Ρήγμα στους κόλπους του ΙΕΑ: Καμία απόφαση για τους κλιματικούς στόχους - Η αμερικανική βόμβα και η στροφή στην ενεργειακή ασφάλεια
Με μία εκκωφαντική αλλά και αμήχανη σιωπή ολοκληρώθηκε η υπουργική συνάντηση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας την περασμένη εβδομάδα στο Παρίσι.
Για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) δεν κατάφερε να εκδώσει ένα κοινό ανακοινωθέν μετά την εξαμηνιαία του σύνοδο. Αντί γι’ αυτό, οι αντιπροσωπείες αποχώρησαν από το Παρίσι με μια «σύνοψη της προεδρίας» — έναν διαδικαστικό συμβιβασμό που ανέδειξε τις αυξανόμενες διαιρέσεις σχετικά με το πώς, και αν, θα πρέπει να επιδιωχθεί η επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών.
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρέθηκε ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, ο οποίος χρησιμοποίησε τη διήμερη συνάντηση για να εξαπολύσει μια έντονη επίθεση κατά της ατζέντας του net zero που έχει διαμορφώσει τις παγκόσμιες ενεργειακές συζητήσεις τα τελευταία χρόνια. Ο Ράιτ υποστήριξε επανειλημμένα ότι ο στόχος της εξάλειψης των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως τα μέσα του αιώνα είναι «ανέφικτος», πολιτικά υποκινούμενος και οικονομικά επιζήμιος.
«Το net zero είναι μια πλατφόρμα που έκανε την ενέργεια ακριβότερη και περιόρισε την ανάπτυξη της ενεργειακής παραγωγής», δήλωσε, προσθέτοντας ότι υπάρχει «μηδέν κόμμα μηδέν πιθανότητα» να επιτευχθεί.
Οι δηλώσεις του έφεραν την Ουάσιγκτον σε έντονη αντίθεση με αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν ενσωματώσει στόχους net zero στη νομοθεσία και την πολιτική τους. Η απουσία κοινού ανακοινωθέντος —παραδοσιακά ένδειξη ενότητας στις συναντήσεις του IEA— αντανακλά, σύμφωνα με αρκετούς αξιωματούχους, αγεφύρωτες διαφορές για τη μελλοντική κατεύθυνση της παγκόσμιας ενεργειακής πολιτικής.
Η ενεργειακή ασφάλεια στο επίκεντρο
Στη συνάντηση προήδρευσε η Ολλανδή υπουργός Ενέργειας Σόφι Χέρμανς, η οποία επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα εστιάζοντας τις συζητήσεις στην ενεργειακή ασφάλεια — ένα ζήτημα που έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία εν μέσω γεωπολιτικής αστάθειας και μεταβλητότητας των αγορών.
Η σύνοψη που εξέδωσε σημείωνε ότι «η μεγάλη πλειονότητα των υπουργών τόνισε τη σημασία της ενεργειακής μετάβασης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής», κάνοντας αναφορά στη συμφωνία της COP28 στο Ντουμπάι για παγκόσμια μετάβαση προς μηδενικές καθαρές εκπομπές. Παράλληλα, επιβεβαίωνε τη «συνεχιζόμενη σημασία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου», διατύπωση που τα προηγούμενα χρόνια θα είχε προκαλέσει μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του IEA, Φατίχ Μπιρόλ, στην τοποθέτησή του αναγνώρισε τη μετατόπιση της τάσης. «Η ενεργειακή ασφάλεια είναι το θεμέλιο των πάντων», δήλωσε κατά τη λήξη των συνομιλιών. Σε έναν κόσμο που κλονίζεται από πολέμους, εμπορικές εντάσεις και απειλές για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι κυβερνήσεις αναπροσαρμόζουν τις προτεραιότητές τους.
Ο IEA δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1970, μετά την πετρελαϊκή κρίση, για να διασφαλίζει την ενεργειακή επάρκεια των βιομηχανικών χωρών. Τα τελευταία χρόνια, υπό την ηγεσία του Μπιρόλ, έχει αναδειχθεί και σε ένθερμο υποστηρικτή της καθαρής ενεργειακής μετάβασης, δημοσιεύοντας επιδραστικά σενάρια για το πώς ο κόσμος μπορεί να φτάσει σε net zero έως το 2050.
Αυτή η εξέλιξη ωστόσο δεν απολαμβάνει καθολικής αποδοχής
Η Ουάσιγκτον αντεπιτίθεται
Ο Ράιτ, ιδρυτής της εταιρείας πετρελαϊκών υπηρεσιών Liberty Energy, έχει κατηγορήσει τον οργανισμό ότι λειτουργεί ως «μαζορέτα» της κλιματικής ατζέντας, η οποία —όπως υποστηρίζει— στρεβλώνει τις αγορές και υπονομεύει την ανάπτυξη. Έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επανεξετάσουν τη συμμετοχή τους στον IEA αν συνεχίσει να προωθεί, κατά την άποψή του, μη ρεαλιστικά σενάρια net zero.
Ωστόσο, δεν ανακοίνωσε αποχώρηση. Δημοσίως και κατ’ ιδίαν έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ προτιμούν να επηρεάσουν τον οργανισμό «εκ των έσω» αντί να εκχωρήσουν επιρροή — ιδίως στην Κίνα, της οποίας ο αυξανόμενος ρόλος στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές αποτελεί στρατηγική ανησυχία.
Υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ έχουν στραφεί εκ νέου στην ενίσχυση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων και στην αμφισβήτηση διεθνών κλιματικών πλαισίων.
Η Ευρώπη υπερασπίζεται τη μετάβαση, αλλά με ρεαλισμό
Οι Ευρωπαίοι υπουργοί, ωστόσο, παρέμειναν σταθεροί.
Ο Βρετανός υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ υπερασπίστηκε την επέκταση της καθαρής ενέργειας στη Βρετανία. «Οι ΗΠΑ έχουν κάθε δικαίωμα να ακολουθήσουν αυτό που θεωρούν εθνικό τους συμφέρον, και άλλες χώρες θα πράξουν το ίδιο», δήλωσε. «Για τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών, η καθαρή ενεργειακή μετάβαση είναι ασταμάτητη».
Ο Γάλλος υπουργός Ρολάν Λεσκίρ υιοθέτησε παρόμοιο τόνο: «Είμαστε πεπεισμένοι ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα και απειλή που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Και αυτό σημαίνει, φυσικά, μαζικές επενδύσεις σε απανθρακοποιημένη ενέργεια». Και οι δύο υπογράμμισαν ότι υπάρχουν πεδία συνεργασίας με τις ΗΠΑ, όπως η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας.
Ο Ιρλανδός υπουργός Ενέργειας Ντάρα Ο’Μπράιαν δήλωσε ότι «είναι καλύτερο οι ΗΠΑ να βρίσκονται εντός του IEA παρά εκτός».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη μετριάσει ορισμένους στόχους, προσαρμόζοντας χρονοδιαγράμματα και μέτρα. Αυτές οι κινήσεις αντανακλούν πολιτικό ρεαλισμό και όχι εγκατάλειψη της κλιματικής στρατηγικής. Ο ενεργειακός ρεαλισμός της Αθήνας Υπενθυμίζεται ότι τη νέα αυτή προσέγγιση του ενεργειακού ρεαλισμού, είχε αναδείξει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο άρθρο του στους Financial Times, περιγράφοντας τους «Πέντε χρυσούς κανόνες για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης».
Μια διακριτική αναπροσαρμογή
Η απουσία ανακοινωθέντος έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη σύνοδο του 2024, όταν οι υπουργοί είχαν προειδοποιήσει ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα «υπογραμμίζουν την επείγουσα ανάγκη επιτάχυνσης της καθαρής ενεργειακής μετάβασης» και είχαν αναφερθεί σε «τριπλή πλανητική κρίση: κλιματική αλλαγή, ρύπανση και απώλεια βιοποικιλότητας».
Η φετινή πιο συγκρατημένη γλώσσα αντικατοπτρίζει όχι μόνο την πίεση των ΗΠΑ αλλά και τις ευρύτερες παγκόσμιες αβεβαιότητες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να αναδιαμορφώνει τις αγορές φυσικού αερίου, ενώ οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις τιμές του πετρελαίου.
Ο Μπιρόλ σημείωσε ότι οι γεωπολιτικοί κλυδωνισμοί μπορούν να μετριαστούν από το «σημαντικό» πλεόνασμα στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγής στην αμερικανική ήπειρο και της επιβράδυνσης της ζήτησης.
Παρά τις έντονες αντιπαραθέσεις, οι υπουργοί συμφώνησαν σε μέτρα για την ενίσχυση της παρακολούθησης των κρίσιμων πρώτων υλών — ζωτικών για τις μπαταρίες και τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών — καθώς και για την προώθηση της πρόσβασης σε καθαρά καύσιμα μαγειρέματος στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Ωστόσο, η συμβολική αποτυχία έκδοσης κοινού ανακοινωθέντος σηματοδοτεί μια πιο κατακερματισμένη εποχή για την παγκόσμια ενεργειακή διακυβέρνηση. Εκεί όπου κάποτε ο IEA παρουσίαζε ενιαίο μέτωπο για το κλίμα και την ασφάλεια, πλέον αντανακλά τις αποκλίνουσες οικονομικές προτεραιότητες και πολιτικές πραγματικότητες των μελών του.
Το αν αυτός ο κατακερματισμός θα αποδειχθεί προσωρινός ή μόνιμος παραμένει αβέβαιο. Προς το παρόν, ο οργανισμός προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρόλο του ως θεματοφύλακα της ενεργειακής ασφάλειας και ως υποστηρικτή της ενεργειακής μετάβασης — σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το κοινό έδαφος φαίνεται στενότερο από ποτέ.