθηκαν οι ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου 2011, έχει μικρή σημασία όταν από την άλλη πλευρά της μεθορίου περιμένει η ρωσική αεροπορία. Αλήθεια -και τηρουμένων των αναλογιών- θα εισέβαλλαν οι ΗΠΑ στο Ταλιμπανικό Αφγανιστάν το 2011 εάν κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα πολεμούσαν με τις ειδικές δυνάμεις των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης και τη ρωσική αεροπορία και αεράμυνα επιπέδου S-400;  Εδώ ο κ.Ερντογάν δεν μπόρεσε να πείσει τους Αμερικανούς να αναγνωρίσουν το YPG ως τρομοκρατική οργάνωση και θα τους πείσει να τον προστατεύσουν σε περίπτωση που χτυπηθεί από ρωσικά και ιρανικά πυρά εντός συριακού εδάφους?

            Επειδή ακριβώς η απονομιμοποίηση της τουρκικής πολιτικής στο Συριακό είναι ενδημική και ιδιαιτέρως εκτατεμένη ακόμη και εντός ΝΑΤΟϊκών κύκλων ο κ.Ερντογάν προσπαθεί να “στριμώξει τους Αμερικανούς” παρουσιάζοντας για πολλοστή φορά την ιδέα επιβολής μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων (της ρωσικής προφανώς αεροπορίας) που εν συνεχεία θα επεκταθεί στο συριακό έδαφος βορείως του Χαλεπίου. Αυτή τη φορά βρήκε έναν σημαντικό σύμμαχο να στηρίξει/νομιμοποιήσει αυτήν του την πρωτοβουλία στο πρόσωπο της Σαουδικής Αραβίας.

            Το Ριάντ “τρομοκρατημένο” από την πλήρη άρση των διεθνών κυρώσεων εναντίον του Ιράν και τη διακοπή των διπλωματικών του σχέσεων με την Τεχεράνη ύστερα από την εκτέλεση του σιίτη Sheink Nimr (02/01/2016), έσπευσε με εξίσου “πολεμοχαρείς” τόνους να υπερθεματίσει την τουρκική πρόταση. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να απειλήσει ότι θα στείλει και χερσαία στρατεύματα στη Συρία την ώρα που δεν έχει στείλει ούτε ένα στρατιώτη στη γειτονική της Υεμένη. Όταν οι ΗΠΑ μάλλον δεν εντυπωσιάσθηκαν από τη Σαουδαραβική απειλή το Ριάντ αναδιπλώθηκε, αναλογιζόμενο με περισσότερη νηφαλιότητα το τι θα συνεπάγετο για τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και την προσπάθεια του ΟΠΕΚ να συντονίσει τη μείωση της παραγωγής του, μια απευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη στα μέτωπα της Συρίας.

            Ο κ.Ερντογάν βρίσκεται ενός μεγάλου στρατηγικού αδιεξόδου και μπορεί εάν επιμείνει στην παρούσα πορεία του να δώσει στο YPG εκείνο που ακριβώς ο ίδιος απεύχεται, ιδίως όταν έχει ανοικτό, το κυριολεκτικώς φλέγον μέτωπο του με το ΡΚΚ. Κανείς δεν φαίνεται να πιστεύει οτι τούρκος πρόεδρος θέλει να συμβάλλει στην ουσιαστική καταπολέμηση του ISIS όπως ο ίδιος ευαγγελίζεται αλλά ακόμη και εάν το ήθελε θα είναι πολύ δύσκολο να του επιτραπεί να το κάνει όταν διατηρεί τις εχθρικές σχέσεις που διατηρεί αφενός με τη Μόσχα και αφετέρου με το YPG.

            Η λύση σε αυτό το στρατηγικό αδιέξοδο μπορεί να αναζητηθεί από την πλευρά του τούρκου προέδρου στο προσφυγικό ζήτημα. Ο Ερντογάν προσπαθεί να πείσει τους Ευρωπαίους και την πανικόβλητη κα.Μέρκελ ότι η δημιουργία μιας τέτοιας ζώνης εντός Συριακού εδάφους θα αποσυμφορήσει το προσφυγικό και για αυτόν ακριβώς το λόγο, όταν τον επισκέφθηκε η γερμανίδα καγγελάριος την περασμένη εβδομάδα έκλεισε τα σύνορα σε 60.000 πρόσφυγες που επιχειρούσαν να διαφύγουν από το Χαλέπι απαντώντας στους επικριτές του με τη διπλωματική αβρότητα που τον χαρακτηρίζει τονίζοντας ότι “στο κούτελο μας δεν αναγράφεται η λέξη ηλίθιος”  (EU Observer, 11/02/2016). Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί το προσφυγικό κατά τρόπο που θέλει να υποχρεώσει τους ίδιους τους Ευρωπαίους να αναγράψουν στο κούτελο τους τον προαναφερθέντα χαρακτηρισμό. Για αυτόν ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να υπάρξει καμία απολύτως περαιτέρω παραχώρηση προς την Τουρκία ούτε στο επίπεδο των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων ούτε στο επίπεδο της περαιτέρω οικονομικής βοήθειας έως ότου αρχίσει να υλοποιεί τη συμφωνία του περασμένο Δεκεμβρίου και να ανακόψει στην πράξη τις μεταναστευτικές ροές. Με την έναρξη των ΝΑΤΟϊκών περιπολιών στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, ας ελπίσουμε ότι η Τουρκία θα υποχρεωθεί να επανεισδέχεται άμεσα τους μετανάστες που διασώζονται και θα συμπεριφερθεί επι τέλους ως πολιτισμένο κράτος. Δυστυχώς μάλλον με την ελπίδα πάλι θα μείνουμε...

O Δρ. Θεόδωρος Τσακίρης είναι Επίκουρος Καθηγητής Γεωπολιτικής & Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM